«Η βασίλισσα της ομορφιάς», (The Beauty Queen of Leenane), του Ιρλανδού συγγραφέα και σκηνοθέτη Martin McDonagh, παρουσιάζεται στο Επί Κολωνώ, από την ομάδα ΝΑΜΑ. Τη μετάφραση υπογράφει το σύνολο των συντελεστών. Παίζουν οι Σοφία Σεϊρλή, Αγορίτσα Οικονόμου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και Γιώργος Κατσής.

Το Έργο

Ο Μάρτιν Μακ Ντόνα, (Λονδίνο, 1970- ), ασχολείται με το ζήτημα των σχέσεων και τη μορφή της συμβίωσης που δυνητικά γίνεται σαρκοφαγική. Τον ενδιαφέρει η αποτύπωση της βίας σε όλες της τις εκφάνσεις και πώς όλο αυτό επηρεάζει σώμα, πνεύμα και ψυχή. «Η βασίλισσα της ομορφιάς», είναι έργο οξύ, συμβατότατο με την πορεία της ιρλανδικής δραματουργίας, παρουσιάστηκε το 1996 στην Ιρλανδία και μετέπειτα στο Λονδίνο. Η επιτυχία ήταν και καλλιτεχνική και εισπρακτική, για το νεαρότατο συγγραφέα που ήταν τότε μόνο εικοσιέξι ετών.

Πρόκειται για ένα θεατρικό σύγγραμμα που αγγίζει τα όρια του υπαρξιακού ζωτικού χώρου και την αναγκαία προσωπική «αναπνοή». Τα ηθικά διλήμματα, οι ενοχές, οι διαψευσμένες προσδοκίες και τα απειλητικά στερεότυπα της επαρχίας, έχουν τον πρώτο λόγο. Ασχολείται με το ζήτημα της αγάπης, τη διαφορά της από την εξάρτηση, την παράνοια του πάθους και το καταρρακωμένο γόητρο της ανθρώπινης ζωής.

Η Μάγκυ Φόλαν και η κόρη της Μωρήν, συγκατοικούν, αιχμάλωτες μιας αρρωστημένης συμβιωτικής ζωής, χωρίς χαρά, παρά μόνο κακοποίηση, μίσος και δυστυχία. Η καχυποψία πρωταγωνιστεί παρέα με τις κοινωνικές αγκυλώσεις που ελέγχουν ζωές και όνειρα απόδρασης. Η ηλικιωμένη Μάγκυ έχει μετατραπεί σε κανονικό τύραννο, καθώς η δυστροπία και οι φοβίες της την ξεπερνάνε. Το δαιμονικό χαρακτήρα της μητέρα της η σαραντάχρονη Μωρήν τον αντιμετωπίζει με σφοδρή επιθετικότητα, καθώς το κλίμα είναι τρομακτικά δυσβάστακτο και η όποια αυτονόμησή της φαντάζει μακρινό όνειρο.

Σκηνοθεσία

Την αιχμηρότατη και καυστική γλώσσα του Μακ Ντόνα, η Ελένη Σκότη, την εικονοποιεί, με μαεστρία δίνοντας μεγάλη προσοχή στο λόγο, την έκφραση και την κίνηση, σκηνικά. Η αναπαράσταση αυτού του ασφυκτικού τοπίου με τα ποικίλα αδιέξοδα, κάνει το θεατή συμμέτοχο σε μια κατάσταση με οσμή νεκρική. Σαρκασμός και ειρωνεία χωρίς τέλος, εδραιώνουν κατάφωρα τον εγκλεισμό της μάνας και της κόρης, σε άθλιο τρόπο ζωής, χωρίς γυρισμό.

Την τραγικότητά τους αποδίδει καίρια η σκηνοθετική γραμμή, επισημαίνοντας τη σκοτεινιά των χαρακτήρων και την άκαμπτη επαρχιώτικη νοοτροπία της μικρής πόλης. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’90, στην ιρλανδική Leenane. Το θέμα δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο, εκείνο όμως που του δίνει αξία είναι η ωμότητα της παρουσίασης των συναισθημάτων, των ιδεών και των γεγονότων. Αυτή η τολμηρή προσέγγιση αφορά στην τεχνική του θεάτρου, in yer face, που αναπτύχθηκε στην Αγγλία τη δεκαετία του ’90 (Σάρα Κέιν, Μαρκ Ρέιβενχιλ).

