Το θεατρικό έργο της Μαρίας Λαϊνά «Το Φαγητό», μετά από ένα επιτυχημένο κύκλο παραστάσεων (2018-19) ανεβαίνει ξανά, στο θέατρο ΠΛΥΦΑ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιόλιου.

***

Με τον Δημήτρη γνωριζόμαστε από την σχολή ακόμη, με μια διαφορά φάσης μερικών χρόνων. Μας συνδέει μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και εμπιστοσύνης. Από τα πρώτα μου κιόλας χρόνια στην Αθήνα, θυμάμαι χαρακτηριστικά τις βόλτες μας στο ιστορικό κέντρο. Έξι καλοκαίρια πίσω, σέ ένα καφέ στα Εξάρχεια, με κάλεσε και μου πρότεινε να συνεργαστούμε. «Το φαγητό» μέχρι τότε δεν το ήξερα. Θα ήταν η πρώτη του σκηνοθεσία σε ένα έργο που ήξερε ακριβώς τί αποζητούσε, κι αυτό μου έκανε αμέσως τρομερή εντύπωση. Από τις πρώτες κιόλας πρόβες, ένας κόσμος ολόκληρος αποκαλύφθηκε. Το φαγητό, τα πάντα σχετικά με τη διαδικασία του, τον τρόπο, τα καλά κρυμμένα νοήματα του και πώς όλα αυτά τα υλικά της παράστασης αλληλοεπιδρούσαν μεταξύ τους, με απόλυτο συντονισμό και ακρίβεια.

Από εκείνη την περίοδο, θυμάμαι έντονα, τη συχνή παρουσία της ποιήτριας στις δοκιμές μας. Τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις μας και τη βαθιά πίστη της στον άνθρωπο που καταφάσκει. Θυμάμαι, την πολύτιμη βοήθεια της σε αυτό το περιβάλλον. Την Μαρία Λαϊνά, μέχρι τότε, την ήξερα μονάχα μέσα από το έργο της. Ένας άνθρωπος με εγγύτητα, με χιούμορ, με ευγένεια. Μια κυρία, ένα παιδί έτοιμο για παιχνίδι και δημιουργία. Μια καλλιτέχνιδα χωρίς προφάσεις. Και κάπως έτσι επιλέγω να την θυμάμαι, παρά το γεγονός ότι η πρόσφατη απώλεια, μας μούδιασε, μας συγκλόνισε όλους.

Πέντε χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα, το περασμένο καλοκαίρι, βρεθήκαμε ξανά και συμφωνήσαμε ότι αυτή η ιστορία, αυτή η παράσταση μας αφορά ακόμη όλους. Πράγματι, ήμασταν όλοι εκεί, παρόντες και διαφορετικοί. «Το φαγητό» είχε εγγραφεί μέσα μας με έναν τρόπο περίεργο, ιδιαίτερο. Μου έκανε τρομερή εντύπωση η δική μου, η προσωπική μετατόπιση. Η έννοια του χρόνου, της φθοράς, η ποίηση, το ίδιο μου σώμα μου, το σώμα μου τότε και το σώμα μου τώρα. Υπήρχε άραγε ακόμη αυτή η ορμή; Τί μπορώ ακόμα να μεταβολίσω, να χωνέψω, να καταπιώ; Ποιες συμπεριφορές και με ποιους ανθρώπους μπορώ να συνυπάρχω πλέον στο ίδιο τραπέζι; Αυτή η ευπεψία στην ευκολία, στην εύκαιρη «τοξικότητα» με προβληματίζει ιδιαίτερα αυτές τις μέρες. Αυτή η κουλτούρα του σωστού για το σωστό, χωρίς δεύτερη, χωρίς καν πρώτη σκέψη, με δυσκολεύει αφάνταστα.

Σε αυτή την παράσταση, σε αυτό το έργο, υποδύομαι-εκπροσωπώ έναν τέτοιο χαρακτήρα.  Έναν που ξέρει. Έναν που κάνει ότι πάντα ξέρει τα πάντα, πάντα… Ένας άνθρωπος μόνος, ασφαλισμένος σε ελλιπείς βεβαιότητες και ψευδαισθήσεις. Ένας άνθρωπος κλειστός, θωρακισμένος. Ένας άνθρωπος που άρχισα να τον αντιλαμβάνομαι σταδιακά. Ένας άνθρωπος ακραίος που μπορεί και να υπάρχει δίπλα μας. Ένα άνθρωπος σχεδόν τρομακτικός, αν και πλέον καθημερινός. Δυστυχώς, καθημερινός… Αρκεί κανείς να αναλογιστεί όλα όσο ζούμε, όλα όσα βλέπουμε, όσα ακούμε… Αυτό το παράλογο, το παράδοξο της εποχής αυτής. Ζούμε, ακριβώς, στην εποχή του εγωκεντρισμού, της υπερκατανάλωσης, της αφθονίας, του κενού. Αυτού το κενού, που πάντα κάτι λείπει. Κάτι που ποτέ δεν μας φτάνει. Όλο και περισσότερο, όλο και πιο πολύ. Να φάμε, να χορτάσουμε, να φαγωθούμε μέχρι να μην μείνει τίποτα. Τίποτα, ακόμα, κι από τον ίδιο μας τον εαυτό…

Βρισκόμαστε ήδη μια εβδομάδα μετά από την πρεμιέρα μας στο θέατρο ΠΛΥΦΑ και αυτή η θερμή ανταπόκριση είναι συγκινητική. Αυτό το δύσκολο, τολμηρό εγχείρημα λειτουργεί ξανά, αλλά αλλιώς, πιο ισχυρά, πιο δυνατά. Εδώ, επαληθεύεται αυτή ακόρεστη πείνα μας, η ανάγκη μας να μοιραστούμε μια ιστορία απρόβλεπτη. Νιώθω ευτυχής και περήφανος για αυτή τη δουλειά μέσα σε ένα τέτοιο δημιουργικό περιβάλλον. Το μυστικό με το φαγητό είναι – Μέχρι τότε, απολαύστε υπεύθυνα.

Σε περιμένουμε,

Σταύρος

Photo Credit: © Γ. Στριφτάρης

Διαβάστε επίσης:

Το Φαγητό, της Μαρίας Λαϊνά σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιόλιου στο ΠΛΥΦΑ