Όσο πιο πίσω γυρίζεις στην ιστορία της λογοτεχνίας τόσο περισσότερα αριστουργήματα ανακαλύπτεις. Ένα από αυτά είναι και αυτό το βιβλίο του πολύ σημαντικού αλλά όχι και τόσο γνωστού στην Ελλάδα συγγραφέα Πιερ Λοτί. Ο ψαράς της Ισλανδίας είναι ένα συγκινησιακά έντονα φορτισμένο μυθιστόρημα, μια ελεγεία στην ανθρώπινη αγωνία των ψαράδων της Βρετάνης τους αποκαλούμενους και «Ισλανδούς», οι οποίοι έφευγαν με τα πλοία στα οποία εργάζονταν για την μακρινή Ισλανδία με σκοπό να αλιεύσουν όσο περισσότερα ψάρια και να προσφέρουν στις οικογένειές τους τα απαραίτητα προς το ζην. Η ιστορία που ξετυλίγει ο Λοτί δεν μπορεί να αφήσει κανέναν ακλόνητο, η αφήγησή του ραγίζει καρδιές και αποκαλύπτει αν μη τι άλλο πως οι αληθινές ιστορίες, οι πραγματικά αληθινές ιστορίες αγάπης, τρυφερότητας και λύπης είναι αυτές που καθηλώνουν ακόμα και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.

Ταξίδι στα άδυτα ενός μακρινού κόσμου

«Τα γεγονότα που αναφέρονται στο μυθιστόρημα για τη ζωή των ψαράδων στην Ισλανδία έχουν αντληθεί από πραγματικά γεγονότα, που η συλλογική μνήμη διαφύλαξε και απαθανάτισε σ’ ένα μνημείο που στήθηκε πρόσφατα (τον Απρίλιο του 2017) με τη συνδρομή του Συλλόγου Φίλοι του Πιερ Λοτί του Παιμπόλ» γράφει στο σημείωμά της η μεταφράστρια του βιβλίου Ιφιγένεια Μποτουροπούλου. Πράγματι, στο τέλος του βιβλίου μπορεί ο αναγνώστης να βρει κάποιο εικονογραφικό υλικό σχετικά με αυτά που αναφέρει η μεταφράστρια και να κατανοήσει αφού έχει διαβάσει το βιβλίο τον παλμό που ένιωθε και ο ίδιος ο Λοτί ακούγοντας τις ιστορίες των ψαράδων που διασώθηκαν καθώς εκείνες των συγγενών για εκείνους που χάθηκαν στα άγρια νερά της Ισλανδίας προσπαθώντας να κάνουν μία επικίνδυνη και σκληρή δουλειά.

Οι ιστορίες του Συλβέστρ και του Γιαν, η αγάπη της Γκωντ για τον Γιαν, η αγάπη της γιαγιάς για τον χαμένο εγγονό της Συλβέστρ είναι αφηγήσεις που πραγματικά κόβουν την ανάσα και δεν τα χωράει ο νους γιατί ο ανθρώπινος πόνος όταν έχει πραγματικά συμβεί και τον έχει βιώσει κάποιος δεν περιγράφεται απλά με κάποιο τρόπο προσπαθεί να εξωτερικευτεί. Ο κόσμος στα βόρεια της Γαλλίας στην Βρετάνη και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή του Παιμπόλ όπου και εκτυλίσσεται η ιστορία είναι ένα τοπίο ομιχλώδες και όχι ιδιαίτερα χαρούμενο. Η ζωή κυλάει γρήγορα και ευχάριστα όταν οι ψαράδες γυρνάνε ζωντανοί και ενεργητικοί, χαρούμενοι που εκτέλεσαν επιτυχώς άλλη μία δύσκολη αποστολή και έβαλαν ένα κομμάτι ψωμί στο πιάτο των οικογενειών τους. Η ζωή όμως κυλάει και πολύ αργά όταν οι ψαράδες αυτοί ξανοίγονται στο απέραντο θαλασσινό σύμπαν και οι συγγενείς τους μαζεμένοι στην άκρη του λιμανιού τους βλέπουν να ξεμακραίνουν προς το άγνωστο.

