Δημιουργώντας την ατομική του έκθεση “Fascia-Περιτονία” στην Γκαλερί Ιλεάνα Τούντα, παράλληλα με την επιμέλεια του φετινού Hydra School Project με τίτλο “Hydro/Onar (Water Dreams)”, ο εικαστικός/ επιμελητής Δημήτρης Αντωνίτσης μας εξηγεί πώς λειτουργεί σαν βέρος funambule.

***

-Δημήτρη Αντωνίτση, τι σε οδήγησε να τιτλοφορήσεις τη νέα ενότητα έργων σου «Fascia-Περιτονία» στην πρόσφατη ατομική σου στη Γκαλερί Ιλεάνα Τούντα; Πώς συνδέεται η έννοια της περιτονίας –αυτής της μεμβράνης που συγκρατεί και συνδέει– με τις οικογενειακές σου μνήμες και πώς επιτυγχάνουν τη διασύνδεση με τον θεατή;

Η περιτονία (fascia) είναι ένα συνεχές τρισδιάστατο δίκτυο συνδετικού ιστού που περιβάλλει και συνδέει μύες, όργανα και νεύρα σε όλο το σώμα. Στις ολιστικές θεραπείες, αναφέρεται ότι «το σώμα έχει μνήμη» και αποθηκεύει «μνήμη έντασης». Πολλοί αναλυτές πιστεύουν στην ύπαρξη κάποιας «οικογενειακής» ή κληρονομικής μνήμης που να μεταφέρεται γενεαλογικά μέσω αυτού του ιστού. Η οικογενειακή μνήμη είναι το σύνολο από ιστορίες, εικόνες, αξίες και παραδόσεις που περνούν από τη μια γενιά στην άλλη. Διαμορφώνει την ταυτότητα μιας οικογένειας και συνδέει τα μέλη της με το παρελθόν τους. Προσωπικά αυτό το σώμα δουλειάς με ώθησε να ανατρέξω στην προφορική παράδοση της οικογένειας μου ανακαλώντας ιστορίες και αστεία που λέγονταν σε τραπέζια, αλλά και σιωπές και μυστικά, που εντέχνως αποσιωπούνταν.

Ως προς τη “σύνδεση” του εγχειρήματος με το θεατή, χρησιμοποιώ το τέχνασμα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν… Σκηνοθετώ τον χώρο της γκαλερί με ένα σκληρό αλλά συνάμα ευγενή τρόπο που φέρει την δημιουργία και τον κύκλο της ζωής στο επίκεντρο. Επιμένω στη δεξιοτεχνία των γλυπτικών χυτεύσεων από αλουμίνιο και τιτάνιο αλλά και στη λυρική γλώσσα της σηροτροφίας. Οι θεατές βρίσκονται αντιμέτωποι με τη μικρογραφία του ταξιδιού της ύπαρξης, από τη ζωή και τη δημιουργία στην ολοκλήρωση και στο θάνατο.

-Εμπνέεσαι από τον παππού σου, τον μεταξέμπορο από το Σουφλί, και την οικογενειακή επαφή με τη σηροτροφία. Με ποιο τρόπο μετατρέπεις αυτή την προσωπική ιστορία σε γλυπτική πράξη, χρησιμοποιώντας αλουμίνιο και γνάθαλα μεταξιού;

Tην τελευταία φορά που βρέθηκα στο σπίτι του προπάππου μου στο Σουφλί συνειδητοποίησα το απόφθεγμα, “η οικογένεια και η μνήμη της είναι το μόνο αληθινό σπίτι”. Πολλοί εμμένουν στη συλλογή οικογενειακών κειμηλίων, φωτογραφιών, επιστολών και αντικειμένων συναισθηματικής αξίας. Εγώ πάλι, ως εικαστικός έχω μάθει στη μυσταγωγία του appropriation. Στην οικειοποίηση, στον δανεισμό. Αξίες και ήθη, επανεξετάζονται και αξιολογούνται ώστε το έργο μου να θίγει υπαρξιακά ζητήματα, όπως η ζωή, ο θάνατος, η ύπαρξη του Δημιουργού, η ελευθερία της βούλησης αλλά με το αποκλειστικά δικό μου ύφος. Όπως ο Μπέργκμαν παρακολουθεί με τη κάμερα εξαντλητικά τις αντιδράσεις των ηθοποιών, στην έκθεση μου η ίδια εξαντλητική παρατήρηση στηρίζεται στην πιθανή ερμηνεία/ αποδοχή των γλυπτών μου από ζώντες οργανισμούς όπως οι μεταξοσκώληκες.

