Από το πολύκροτο μυθιστόρημά του «Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» ο Ζαν Μισέλ Γκενασιά είχε πείσει τους πάντες πως είναι ένας επιτήδειος χρονικογράφος της περασμένης αλλά όχι ξεχασμένης καθημερινότητας. Συλλέκτης συνηθειών, αναμνήσεων, μικρών επεισοδίων κοντολογίς όλων εκείνων των συστατικών από τα οποία φτιάχνεται η εφήμερη ζωή μας. Από το μακρινό πια 2009 ο Γκενασιά θα κοιτάζει τον συγγραφικό του εαυτό βρίσκοντας σημαντικές διαφορές, που οφείλονται εν μέρει στην εξέλιξη ενός ανθρώπου μέσα στα χρόνια.

Το νέο αυτό μυθιστόρημα με τίτλο «Κι ο θεός βοηθός» ανακτά απευθείας τον χρόνο με την έννοια ότι όλα εξιστορούνται στην απατηλή χώρα του ενεστώτα. Τίποτα φυσικά δεν συμβαίνει τη στιγμή της αφήγησης. Έχει παρέλθει ένας αιώνας από τις απαρχές αυτής της ιστορίας, και μέσα στη διαδοχή των γενεών, χαρακτήρες πλάθονται και εξαφανίζονται, όπως ακριβώς ισχύει στη μακροσκοπική θέαση της πραγματικότητας. Το μυθιστόρημα τεμαχίζεται σε επτά διακριτά μέρη ή αλλιώς επτά ενότητες ή επτά διαφορετικούς κόσμους. Ο κάθε κόσμος δεν συνιστά απαραίτητα αλλαγή προσώπων. Αλλάζει ο κόσμος ακόμα κι όταν τα ίδια πρόσωπα αλλάζουν κατεύθυνση ή προτεραιότητες, αλλάζει ακόμα κι όταν αλλάζουν οι σχέσεις που συνέχουν τα πρόσωπα ή οι ιδέες από τις οποίες αυτά εμφορούνται.

Ο Γκενασιά διηγείται απλά το αναπόφευκτο της μοίρας. Υπάρχει ένα αξιοσημείωτο ποσοστό τυχαιότητας σε όσα ζούμε και απολαμβάνουμε ή υπομένουμε. Με μια έννοια ο έρωτας, η οικογένεια, η ευτυχία, η δυστυχία και ο θάνατος υπάγονται στη νόμιμη μοίρα του ανθρώπου. Κληρονομούμε από κάποια ανώτερη δύναμη το μερίδιό μας και δεν θα έπρεπε να παραπονιόμαστε γι αυτό ούτε να μεμψιμοιρούμε.

Όλα αυτά βέβαια, θα έλεγαν κάποιοι, είναι φιλοσοφία της αοριστίας. Η μόνη ρεαλιστική δύναμη είναι η Ιστορία. Αυτή κινεί τα νήματα, αυτή μοιράζει τους ρόλους, αυτή αναδεικνύει συχνά τους ασήμαντους ηγέτες τους διεφθαρμένους προνομιούχους, αλλά και τους αφανείς ήρωες, αυτή εναλλάσσει κατά το δοκούν την ειρήνη με τον πόλεμο. Ο Γκενασιά δεν παραλείπει να την κρατά στο προσκήνιο σε όλο του το βιβλίο. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, το μεσοδιάστημα μιας απατηλής ειρήνης, η μεταπολεμική παράνοια των εξοπλισμών είναι μερικά από τα δεδομένα που ρίχνει στο τραπέζι της αφήγησης.

Απέναντι στη μεγάλη Ιστορία και η μικρή Ιστορία των απλών ανθρώπων. Η Ιρέν και ο Ζορζ, ο Αδάμ και η Εύα σε αυτό το μυθιστόρημα, και πίσω τους η Αρλέν, ο Ντανιέλ, ο Τομά, η Μαρί και τόσοι άλλοι, καθένας από τους οποίους ακολουθεί το δρόμο της επιβίωσης, ζώντας αναυθεντικά όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ, κλείνοντας τα μάτια στο αναπόφευκτο τέλος που θα έρθει κάποτε. Σε αυτό το αλαλούμ των χαρακτήρων τίποτε δεν είναι δεδομένο. Οι δεσμοί δεν σχηματίζονται απαραίτητα από δυνατά συναισθήματα. Μεσολαβεί ο ανθρώπινος εγωισμός που συνήθως όλα τα καταστρέφει, η υστεροβουλία που όλα τα αναβάλλει, οι συνθήκες που με την παντοδυναμία τους καθορίζουν τα πάντα. Τα παιδιά γεννιούνται από ανθρώπους που δεν αγαπήθηκαν πραγματικά, οι οικογενειακές σχέσεις διατηρούνται σε πείσμα της απουσίας οποιουδήποτε βαθύτερου δεσμού, οι άνθρωποι αδυνατούν να πάρουν το δρόμο που τους αξίζει, χάνονται ακόμα και μεγαλοφυΐες μες στον παράλογο συντηρητισμό και στις προκαταλήψεις. Ποιος νικά στο τέλος; Νικά αυτός που αντέχει στη δοκιμασία αλλά έχει και την τύχη με το μέρος του. «Δεν χάνουμε όταν μας νικούν, χάνουμε όταν εγκαταλείπουμε τον αγώνα», μας λέει ο Γκενασιά.

Το βιβλίο του είναι μια όμορφη διαδρομή που θα ήταν καλύτερα να τελειώσει χωρίς επιμύθιο. Ακόμα και αν θεωρήσουμε πως η τραγωδία δεν έχει πεθάνει αλλά έχει περάσει στο μυθιστόρημα, δεν χρειάζεται να ακολουθούμε τον αφηγηματικό τρόπο των αρχαίων τραγωδών, τη στιγμή που το μυθιστόρημα δεν «διδάσκεται» ενώπιον του κοινού αλλά διαβάζεται κατά μόνας. Η μεταφραστική δεινότητα της Χαράς Σκιαδέλλη πλήττεται μόνο από ελάχιστες αβλεψίες που πρέπει να παραβλέψουμε, αφού καταφέρνει να μεταφέρει όλη τη δροσιά και την ζωντάνια του κειμένου στη γλώσσα μας.

Διαβάστε επίσης:

Ζαν-Μισέλ Γκενασιά – «Και ο Θεός βοηθός»: Ένα λογοτεχνικό έπος ενός αιώνα