Αυτή η αναμονή, όπως θα μας πει και ο Λοτί μέσα στο κείμενο, είναι που σκοτώνει, βασανίζει τις ψυχές των οικογενειών, των μητέρων, των αδερφών, των γυναικών και συζύγων όπως η Γκωντ που περιμένει τον Γιαν με αγωνία και ανησυχία να γυρίσει από τις άγριες θάλασσες και να τον σφίξει ξανά στην αγκαλιά της. Η θλιβερή ιστορία του χαμού του Γιαν και η όλη διαδικασία αναμονής πρέπει να διαβαστεί από τα χέρια του Λοτί, ο λόγος του αν και μελαγχολικός, δυσοίωνος, απαισιόδοξος και λυπηρός είναι υπέροχα ποιητικός, σχεδόν μεταφυσικός καθώς αναλύει τα συναισθήματα των θηλυκών προσώπων της ιστορίας του που περιμένουν κάθε ώρα και κάθε μέρα το πλοίο να φανεί και να ακούσουν την φωνή των αγαπημένων τους. Είναι δυστυχές και άδικό να πεθαίνουν νέα παιδιά πάνω στο καθήκον που τους υπαγορεύει η εξορία της εργασίας. Γιατί εδώ πρόκειται για μία μετανάστευση με την προσδοκία να τους αποδώσει καρπούς για να μπορέσουν να ζήσουν και να χαρούν τη ζωή.

Φιλοσοφώντας τη ζωή και την απώλεια

«Οι λέξεις όμως, όσο αόριστες κι αν είναι, παραμένουν πάντα πολύ συγκεκριμένες προκειμένου να εκφράσουν τα πράγματα ͘ και τώρα, εδώ, χρειαζόταν αυτή η αβέβαιη γλώσσα που μιλιέται καμιά φορά στα όνειρα και από την οποία δεν συγκρατείς, όταν ξυπνάς, παρά αινιγματικά σπαράγματα χωρίς νόημα«. Ο στοχαστικός λόγος του Λοτί είναι εμφανής σε κάθε σημείο της αφήγησής του, είναι καρπός των συλλογισμών του σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την τρωτότητα της ανθρώπινης φύσης που εδώ αποδεικνύεται περίτρανα και δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο Λοτί επέλεξε να αναδείξει αυτήν την ιστορία. Από το σύντομο αλλά πολύ περιεκτικό χρονολόγιο που διατίθεται στο τέλος του βιβλίου ο αναγνώστης θα μάθει για τα ταξίδια του Λοτί σε μία εποχή όχι όπως η σημερινή.

Η θάλασσα που θρέφει τις οικογένειες και προσφέρει μέσα από τα σπλάχνα της καρπούς για τη ζωή τους είναι και η ίδια που «διεκδικεί» τους ψαράδες να τους δεχτεί στην αγκαλιά της χωρίς να μπορεί κανείς να της αντισταθεί. Η θάλασσα γίνεται λοιπόν στο έργο αυτό του Λοτί συμπρωταγωνίστρια και σκηνοθετεί και εκείνη τα δικά σκηνικά, διαμορφώνει τα δικά της σχέδια δίχως να ρωτά για έγκριση κανέναν ως προς τις αποφάσεις της. Ο Λοτί σαν τους ιμπρεσιονιστές που ζωγράφισαν την Χάβρη και το λιμάνι της ζωγραφίζει με την σειρά του έναν πίνακα όπου πρωταγωνιστούν απλοί άνθρωποι της υπαίθρου, άνθρωποι που μοχθούν και άνθρωποι που παλεύουν για να ζήσουν λίγες στιγμές ευτυχίας ανάμεσα στις πολλές στιγμές δυστυχίας. Πρόκειται για ένα υπέροχο πανόραμα της ζωής σε μίαν επαρχιακή πόλη της Γαλλίας και ο καμβάς αν και ταραχώδης και θαλασσοδαρμένος εκπέμπει μία μοναδική γοητεία που συγκεντρώνει τα βλέμματα.

Αποσπάσματα

«…οι άνθρωποι που τους απασχολεί πολύ ο σκοπός του ταξιδιού τους διασκεδάζουν με τις χίλιες λεπτομέρειες του δρόμου πάντα περισσότερο από τους άλλους«.

«…Ο άνεμος άλλοτε έβγαζε τον έντονο σπηλαιώδη θόρυβό του με λυσσασμένο τράνταγμα κι άλλοτε επαναλάμβανε την απειλή του πιο χαμηλά στο αυτί, από εκλεπτυσμένη πονηρία θα έλεγε κανείς, με μικρούς συνεχόμενους ήχους, παίρνοντας τη γλυκιά φωνή μιας κουκουβάγιας«.


Διαβάστε επίσης:

Πιερ Λοτί – Ψαράς της Ισλανδίας