Ο διάσημος Γερμανός ζωγράφος Πάουλ Κλέε είχε δηλώσει κάποτε πως όσο πιο τρομακτικός γίνεται ο κόσμος τόσο πιο αφηρημένη θα γίνεται η τέχνη. Γιατί ένας κόσμος σε ειρήνη παράγει ρεαλιστική τέχνη. Η πρωταγωνίστρια του Φερράρι Αντόνια είναι ένα πρόσωπο δυναμικό, είναι παρούσα στις δύσκολες στιγμές των μετώπων όπως αυτό της Γιουγκοσλαβίας και με τον φακό της επιχειρεί να απαθανατίσει κάθε τι που φαντάζει για εκείνην σπουδαίο. Κινδυνεύει η ίδια να εκτεθεί και να γίνει θύμα των πολεμικών συρράξεων όμως η φωτογραφία είναι για εκείνην η ιερή αποστολή της και η σταυροφορία της και δεν κάνει εκπτώσεις. Ανήκει στην κατηγορία των ηρωικών προσώπων που πασχίζουν να υπηρετήσουν από το δικό τους μετερίζι τον σκοπό τους και να υπερασπιστούν αυτό που τους υπαγορεύει η συνείδησή τους.

Η δύναμη του μέσου μιας φωτογραφίας στον χρόνο

Ο συγγραφέας γράφει χαρακτηριστικά ως προς την έννοια της φωτογραφικής απεικόνισης των πραγμάτων το παρακάτω: «Ναι, οι εικόνες είναι μια ανοικτή πύλη προς την αιωνιότητα. Η φωτογραφία όμως δεν λέει τίποτα για την αιωνιότητα, ικανοποιείται με το εφήμερο, είναι η μαρτυρία του μη αναστρέψιμου και στέλνει τα πάντα πίσω στην ανυπαρξία». Η φωτογραφία στο κίνημα της Land art υπήρξε ωστόσο η απόδειξη πως το έργο είχε ψυχή και σώμα και τώρα που το πραγματικό έργο αποτελεί πια παρελθόν λόγω των καιρικών συνθηκών η φωτογραφία είναι αυτή που παραμένει εκεί για να θυμίζει τόσο στον καλλιτέχνη όσο και στο κοινό πως κάποτε είχε δημιουργηθεί το έργο αυτό. Είναι κάπως ανάλογο και εδώ διότι η φωτογραφία αν και εφήμερη όπως αναφέρεται έχει μία ιδιαίτερη δυναμική και ενέργεια που αφήνει ανεξίτηλα το σημάδι της στις ψυχές μας.

Ο Φερράρι μέσω της Αντόνια θέλει να αποτίσει φόρο τιμής στο μέσο που λέγεται φωτογραφία και πολλές φορές λογίζεται ως υποδεέστερο των υπολοίπων και χάνει τη μερίδα του λέοντος που του αξίζει ενώ επιθυμεί παράλληλα να θίξει το θέμα των πολέμων και των ανθρώπινων στιγμών που βάφονται με αίμα στο βωμό συμφερόντων που παίζονται από τα κέρδη των συγκρούσεων. Η μεγάλη εικόνα για τον Φερράρι είναι οι άνθρωποι που κρύβονται πίσω από τον φακό, δηλαδή οι φωτογράφοι όπως η Αντόνια, ένα κορίτσι που ονειρευόταν από μικρή να αποκτήσει μία φωτογραφική μηχανή και να στήσει τον φακό της για να απαθανατίσει εκείνο το στιγμιότυπο που στα μάτια της θα γράψει ιστορία. Επίκεντρο του ενδιαφέροντός της αποτελούσαν ανέκαθεν οι άνθρωποι που συναντούσε και που της προκαλούσαν μία ιδιαίτερη γοητεία σε βαθμό πολλές φορές να ντρέπεται να τους φωτογραφίσει και να κλέψει λίγο από την ανώνυμη δόξα τους.

Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας συμπίπτει με την ενηλικίωση της φωτογραφίας μέσα στην Αντόνια, βρίσκεται στα μέτωπα και καλύπτει από κοντά όσα δραματικά εκτυλίσσονται εκεί. Είναι για εκείνη το σχολείο που θα της χαρίσει εμπειρία και έτσι συμπίπτει με την καλλιτεχνική της ωριμότητα, η οποία από εδώ και πέρα θα χαρακτηρίσει το έργο της. Δεν είναι πάντα τολμηρή, της ξεφεύγουν στιγμιότυπα που θα μπορούσαν να της εξασφαλίσουν ακόμα περισσότερη αναγνωρισιμότητα αλλά ίσως είναι αυτή η ευαισθησία της που αποδεικνύει το μεγαλείο της και το γεγονός πως η ίδια δεν αφήνεται να διαβρωθεί με κάθε κόστος από μία επίδοξη αναγνώριση. Φωτογραφίζει όταν νιώθει απολύτως σίγουρη και ασφαλής, όταν μέσα της παρακάμπτονται οι ενδοιασμοί και οι δισταγμοί, όταν απελευθερώνεται στην καρδιά της και την ψυχή της το πουλί της αυτοεπιβεβαίωσης.

Ένα κορίτσι χαρισματικό που φεύγει νωρίς

Η Αντόνια είναι ένα κορίτσι που σαγηνεύει τον αντρικό πληθυσμό γιατί δεν είναι ένα κορίτσι όπως τα άλλα. Η προσωπικότητά της και η σαγήνη που προκαλεί ελκύουν τους άνδρες σαν τις μέλισσες και κολλάνε πάνω της. Η ίδια είναι αφοσιωμένη στη ζωή και τη φωτογραφία, που για αυτήν είναι αναμφίβολα η δεύτερη φύση της μέσα στον κυκεώνα των εξελίξεων. Οι άντρες έρχονται σε δεύτερη μοίρα αλλά δεν παύει να απολαμβάνει τη ζωή ήδη από την εφηβεία της και να γίνεται σημείο αναφοράς. Η Αντόνια είναι ένα αστέρι της φωτογραφίας και αυτό το χάρισμά της το αναγνωρίζουν όλοι ίσως εκτός από την ίδια που πολλές φορές αμφισβητεί τον εαυτό της λέγοντας: «Έχω τη ματιά. Αλλά το χέρι δεν ακολουθεί πάντα. Οπότε η ματιά δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Δεν έχω το χάρισμα».

Ο πρόωρος χαμός της είναι ένα γερό χτύπημα για όλους, είναι ένα ηχηρό ράπισμα σε όλους εκείνους που πίστευαν σε εκείνη αν και εκείνη δεν ήταν και τόσο θρήσκα. Ωστόσο, ο νονός και εραστής της υπήρξε ο πιο ένθερμος θαυμαστής της και εκείνη έβλεπε στο πρόσωπό του τον άντρα που την συνέδραμε στο δύσκολο έργο της γυναικείας της ύπαρξης, στο ρόλο της ως γυναίκα. Στον πόλεμο όπου θα πάει θα αναζητήσει το κάτι παραπάνω και πηγαίνει γνωρίζοντας πως επιχειρεί ένα μετέωρο βήμα πελαργού μακριά από την θαλπωρή των δικών της, ανοίγει τα φτερά της και το πόσο μακριά θα πετάξει είναι στο χέρι της και στον φακό της. «Πήγε εκεί για να φωτογραφίσει τον πόλεμο, να κρατήσει τα ίχνη αυτού που συμβαίνει. Πήγε όμως και για να ζήσει μια ζωή διαφορετική από τη δική της».

Αποσπάσματα

«Πώς φτάνει κανείς στον πόλεμο; Από ποιον δρόμο; Υπάρχει κάτι ενδιάμεσο, ένα σύνορο, μια πύλη που πρέπει να περάσεις και πίσω από την οποία εκτείνονται τα αναγνωρισμένα εδάφη του;»

«Αν είχε υπάρξει μια φωτογραφία του θανάτου του Χριστού, δεν θα είχε δείξει τίποτ’ άλλο από ένα βασανισμένο πτώμα παραδομένο στον αιώνιο θάνατο. Στις φωτογραφίες, οι ίδιοι οι ζωντανοί μεταμορφώνονται σε πτώματα επειδή κάθε φορά που ανοιγοκλείνει το κλείστρο, έχει ήδη περάσει ο θάνατος».


Διαβάστε περισσότερα:

Κατ’ εικόνα του – Ζερόμ Φερραρί