Με το έργο «Η Βασίλισσα της ομορφιάς» ο Ιρλανδός Μάρτιν ΜακΝτόνα έγινε ο μοναδικός συγγραφέας μετά τον Σαίξπηρ, που σε ηλικία μόλις 26 χρόνων, είδε ν’ ανεβαίνουν στο Λονδίνο, μέσα στην ίδια χρονιά, τέσσερα έργα του. Το Θέατρο Επί Κολωνώ ανεβάζει αυτό το διαμάντι της σύγχρονης παγκόσμιας δραματουργίας, έχοντας στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Μωρήν την ηθοποιό Αγορίτσα Οικονόμου.

Το έργο πραγματεύεται τη νοσηρή σχέση της Μωρήν με τη μητέρας της Μαγκ Φόλαν, που όπως την χαρακτηρίζει η ηθοποιός είναι «μια σχέση αρρωστημένης αλληλεξάρτησης, ανθρωποφαγική. Μια ναρκισσιστική μητέρα, μια παθητικά επιθετική κόρη, μια σχέση αγάπης-μίσους που μ’ έναν λοξό τρόπο τις «θρέφει» για χρόνια».  Την παθητικότητα της Μωρήν έρχεται να ανατρέψει ο έρωτας ως την ύστατη ευκαιρία ελευθερίας και ευτυχίας: «Η θέση που έχει η αγάπη και ο έρωτας σ’ ένα τόσο σκοτεινό έργο είναι πρωταρχική, θεμελιώδης. Είναι το α και το ω, το ζητούμενο, το φως στο τούνελ, το βαθύτερο θέλω των ηρώων, διαφορετικό βεβαίως για τον καθένα τους και στον τρόπο που το εκφράζουν και στον τρόπο που το διεκδικούν. Είναι η απόλυτη ανάγκη τους». Λίγο πριν την πρεμιέρα, η Αγορίτσα Οικονόμου μίλησε μαζί μας για την παράσταση, τα όνειρα της, αλλά και για το αν υπάρχει κάποιο κομμάτι του έργου, που την αγγίζει περισσότερο.


-Το έργο «Η βασίλισσα ομορφιάς» έχει γράψει ο Μάρτιν ΜακΝτόνα, που σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο πολύπλευρα ταλέντα της Μεγάλης Βρετανίας. Γνωρίζετε το έργο του ΜακΝτόνα γενικότερα; Υπάρχει κάτι που να θαυμάζετε σε αυτό;

Ο Μακ Ντόνα είναι ένας πολυβραβευμένος συγγραφέας θεατρικών- και όχι μόνο- έργων. Αυτό που θαυμάζω στη γραφή του είναι ο σύγχρονος λόγος του, ο τρόπος που επιλέγει να «χρωματίσει» τις ιστορίες του χρησιμοποιώντας από τα πιο σκοτεινά και ζοφερά χρώματα ως τα πιο χαρούμενα και ζωηρά. Θαυμάζω τη γενναιότητα με την οποία αγαπά, αποδέχεται, κατανοεί τον άνθρωπο και όλο αυτό με χιούμορ…

-Δώστε μας το ψυχολογικό πορτρέτο του χαρακτήρα που υποδύεστε.

Υποδύομαι τη Μορίν Φόλαν, μια 40χρονη Ιρλανδή με θέματα ψυχικής υγείας, υπερευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας, κακοποιημένη ψυχικά και νοητικά απ’ τη μητέρα της. Διψά για αγάπη, στερείται τον έρωτα, τον προσωπικό χώρο και χρόνο και παρ’ όλα αυτά ονειρεύεται και διεκδικεί τ’ όνειρό της.

-Πως θα περιγράφατε την σχέση της Μωρήν με την μητέρας της Μαγκ Φόλαν;

Η σχέση της Μορίν με την μητέρα της, Μαγκ, είναι μια σχέση αρρωστημένης αλληλεξάρτησης, ανθρωποφαγική. Μια ναρκισσιστική μητέρα, μια παθητικά επιθετική κόρη, μια σχέση αγάπης-μίσους που μ’ έναν λοξό τρόπο τις «θρέφει» για χρόνια.

-Τι πιστεύετε πως θέλει να «εκφράσει» ο ΜακΝτόνμα μέσα από την τόσο νοσηρή σχέση;

Σίγουρα δε μπορώ να μπω στο μυαλό του συγγραφέα. Ο ρόλος του θεάτρου, όμως, είναι κατεξοχήν θεραπευτικός. Αφουγκράζεται όλα όσα βρίσκονται στην ανθρώπινη ψυχή και ταλανίζουν τον νου του, είναι μοχλός κινητοποίησης, καλλιεργεί την πνευματική και συναισθηματική εγρήγορση, στέλνει μηνύματα στον κόσμο ν’ αλλάξει, φτάνει να το θέλει. Καθένας, άλλωστε, μπορεί να έχει υποστεί κακοποίηση ή να έχει λειτουργήσει κακοποιητικά απέναντι σε κάποιον άλλον σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Το θέατρο καλλιεργεί την εσωτερική αναζήτηση. Αυτή μόνο μπορεί να φέρει την αλλαγή.

-Στο έργο, έχετε μια συγκεκριμένη σκηνή, στιγμή ή γραμμή που αισθάνεστε ότι σας αγγίζει περισσότερο;

Κατ’ αρχάς, να πω πως με συγκινεί το ίδιο το έργο, βεβαίως και υπάρχουν πολλές σκηνές που με αγγίζουν για διαφορετικούς λόγους, πολύ προσωπικούς και δεν αφορούν μόνο το δικό μου, αλλά όλους τους χαρακτήρες του έργου. Θα μου επιτρέψετε να μην σας τους αποκαλύψω..

-Τι θέση έχει η αγάπη και ο έρωτας σε ένα τόσο σκοτεινό έργο;

Η θέση που έχει η αγάπη και ο έρωτας σ’ ένα τόσο σκοτεινό έργο είναι πρωταρχική, θεμελιώδης. Είναι το α και το ω, το ζητούμενο, το φως στο τούνελ, το βαθύτερο θέλω των ηρώων, διαφορετικό βεβαίως για τον καθένα τους και στον τρόπο που το εκφράζουν και στον τρόπο που το διεκδικούν. Είναι η απόλυτη ανάγκη τους.

–  Τι σας εκπλήσσει ακόμα στον χώρο του θεάτρου;

Μ’ εκπλήσσει πάντα η χαρά της δημιουργίας, η χαρά της στιγμής που μοιραζόμαστε στην σκηνή μια αλήθεια, μια καλή επικοινωνία, έναν κοινό στόχο.

-Τι σας ενέπνευσε να γίνετε ηθοποιός;

Δεν με ενέπνευσε κάτι συγκεκριμένο στο να γίνω ηθοποιός. Ήθελα ν’ ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο, χωρίς να ξέρω το γιατί και για κάποιον άγνωστο λόγο ένοιωθα καλά μέσα σ’ αυτόν.

-Τι προσδοκίες και όνειρα έχετε για το μέλλον;

Προσδοκώ να σταθούμε στο ύψος αυτών που θα έρθουν και ονειρεύομαι με αισιοδοξία το μέλλον μας.


Διαβάστε επίσης:

Η Βασίλισσα της ομορφιάς, του Μάρτιν ΜακΝτόνα στο Θέατρο Επί Κολωνώ


Φωτογραφία θέματος: Πάτροκλος Σκαφίδας