Ο δημιουργός της Δευτέρας παρουσίας στην Καπέλα Σιστίνα, ο συγγραφέας των πανέμορφων σονέτων, ο εμπνευστής και ιθύνων νους της περίφημης Πιετά και του εμβληματικού Δαβίδ αποτελεί τον πρωταγωνιστή του Ενάρ, παραμένει πάντα πηγή έμπνευσης για τον κόσμο μέχρι και σήμερα. Ο συγγραφέας αφηγείται την παραμονή του κορυφαίου γλύπτη, ζωγράφου, αρχιτέκτονα και ποιητή της Αναγέννησης μέσα από το επεισόδιο της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη όπου κλήθηκε από τον σουλτάνο να σχεδιάσει μια γέφυρα στον Κεράτιο κόλπο. Αυτός ο μεγαλειώδης καλλιτέχνης και στοχαστής σε ηλικία 30 χρονών ταξιδεύει στην κατακτημένη πια πόλη από τους Οθωμανούς για να προσπαθήσει να γράψει μία ακόμα λαμπρή ιστορία στο τετράδιο της καλλιτεχνικής του παραγωγής.

Ένας μοναχικός και φιλόδοξος άνθρωπος ονόματι Μικελάντζελο

Διωγμένος από τον τόπο του την Ιταλία και τη Ρώμη όπου ο Πάπας αρνήθηκε να τον δει ο Μιχαήλ Άγγελος μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη προσκεκλημένος από τον Σουλτάνο να αναλάβει ένα μεγαλειώδες εγχείρημα, τον σχεδιασμό και την κατασκευή μιας επιβλητικής γέφυρας στον Κεράτιο Κόλπο. Είναι για τον ίδιο μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποδείξει πως το έργο του και η φήμη του ως καλλιτέχνη έχει γίνει γνωστή στα πέρατα του κόσμου, στους αλλόθρησκους εν προκειμένω. Είναι μια μοναδική διαφυγή από το επιθετικό και εχθρικό ως προς εκείνον περιβάλλον της αυλής του Πάπα, ο οποίος τον περιφρονεί και τον παραγκωνίζει δίχως λόγο ενώ του οφείλει χρήματα. Αυτή η δυσμένεια δεν θα τον πτοήσει καθόλου όταν λαμβάνει το γράμμα που του ανοίγει την θύρα της αναγνώρισης, όχι μόνο ως ζωγράφου και γλύπτη αλλά και ως αρχιτέκτονα.

Στην Κωνσταντινούπολη θα έρθει σε επαφή με το περιβάλλον του Σουλτάνου και θα γίνει δεκτός μετ’ επαίνων αλλά για ακόμα μια φορά όχι χωρίς προβλήματα και κωλύματα. Για τον ίδιο όμως το φιλόδοξο αυτό σχέδιο είναι η απόδειξη πως στα 30 του χρόνια έχει τα εχέγγυα να ανακτήσει τη χαμένη αίγλη του στη χώρα του μέσω αυτού του καλέσματος. Και ο δρόμος αυτός περνάει μέσα από την Κωνσταντινούπολη όπου παραμένει για αρκετό καιρό και στρώνεται στη δουλειά για να φανεί αντάξιος των προσδοκιών και να κερδίσει χρήματα. Μοναχικός και απομονωμένος, αφοσιωμένος και ταγμένος στο έργο του, ο Μιχαήλ Άγγελος δεν είναι ένας εύκολος χαρακτήρας και παλεύει με τον εσωτερικό του κόσμο για τη θέση του στον κόσμο και την τέχνη. Είναι σωστό που υπηρετεί την αυλή του Σουλτάνου; Μήπως προδίδει την αυτού Εξοχότητα τον Πάπα; Πλείστα ερωτήματα υπαρξιακά και σωστής συμπεριφοράς τον διακατέχουν.

«Είσαι κλειστός σαν στρείδι. Κι όμως, θα σου ήταν εύκολο να ανοίξεις μια μακροσκοπική σχισμή για να τρυπώσει η ζωή. Μαντεύω το πεπρωμένο σου. Θα παραμείνεις στο φως, θα σε δοξάσουν, θα γίνεις πλούσιος. Το όνομά σου, τρανό σαν φρούριο τετράψηλο, θα μας καλύψει με τη σκιά του. Θα ξεχάσουμε τι έχεις δει εδώ. Οι στιγμές αυτές θα χαθούν. Κι εσύ ο ίδιος θα ξεχάσεις τη φωνή μου, το κορμί που πόθησες, τα σκιρτήματά σου, τους δισταγμούς σου. Θα ήθελα τόσο να κρατήσεις κάτι. Να πάρεις μαζί σου ένα κομμάτι μου. Να ταξιδέψει ο μακρινός μου τόπος μέσα από εσένα».

Αυτά τα λόγια απευθύνονται στον απόμακρο πλην ερωτευμένο Μιχαήλ Άγγελο που θέλει να αφεθεί στον έρωτα πλην όμως τον φοβάται όπως την Κόλαση. Κατέχεται από έναν διακαή πόθο να ενδώσει αλλά κάποια φωνή μέσα του τον συνετίζει. Βρίσκεται σε σύγχυση για τις επιθυμίες του, είναι όμηρος των αγωνιών του και των πιο μύχιων σκέψεών του.

