Αποσπάσματα από συνεντεύξεις του αναδεικνύουν την ιδιαίτερη προσωπικότητά του και τον τρόπο σκέψης του.

«Κανείς δεν κυριαρχεί στην καρδιά. Κανείς δεν κυριαρχεί στον έρωτα. Κατά μία έννοια είμαστε όλοι ερασιτέχνες σ’ αυτά τα ζητήματα και πρέπει να ξεκινούν από την αρχή κάθε μέρα. Δεν υπάρχει εγγύηση πως η σχέση που είχαμε χθες πρόκειται να είναι, όταν ξυπνήσουμε αύριο, η ίδια σχέση.»

«Τον περισσότερο καιρό παίζουμε ένα έργο που εμείς οι ίδιοι έχουμε γράψει, στο οποίο είμαστε ο ήρωας, και συνήθως είναι ένα πολύ στενάχωρο έργο, διότι αυτός ο ήρωας θα ηττάται διαρκώς.»

«Υπάρχει μια γενικευμένη συνωμοσία εναντίον των εραστών επειδή οι άνθρωποι πραγματικά δεν θέλουν να βλέπουν άλλους ανθρώπους ευτυχισμένους και η εμπειρία της έκστασης είναι εξαιρετικά δυσάρεστη σε όσους δεν συμμετέχουν σ’ αυτήν. Έτσι γίνεται και με τους καλλιτέχνες. Οι άνθρωποι θα προτιμούσαν οι καλλιτέχνες τους να ήταν ανάπηροι ή νεκροί. Είναι κοινότοπο, αλλά αληθινό…»

«Κάποτε έλεγαν ότι μαζί με τους δίσκους μου θα έπρεπε να δίνουν και ξυραφάκια.»

{…}Τι ήταν τελικά αυτό που τον έκανε τόσο ξεχωριστό; Έχει ενδιαφέρον ότι βγαίνει από τη δεκαετία του ’60 και του 70 χωρίς να σέρνει πίσω του μια φήμη εξαλλοσύνης, παρόλο που και ναρκωτικά πήρε και αλκοόλ και γυναίκες. Κι όμως, κατάφερνε πάντα να εμπνέει ένα είδος σεβασμού. Δεν έμπαινε σε καμιά κατηγορία, ούτε του καλού ούτε του κακού παιδιού, ίσως κι επειδή ξεκίνησε την μουσική καριέρα του αφού είχε κλείσει πια τα τριάντα. Ήταν ένας σοβαρός άντρας, ένας στιβαρός άνθρωπος, που εξέπεμπε κάτι το παλιομοδίτικο, με την καλύτερη έννοια του όρου. Κάτι που έφερνε στο νου έναν παλιό, καλύτερο κόσμο, μια Ευρώπη όπως θα την θέλαμε, και πάντοτε σκυμμένος με προσοχή πάνω από τις λέξεις. Δεν έπαψε ποτέ να είναι ποιητής.

Κάποτε είπε ότι «η ποίηση είναι απλώς η απόδειξη ότι υπάρχει ζωή. Αν η ζωή σου καίγεται καλά, η ποίηση είναι απλώς η στάχτη». Τόσο καλά, δυνατά και σταθερά κάηκε η ζωή του Λέναρντ Κοέν, που αφήνει πίσω του σκορπισμένη ήδη τη στάχτη των τραγουδιών του.

(Απόσπασμα από τον πρόλογο της έκδοσης)

Ανθολόγηση-μετάφραση: Εύη Μαραγκού
Πρόλογος: Μυρσίνη Γκανά