Τα γλυπτά της “Περιτονίας” στοχεύουν στη σύνδεση του συνειδησιακού ως πείραμα βιολογίας και μνήμης. Τη στιγμή που στήναμε τα κλαδιά από αλουμίνιο στη γκαλερί διερωτόμουν αν οι μεταξοσκώληκες συναισθάνονταν τη φυσική ομορφιά των χυτών μου ώστε να κλαδώσουν και να δημιουργήσουν τα κουκούλια τους πάνω σ’ αυτά ή απλά θα τα αγνοούσαν σαν μια επεμβατική εικαστική θηριωδία.

-Γιατί επέλεξες να εκτρέφεις μεταξοσκώληκες όχι για το τελικό προϊόν, αλλά ως μέσο ερμηνείας των αναμνήσεων; Τι σε διδάσκει αυτή η διαδικασία για τη σχέση ύλης και μνήμης;

Ο κύκλος ζωής του μεταξοσκώληκα περνάει από τόσο διαφορετικά στάδια: το αβγό που παραμένει σε λήθαργο ως την άνοιξη, την προνύμφη που τρέφεται αποκλειστικά με φύλλα μουριάς, τη χρυσαλλίδα που εκκρίνει μετάξι για το κουκούλι και τέλος την πεταλούδα που δεν τρέφεται αλλά αναπαράγει. Καθότι αυτή η περιοδικότητα της ζωής του μεταξοσκώληκα όριζε κατά κάποιο τρόπο και το βιορυθμό της οικογένειας του παππού μου, βασίστηκα σε ελεύθερους προσωπικούς συνειρμούς και αναδρομές για να αποκαλύψω διαφορετικές γλυπτικές εκδοχές μεταξύ ύλης-μνήμης. Εκεί βέβαια που κατέληξα ήταν να αποφύγω οποιαδήποτε λυρικότητα ερμηνείας της ζωής του εντόμου και να του δώσω πρωταγωνιστικό ρόλο και ελεύθερη βούληση στο να χειριστεί την δικιά μου κατασκευή. Στην προκειμένη περίπτωση η φύση εξετάζει την τέχνη. Το έντομο τελικά αποφασίζει αν θα οικειοποιηθεί το έργο μου και θα το εντάξει στο περιβάλλον του.

-Αναφέρεσαι στην έκθεση ως απάντηση στο έργο του Joseph Beuys «Πώς να εξηγήσετε εικόνες σ’ έναν νεκρό λαγό». Τι ακριβώς θέλεις να πεις με αυτή την αναφορά; Ίσως ότι οι ζωντανοί, αυτή τη φορά, μεταξοσκώληκες εξηγούν σε εμάς την ύφανση των εικόνων;

Ακριβώς! Ο μεταξοσκώληκας ως Beuys. Δυστυχώς, εμείς είμαστε οι νεκροί λαγοί…

Το έργο του Beuys ασκεί κριτική στον ορθολογισμό της παράδοσης και της τέχνης ως σύστημα. Ο Μπόις δήλωσε ότι ακόμη και ένα νεκρό ζώο διαθέτει περισσότερη διαίσθηση για την τέχνη από ό,τι ορισμένοι άνθρωποι παγιδευμένοι στην απόλυτη λογική. Η τέχνη, για τον Μπόις, πρέπει να βιώνεται πνευματικά και όχι απλώς να κατανοείται λογικά. Ακριβώς έτσι και η “Περιτονία” αφήνει το έντομο να φτιάξει έναν αλγόριθμο που να εντάσσει μέσα σ αυτόν τη δική μου δημιουργία με έναν τρόπο σαμανικό.

-Πώς νιώθεις λοιπόν που σε αυτή την τόσο προσωπική ενότητα, το μεταξωτό αδρό νήμα καταφέρνει να λειτουργήσει σαμανικά ως ο συνδετικός ιστός μεταξύ του φυσικού στοιχείου και του βιομηχανικού υλικού του μετάλλου, το οποίο μοιάζει να μεταμορφώνεται σε φορητή εστία-σκηνή των Γιακούτ, αλλά και στα ξύλα που χρησιμοποιούν τα Υδραϊκά σπίτια για αντιστήριξη, μα και σε παράδοξο de Stijl αντικείμενο;

Η λέξη κλειδί δεν είναι το νιώθω αλλά το εν-συναισθάνομαι. Το συγκεκριμένο σώμα δουλειάς είναι απόρροια της ενασχόλησης μου με την διαισθητική επικοινωνία μεταξύ των ειδών (intuitive interspecies communication) – αλλά και των ρευμάτων. Πώς ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος για να επικοινωνήσει με το πνεύμα του ζώου. Αυτή η επικοινωνία είναι μη λεκτική. Και αυτό ακριβώς είναι το υπέροχο.

-Είναι όντως σαγηνευτικό, καθώς βλέπουμε τον θεατή να περπατά ανάμεσα στα έργα της «Περιτονίας», παρατηρώντας τους φυσικούς ρυθμούς του “συνδημιουργού” σου μεταξοσκώληκα, και να νιώθει να διευρύνεται ο χρόνος ακριβώς όπως στα όνειρα. Τα ίδια τα γνάθαλα μοιάζουν με σύννεφα που άδραξες ή ονειροπαγίδες. Διαφαίνεται μία ποιητική Haiku να διαπερνά τα έργα σαν αεράκι, έργα που φέρουν μία γιαπωνέζικη σχεδιαστική γραφή. Μίλησε μας για τις επιρροές και τις δονήσεις σου.

Συμφωνώ απόλυτα ότι υπάρχει μια γιαπωνέζικη αισθητική. Βέβαια εγώ παίζω με την ευθραυστότητα και το τυχαίο. Παρόλα αυτά βλέπω την προσέγγιση σου να σου θυμίζουν χαϊκού. Όχι τόσο στην αυστηρότητα της δομής αλλά στην ελλειπτικότητα της εκτέλεσης. Αυτό τα καθιστά ονειρικά.

-Αν το μετάξι, όπως και οι οικογενειακές μνήμες, κυλούν στα χέρια και στο νου σαν νερό, κι αν το όνειρο πραγματώνεται στο πρωινό φως της Ύδρας, τότε η έκθεση που επιμελείσαι φέτος το καλοκαίρι στο πάντα πολυαναμενόμενο Hydra School Projects, η «Hydro/Onar», μοιάζει υπόρρητα συνδεδεμένη με την ατομική σου. Υπάρχει κάποια κοινή γραμμή που διατρέχει αυτά τα δύο πρότζεκτ;

Ωραία παρατήρηση! Από την Περιτονία στο ΥΔΩΡ/ΟΝΑΡ… Ναι, η σχέση είναι αμοιβαία και αμφίδρομη. Τον συνδετικό ιστό με το ονειρικό σίγουρα τον απαντάει κανείς όταν κολυμπά στα νερά της Ύδρας. Γι αυτό άλλωστε στην αφίσα είμαι εγώ που κάνω μακροβούτι (μαζί με τον Ζαργάνα, τον σκύλο μου). Και οι δύο εκθέσεις βασίζονται στο ρου της ζωής. Ίσως και στην ευδαιμονία.

-Ναι, και ίσως σε μια αόρατη fascia που τα συνδέει… Η φετινή σου επιμέλεια της έκθεσης «Hydro/Onar (Water of Dreams)» εισάγει το υγρό στοιχείο μαζί με το όνειρο ως συνέχεια του περσινού θέματος της Πέτρας/Λήθης. Τι σημαίνει για σένα αυτός ο τίτλος (που μας θυμίζει και το Milk of Dreams της Leonora Carrington που έχεις ήδη παρουσιάσει στην Ύδρα) και πώς συνδέεται με την Ύδρα ως εδεμικό τόπο; Είναι λόγω του ότι η πέτρα και το νερό, που συνομιλούν ψυχαναλυτικά με τη λησμονιά και το ενύπνιο, είναι εξορυγμένα από το Υδραϊκό τοπίο; Και ποιο θα είναι το επόμενο δομικό στοιχείο, εφόσον επιθυμούμε να τους προσδώσουμε τον χαρακτήρα της τριλογίας;

Παρόλο που δεν αποκαλύπτω τόσο νωρίς την έκθεση της επόμενης χρονιάς, με χαρά σου αναφέρω ότι ήδη δουλεύουμε το τελευταίο μέρος της τριλογίας. Όπως πέρυσι και φέτος θα υπάρχει πάλι ο πυρήνας Brice Marden και Γιάννης Κουνέλλης. Η σχέση των έργων αυτών των δύο τεράστιων καλλιτεχνών που έζησαν και δημιούργησαν στην Ύδρα αποτελεί αντικείμενο μιας ευρύτερης μελέτης που πραγματοποιώ. Η επόμενη θεματική του Hydra School Projects δεν βασίζεται τόσο σε φυσικό στοιχείο του νησιού – Ευθυγραμμίζεται στον άξονα του Geist, του άυλου, της πνοής.

-Ω έχουμε λοιπόν το πρώτο spoiler! Φέτος όμως συμμετέχουν αξιόλογοι καλλιτέχνες όπως οι Ashley Bickerton, Daniel Silver, Joe Bradley, αλλά και για πρώτη φορά δύο ποιητές: ο πρόσφατα εκλιπών Αλέξης Σταμάτης και η Deborah Levy. Πώς επέλεξες αυτό το σύνολο και τι διάλογο επιθυμείς να δημιουργήσεις ανάμεσά τους;

Στις 2 Σεπτεμβρίου, σχεδόν στο κλείσιμο της έκθεσης, για πρώτη φορά θα παρουσιαστεί ένα λογοτεχνικό συμπόσιο στο αμφιθέατρο προαύλιο του Λυκείου της Ύδρας. Πρόκειται για έναν πειραματισμό που επιχειρεί να συνδέσει τη γραφή ως επέκταση/σχόλιο της οπτικής τέχνης. Το συμπόσιο θα ανοίξει με το τελευταίο ποίημα του Αλέξη Σταμάτη που τιτλοφορείται “Water” και θα διαβαστεί στη μνήμη του. Ο Αλέξης το είχε γράψει ειδικά για την έκθεση και έτσι το τυπώσαμε στο φετινό τετράδιο/κατάλογο. Οι συγγραφείς που θα παρευρεθούν και θα συμμετέχουν είναι οι Deborah Levy,Teju Cole, Chloe Aridjis, Chris Power, Ellena Savage.

Η Deborah και η Chloe έχουν επισκεφθεί τις εκθέσεις στο σχολείο παλαιότερα. Η δεύτερη μάλιστα υιοθέτησε και έναν Υδραίο γάτο, τον Ludwig.

-Τα καλύτερα για το τέλος λοιπόν! Όμως τα δικά σου έργα στη φετινή έκθεση νιώθω ότι είναι η πιο προσωπική δουλειά σου ως σήμερα. Το ύφασμα ρέει από το ταβάνι με την ιερότητα της σινδόνης και τα σημάδια από την αρχέγονη πάλη πνεύματος και σάρκας αποτελούν το ταυτοτικό αποτύπωμα του Ανθρώπου. Είναι ένα αληθινά συγκινητικό έργο γιατί φέρει εγγεγραμμένο πάνω του το προσωπικό άλγος. Μίλησε μας για αυτή την τόσο βιωματική ενότητα.

