Από την Παρασκευή Τεκτονίδου

Μπαίνοντας στην αίθουσα Β της Πειραιώς 260, ο Γιάννης Μανταφούνης και η Manon Parent στέκονται ήδη πάνω στη σκηνή. Δεν φαίνονται να ανήκουν σε ένα άλλο σύμπαν από αυτό που βρισκόμαστε εμείς. Μοιάζουν με δύο κανονικούς ανθρώπους που ανήκουν στον ίδιο ακριβώς κόσμο με εμάς. Είναι άλλωστε ντυμένοι με καθημερινά —αν και λίγο έντονα ρούχα— και φορούν αθλητικά παπούτσια. Στη σκηνή υπάρχει ένα τραπέζι με μουσικά όργανα και μικρόφωνα. Φλογέρες, σφυρίχτρες, μία καλίμπα και μερικά ηλεκτρονικά όργανα που επεξεργάζονται σε πραγματικό χρόνο τον ήχο, παραμορφώνοντάς τον ή δημιουργώντας λούπες. Όλη η παράσταση είναι ένας αυτοσχεδιασμός. Ένα παιχνίδι ανάμεσα στο χορό και τη μουσική. Ένα παιχνίδι που παίζουν οι δυο τους σε πραγματικό χρόνο, χωρίς να ξεχνάνε ότι είμαστε και εμείς εκεί. Σε κάποια άλλωστε στιγμή ο Μανταφούνης μας καλεί να τραγουδήσουμε όλοι μαζί ρυθμικά «so an ashole», φτιάχνοντας έτσι ένα ostinato —ένα ρυθμικό επαναλαμβανόμενο μοτίβο— πάνω στο οποίο θα συνεχίσουν να αυτοσχεδιάζουν. Και το κοινό ανταποκρίνεται.

photo: Pinelopi Gerasimou

Όποιος είχε δει στις 19 Μαΐου τον Γιάννη Μανταφούνη στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στα πλαίσια του Arc for dance festival, θα αναγνωρίσει τον ιδιωματικό τρόπο που χορεύει. Ένας εξαιρετικός χορευτής με φοβερή τεχνική αλλά και χιούμορ που δεν φοβάται να τα δείξει και τα δύο, χωρίς ωστόσο να τα επιδεικνύει. Την ιδιαίτερη σχέση του με τη μουσική τη διαγνώσαμε ήδη τότε. Στο dueto με τον τσελίστα Brice Catherin που είχε τον περιγραφικό τίτλο be sure you have exhausted all that can be communicated by immobility and silence. Ένα απολαυστικό ντουέτο που αν δεν πρόλαβε να είναι σίγουρο ότι τα εξάντλησε όλα, όπως λέει ο τίτλος, ήταν γιατί έπρεπε κάποια στιγμή το μουσείο να κλείσει. Εκεί, ο Μανταφούνης ήταν ο χορός ενώ ο Catherin η μουσική.

Η απόλαυση να παίζεις μαζί

Στο Sing the Positions δεν υπάρχουν τόσο ξεκάθαρα διακριτοί ρόλοι ανάμεσα στους δύο περφόρμερς. Ο Μανταφούνης και η Manon Parent τα κάνουν όλα. Παίζουν μουσική, τραγουδούν και χορεύουν. Και τα κάνουν καλά! Ακόμη και όταν τραγουδούν ένα ντουέτο όπερας, ακούμε δύο πολύ όμορφες φωνές. Και από την όπερα έχουν την άνεση να πάνε σε ό,τι ονομάζουμε πειραματική μουσική, να δοκιμάσουν κάτι που μοιάζει αρκετά με παραδοσιακούς ρυθμούς, να περάσουν από τραγούδια που θυμίζουν τους Rammstein ή ακόμη, και για λίγο μοναχά, να φέρουν στη σκηνή φωνητικά που φέρνουν στο νου τον Antony and the Johnson’s.

Photo: Gregory Batardon

Η παράσταση έχει αμεσότητα και αυτοπεποίθηση ενώ ταυτόχρονα είναι κεφάτη, ορμητική, διασκεδαστική αλλά όχι μόνο. Είναι και κάποιες στιγμές πολύ τρυφερή. Όπως εκεί που τραγουδούν οι δυο τους στόμα με στόμα —σαν ένα ηχητικό φιλί— όταν ακούμε το βιολί στο σκοτάδι ή λίγο μετά, όταν βλέπουμε την Parent να παίζει το βιολί και τον Μανταφούνη να χορεύει.

Και έτσι καθώς δεν θέλουν να μας πουν οπωσδήποτε κάτι, λένε —στον καθένα από εμάς— πολλά. Όπως, ότι η μουσική παρόλο που ακούγεται τόσο διαφορετική είναι μία, και ο χορός το ίδιο είναι ένας. Και ότι μπορείς να τα παντρέψεις με όλους τους τρόπους. Αναγνωρίζοντας συνεχώς ότι το sing the positions είναι ακριβώς αυτό επειδή είναι αυτοί οι δύο χορευτές που το χορεύουν. Μαζί. Μία παράσταση που, όπως λένε οι ίδιοι σε κοινή τους συνέντευξη, «εκφράζουν τους εαυτούς τους», ενώ έχουν στο νου τους ότι, «το μόνο πράγμα που έχουν είναι ο ένας τον άλλο, η στιγμή και η συνθήκη«.

Μία παράσταση χαρούμενη, ορμητική, ενθουσιώδης, παιχνιδιάρικη, που μας παρέσυρε και τα 60 λεπτά.


Διαβάστε επίσης: