«Οι λέξεις των λεξικών είναι φθαρμένες, έχουν στομώσει… Στην σελίδα μοιάζουν θολές, μισοσβησμένες, σαν ορνιθοσκαλίσματα. Μας στενεύουν, μας φέρνουν αναγούλα, είναι πικρές στο στόμα, ξινές. Γι’ αυτό κι εμείς τις ξεκοιλιάζουμε τις λέξεις για να δούμε τι έχουν μέσα. Τις ξεψαχνίζουμε, τις ξεκοκκαλίζουμε, τις πετσοκόβουμε, τις ανατινάζουμε. Τις ξηλώνουμε γιατί μας στενεύουν. Τις ξηλώνουμε για ν ’ανασάνουμε. Τις βάζουμε στο κόσκινο και τις κοσκινίζουμε. Και μετά τις ξανασυναρμολογούμε. Τις χτενίζουμε και τις ξαμολάμε. Τις ρίχνουμε για δόλωμα και βλέπουμε αντιδράσεις. Όποιος γελάσει, είναι δικός μας».

Μ’ αυτές τις σκέψεις, οι ηθοποιοί μου κι εγώ εισβάλλουμε στη σκηνή, ξεφυλλίζουμε λεξικά, ανατινάζουμε τη γλώσσα και στήνουμε ένα εκρηκτικό, σωματικό και μουσικό συμβάν βασισμένο στο «Κομπλεξικό» του Αχιλλέα ΙΙΙ και σε δικούς μας αυτοσχεδιασμούς! Παρέα μας, τα τραγούδια του Σπύρου Γραμμένου.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Πάρτε μία γεύση

Αντροχωρίστρα (ουσιαστικό, θηλυκό):
Ένας άντρας χάνει τα μαλλιά του στην κορυφή του κεφαλιού και είναι απαρηγόρητος… Τα μακραίνει λοιπόν από δω κι από κει και πάει στον κουρέα του, ο οποίος τον ρωτάει: “Την θέλεις την αντροχωρίστρα σου από δεξιά ή από αριστερά;”. Το μόνο πρόβλημα είναι όταν πιάσει αέρας…

Μοτοσεκλέτι (ουσιαστικό, ουδέτερο):
Όταν γυρνούσα μικρός απ’ το σχολείο, δεν ήθελα να διαβάσω. Ήθελα να ανέβω σε μία μηχανή enduro χιλιάρα, να βγω στο δρόμο και να κάψω τα λάστιχα. Αλλά δεν είχα λεφτά. Έπρεπε να ζητήσω απ’ τον μπαμπά και τη μαμά. Δεν μου δίνανε κι είχα ένα σεκλέτι – μοτοσεκλέτι!

Ευδαιμοναξιά (ουσιαστικό, θηλυκό)
Κατάσταση την οποία βιώνει κάποιος ο οποίος έχει στη διάθεσή του όλα όσα χρειάζεται για να είναι ευτυχισμένος, εκτός από κάποιον για να τα μοιραστεί.

Αραχτιβισμός (ουσιαστικό, αρσενικό):
Η δημοφιλής πρακτική της –από του καναπέος – άσκησης κριτικής για τις πράξεις των άλλων.

Πατριδογνωσηρότητα (ουσιαστικό, θηλυκό)
Η επιλεγμένα αποσπασματική διδασκαλία ιστορικών γεγονότων στο σχολείο. Παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να ηρωοποιηθούν άτομα ή η πραγματικότητα, να αλλοιωθούν γεγονότα και να συγκαλυφθούν πράξεις, προκειμένου να τονωθεί η εθνική υπερηφάνεια ενός λαού.

Γε-road trip (ουσιαστικό, ουδέτερο):
Το τελευταίο ταξίδι που πραγματοποιεί μια παρέα ηλικιωμένων φίλων, πριν από το «μεγάλο ταξίδι»…

Στεναχωρευταράς (ουσιαστικό, αρσενικό):
Αυτός, που για να ξεπεράσει τη θλίψη που τον βασανίζει, ρίχνεται στην πίστα ενός νυχτερινού κέντρου όπως ο λύκος στο κοπάδι με τα πρόβατα, όπως ο λυσσασμένος αέρας στις καλαμιές, όπως ο διαβητικός στο αφύλακτο ψυγείο.

Γενεθλιμμένος (ουσιαστικό, αρσενικό):
Αυτός που μια φορά τον χρόνο πενθεί για τη γέννησή του ή για το γεγονός ότι μεγαλώνει. Αρνείται να μαλακώσει τη θλίψη του με τούρτες, κεράκια και ανόητα τραγουδάκια για «άσπρα μαλλιά» και της «γνώσης το φως», προτιμώντας να περάσει τα γενέθλιά του μόνος, κλεισμένος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, πίνοντας αλκοόλ και ακούγοντας δακρύβρεχτη μουσική, σαν να λυπάται που γεννήθηκε

Ποτορομάντζο (ουσιαστικό, ουδέτερο):
Είναι ένα ειδύλλιο που διαρκεί όσο η κατανάλωση ενός κερασμένου ποτού.

Ψηφιτζούρι (ουσιαστικό, ουδέτερο):
Γλυκιά υπόσχεση που χαρίζεται πριν από τις εκλογές από υποψήφιο προς ψηφοφόρο και πιπιλίζεται από τον τελευταίο με λαχτάρα, μέχρι την επομένη της καταμέτρησης των ψήφων. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, το ψηφιτζούρι εξαφανίζεται και στο χέρι του ηλίθιου απομένει μόνο ένα ξυλαράκι, το οποίο μπορεί να χώσει στον κ… του ή να το χρησιμοποιήσει για να βγάλει τα μάτια του, εξυπηρετώντας το κοινωνικό σύνολο.

Στο φινάλε όμως αναρωτιόμαστε:
«Κι αν τελικά φτιάξουμε κάτι που δεν το αντέχουμε;
Ε, Τότε θα φτιάξουμε μια λέξη-καταφύγιο. Μια λέξη που θα σημαίνει “εδώ δεν μας βρίσκει κανείς”.
Μέχρι να παλιώσει κι αυτή. Μέχρι να τη βρουν και να τη βάλουν κι αυτήν στα λεξικά. Τότε θα ξεκινήσουμε από την αρχή».

Γιατί η πραγματική επανάσταση δεν είναι να βρεις την τέλεια λέξη, αλλά να έχεις πάντα τη γενναιότητα να γκρεμίζεις τα λεξικά και να ξεκινάς, ξανά και ξανά, από την αρχή.

Διαβάστε επίσης:

Το Κομπλεξικό, του Αχιλλέα ΙΙΙ σε σκηνοθεσία Όλγας Ποζέλη ξανά στο Θέατρο Αλκμήνη