Κι εγώ συγκινούμαι με αυτό! Τα έργα αυτά έχουν δημιουργηθεί πέρυσι, μια χρονιά μεγάλης οικογενειακής απώλειας. Αυτή η ενότητα έχει κάτι το υπερβατικό καθότι έγινε «συνταγογραφημένα» από Σινχαλέζα γιατρό, σαν μέρος Αγιουρβεδικής θεραπείας και διαλογισμού. Σύμφωνα με την Αγιουρβέδα, κάθε άνθρωπος έχει ένα μοναδικό σωματικό και ψυχικό σύνταγμα, το Prakurti, το οποίο διέπεται από τρεις βασικές ενέργειες (doshas): τον αέρα (Vata), τη φωτιά (Pitta) και τη γη (Kapha). Η ασθένεια θεωρείται αποτέλεσμα της ανισορροπίας αυτών των ενεργειών.

Εστιάζοντας σ’ αυτήν την ολιστική προσέγγιση για να καταφέρω την εξισορρόπηση μεταξύ σώματος, νου και πνεύματος έστησα ένα αυτοσχέδιο ατελιέ όπου κάθε βράδυ δούλευα χρησιμοποιώντας τα έλαια και τα βότανα που είχαν χρησιμοποιηθεί στις θεραπείες σε διάφορα σημεία του σώματος μου. Κυριολεκτικά είναι η πιο βιοσωματική ενότητα δουλειάς, που έχω ποτέ κάνει. Μάλιστα εκτός εργαστηρίου η χυτηρίου, με υλικά εντελώς πρωτόγνωρα. Κάθε έργο απεικονίζει την προσπάθεια μου να προσεγγίσω την αυτοΐαση από το βαθύ τραύμα, και ένα μεγαλύτερο βαθμό συνειδητότητας ώστε να το αγκαλιάσω.

-Μετά από πάνω από είκοσι πέντε χρόνια Hydra School Projects, ποιο είναι το στοιχείο που νιώθεις ότι έχει αλλάξει περισσότερο στον τρόπο που προσεγγίζεις τόσο τη δική σου πρακτική όσο και την επιμέλεια του Hydra School Projects;

Το περίεργο είναι ότι μετά από 27 χρόνια εκθέσεων στο Hydra School Projects, ο ενθουσιασμός μου παραμένει αστείρευτος. Και μάλιστα έχει γίνει και μεταδοτικός θα έλεγα. Πιστεύω ότι θα υπάρξουν κι άλλοι χώροι που θα ασχοληθούν με τις τέχνες και τα γράμματα στην Ύδρα. Έμπνευση, επιμονή και αυτοπεποίθηση είναι η επιτυχής συνταγή.

-Ως καλλιτέχνης και επιμελητής, πώς διαχειρίζεσαι τη διπλή αυτή ιδιότητα;

Σαν τον Σχοινοβάτη του Ζενέ…. χα χα χα. Έχω μάθει πια στη σωστή διαχείριση χρόνου: να χωρίζω το πρόγραμμά μου σε περιόδους απομόνωσης στο εργαστήριο και σε περιόδους εξωστρέφειας και κοινωνικής δικτύωσης. Επίσης σπουδαία άσκηση ισορροπίας είναι η εναλλαγή οπτικής: να βγαίνω από τη μυωπική εμμονή που έχει ο ρόλος του “δημιουργού” και να μπαίνω στον ρόλο του “θεατή” ή του “αποδέκτη” κάτι που ανανεώνει και διευρύνει τη ματιά. Τέλος, θεωρώ ότι κάθε καλός επιμελητής πρέπει να δανείζεται βέλη από τη φαρέτρα του story telling, της αφηγηματικότητας που έχει κάθε εικαστικός. Αντί να οργανώνω μια έκθεση με αυστηρά ιστορικούς όρους, επιδιώκω να τη στήνω με βάση την αισθητική, το συναίσθημα και την οπτική ροή. Όπως θα έκανε και ένας καλός παραμυθάς…

Κεντρική φωτογραφία θέματος: Hydro/Onar – Water of Dreams | Photo credit: Pinelopi Gerasimou