Είναι το θέατρο που σε τραβάει από το γιακά και δεν σου αφήνει περιθώρια να αγνοήσεις ή να ωραιοποιήσεις θεμελιώδη / προβληματικά κοινωνικά ζητήματα. Οι απανωτές ανατροπές προωθούν την πλοκή και η υποδομή των αισθημάτων κλιμακώνεται καταιγιστικά. Το βλοσυρό, καταπιεσμένο, μικροαστικό και στείρο σύμπαν αναπαρίσταται αριστοτεχνικά. Η σκηνοθέτιδα, όμως, κατάφερε να διανθίσει όλη αυτή την φρενίτιδα με ένα λειτουργικό χιούμορ, ικανό να εκτονώνει ενίοτε την αφόρητη ένταση και θλίψη.

Ερμηνείες

Οι Σοφία Σεϊρλή και Αγορίτσα Οικονόμου, είναι απλώς καταπληκτικές, δεν περιγράφεται η ταύτισή τους με τους χαρακτήρες που υποδύονται. Βάθος, συνέπεια, μεστή ερμηνεία, όλα εκφράζουν ένα ντουέτο ήθους και ολοκληρωμένης υποκριτικής ποιότητας. Είναι γήινες, εύστοχες, ατόφιες, σκηνικά πληθωρικές, δηκτικές, διάφανα εκδικητικές και συντονισμένες. Έτσι γονιμοποιούνται με ευθυβολία και ευχέρεια τόσο η κύρια ιδέα, αλλά και τα επί μέρους συνημμένα νοηματικά θέματα. Η συνάντησή των δύο αξιόλογων ηθοποιών μπορεί άνετα να θεωρηθεί ως μία ευτυχής καλλιτεχνική συνεύρεση.

Ο Πάτο Ντούλη του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, ακριβής, εστιασμένος στο ερμηνευτικό του κέντρο, ευαίσθητος και πειθαρχημένος ανταποκρίνεται στο γενικό concept του θεατρικού πυρήνα. Αξιοπρόσεκτη η παρουσία του Γιώργου Κατσή που υποδύεται τον αθυρόστομο Ρέι, αδελφό του Πάτο. Ο νεαρός ηθοποιός είναι πολύ καλός στο ρόλο του, αυθόρμητος, διεισδυτικός και σκηνικά εύκαμπτος. Άνετα κερδίζει την προσοχή του κοινού.

Συντελεστές

Η διεύθυνση παραγωγής είναι του Γιώργου Χατζηνικολάου, όπως και τα λιτά, αλλά κατάλληλα για την περίσταση σκηνικά και τα ενδεικτικά κοστούμια. Οι καίριοι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, αναδεικνύουν τις λεπτομέρειες, τα πρόσωπα και τη δυναμική του σκηνικού χώρου. Η μουσική και η επιμέλεια του ήχου ανήκουν στον Στέλιο Γιαννουλάκη που εύστοχα ενδύει την αλήθεια αυτής της ιλιγγιώδους θεατρικής πράξης.

Αξιολόγηση

«Η βασίλισσα της ομορφιάς», ένα σκληρό δράμα με στοιχεία μαύρης κωμωδίας, καίρια μετάφραση, σωστά ενορχηστρωμένη σκηνοθεσία, ολοκληρωμένες ερμηνείες και απρόβλεπτο φινάλε. Είναι από εκείνα τα ρεαλιστικά θεατρικά έργα που με την εύγλωττη απλότητά τους αφήνουν το ανεξίτηλο στίγμα τους. Ένα στίγμα σε μια τραγική εποχή, όπου η ηθική αναλγησία, η βία και ο εκφοβισμός, αποτελούν την επιτομή της σύγχρονης «πολιτισμένης» κοινωνίας.


Διαβάστε επίσης:
Η Βασίλισσα της ομορφιάς, του Μάρτιν ΜακΝτόνα στο Θέατρο Επί Κολωνώ

Αγορίτσα Οικονόμου: Το θέατρο καλλιεργεί την εσωτερική αναζήτηση, αυτή μόνο μπορεί να φέρει αλλαγή