Η υπέρτατη σημασία μιας γέφυρας

Ανένδοτος στον αγώνα του για αναγνώριση και υψηλή καλλιτεχνική παραγωγή δεν θα μπορούσε να αρνηθεί στον Σουλτάνο τις υπηρεσίες του ειδικά σε μια περίοδο όπου δεν είχε την οικονομική άνεση που θα αποκτούσε αργότερα. Αλλά το σημαντικό δεν είναι εκεί, η γέφυρα αυτή είναι η απόλυτη προπόνηση και η υπέρτατη αποστολή για έναν φιλόσοφο του σχεδίου, της ζωής και της τέχνης. Ο λόγος της άφιξής του ήταν τα χρήματα αλλά η Κωνσταντινούπολη τον συναρπάζει, του προκαλεί ρίγη και τον συγκλονίζει ούσα εκθαμβωτική και «πορφυροπλούμιστη». Και έτσι ρίχνεται με όλο του το είναι σε ένα σχέδιο που τον κατακαίει δημιουργικά. «Η αρχιτεκτονική είναι η τέχνη της ισορροπίας ͘  όπως το σώμα ορίζεται από συγκεκριμένους κανόνες που διασφαλίζουν στην αρμονία.

Η μεθοδική οργάνωση είναι το κλειδί της επιτυχίας μιας πρόσοψης, η ομορφιά ενός ναού οφείλεται στην τάξη, στο ταίριασμα των στοιχείων μεταξύ τους, μια γέφυρα χαρακτηρίζεται από τον ρυθμό των αψίδων της, την καμπύλη τους, τη φινέτσα των δοκών, των πτερυγίων, του καταστρώματος».

Ο Μιχαήλ Άγγελος παλεύει με το σχέδιο της γέφυρας, παλεύει όμως και με τα όνειρά του, την αποστολή του, την τελειομανία του, αυτός ο ζηλωτής που πασχίζει με αίμα και ιδρώτα να φέρει εις πέρας αυτό που του έχουν αναθέσει δίχως την παραμικρή έκπτωση στη διάθεσή του και στην προσφορά του. Επιθυμεί να τεθεί εξ’ ολοκλήρου πάνω στο μελάνι και το χαρτί, να καταθέσει την ψυχή του όπως θα κάνει αργότερα στην Καπέλα Σιστίνα, η ζωγραφική της οποίας λίγο έλειψε να του κοστίσει την ίδια του τη ζωή. Κοιμάται και ξυπνάει, βλέπει εφιάλτες και βασανίζεται εντός του για να πετύχει τον στόχο του, μάχεται σαν στρατιώτης στη δική του μάχη και στον δικό του πόλεμο, αυτή η γέφυρα ίσως είναι και η γέφυρα της επιστροφής του στην πατρίδα, την οποία τόσο πολύ έχει νοσταλγήσει.

«Περνώντας πάλι από τον Κεράτιο, ο Μιχαήλ Άγγελος βλέπει το όραμα της γέφυράς του να ίπταται στον πρωινό ήλιο και είναι τόσο ρεαλιστικό, ώστε βουρκώνει. Το οικοδόμημα θα είναι κολοσσιαίο δίχως να είναι εξεζητημένο, ελαφρύ και συγχρόνως συμπαγές. Το σχέδιο επιτέλους του αποκαλύπτεται, λες και η βραδιά τού άνοιξε τα μάτια και του έδωσε αυτοπεποίθηση». Ο συγγραφέας – εδώ αξίζουν συγχαρητήρια στη μεταφράστρια Σοφία Διονυσοπούλου – καταφέρνει να μεταφέρει στο χαρτί τον συναισθηματικό κόσμο, το πάθος και τις εξάρσεις του Μιχαήλ Άγγελου και μας κάνει κοινωνούς της ποιητικότητάς του που εκφράζεται με τρόπο μοναδικό και εξαίσιο.

Όταν δεν σχεδιάζει γράφει, όταν δεν κοιμάται συλλογίζεται και σαν ποτέ δεν χαλαρώνει πέφτει θύμα του έρωτα που τον κατακεραυνώνει. Αυτός ο ξεχωριστός θνητός που λίγο αργότερα θα δεχτεί τη θεία έμπνευση και θα μετουσιώσει την έμπνευση αυτή σε ένα από τα θαύματα του σύγχρονου κόσμου, δεν θα δει ποτέ τη γέφυρα να χτίζεται ούτε και θα δει ξανά την Κωνσταντινούπολη μετά από την επιστροφή του στη Ρώμη. Ο κόσμος όμως θα δει το υπέρτατο μεγαλείο του πνεύματός του να παίρνει σάρκα και οστά στην απόδοση των χρωμάτων και των σωμάτων μέσα από μία καλλιτεχνική συμφωνία εκπληκτικού κάλλους!


Αποσπάσματα

«Τη νύχτα της αναχώρησής του, στην αποβάθρα που βρίσκεται στα ριζά του τείχους, ο θεϊκός Μικελάντζελο δεν είναι παρά ένα πληγωμένο και τρομαγμένο σαρκίο, τυλιγμένο σε μαύρο καφτάνι, που αδημονεί να ανοίξουν πανιά, που αδημονεί να ξαναδεί τη Φλωρεντία».

«Είχε έρθει για τα χρήματα, για να ξεπεράσει τον Ντα Βίντσι και για να εκδικηθεί τον Ιούλιο Β’, και να τώρα που το ίδιο το καθήκον του τον μεταμορφώνει, όπως ακριβώς τον είχανε μεταμορφώσει η Πιετά και ο Δαβίδ. Ο Μιχαήλ Άγγελος πλάθεται από το έργο του».