Είναι γνωστό ότι η νεωτερικότητα δεν αγάπησε ποτέ την αφήγηση. Την καταδίωξε απηνώς για δεκαετίες μέχρι να επιβάλει τη θραυσματική πραγματικότητα των αφηγημάτων, τα οποία διαβάζουμε σήμερα στα βιβλία αλλά και στον ψηφιακό κόσμο. Δεν ήταν βέβαια δύσκολο να γίνει αυτό στην κοινωνία της πληροφορίας. Ούτε είναι τυχαίο πως ο Τ.Σ. Έλιοτ ολοφύρεται στα Χορικά του βράχου γράφοντας: «Πού είναι η σοφία που χάσαμε στη γνώση/πού είναι η γνώση που χάσαμε στην πληροφορία;»
Ο Μπιουνγκ Τσουλ Χαν ξεκαθαρίζει από την αρχή πως η αφήγηση και η πληροφορία είναι αντιτιθέμενες δυνάμεις. Ο συγγραφέας του βιβλίου δεν εμπιστεύεται φυσικά ούτε το storytelling, με το οποίο ο καπιταλισμός σφετερίζεται την αφήγηση, υποτάσσοντάς την στο δόγμα της κατανάλωσης. Ο σύγχρονος αναγνώστης διακατέχεται πρωτίστως από περιέργεια και αυτό είναι αρκετό για να αναζητήσει την πληροφορία και όχι την αφήγηση. Η αφήγηση άλλωστε δεν εξηγεί τα πάντα, κάτι που αποτελεί συστατικό στοιχείο της τέχνης της. Ο Μπιουνγκ Τσουλ Χαν παραθέτει ένα αριστουργηματικό επεισόδιο από τις ιστορίες του Ηροδότου που επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.
Στο πρώτο μισό του βιβλίου, οδηγός είναι ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, που εκτός των άλλων επισημαίνει την ένδεια ουσιαστικής εμπειρίας στην εποχή της νεωτερικότητας. Στο παιχνίδι της διακειμενικότητας μπαίνει και ο Μαρσέλ Προυστ που αντιλαμβάνεται τη διάσωση του παρελθόντος ως καθήκον του αφηγητή. Ο Κορεάτης συγγραφέας επισημαίνει το γεγονός ότι ο Ανακτημένος Χρόνος του Προυστ δημοσιεύεται το 1927, την ίδια χρονιά με το Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ. Το μυθιστόρημα και η φιλοσοφία αναζητά την έννοια του χρόνου για τον οποίο ο Άγιος Αυγουστίνος είχε πει: «Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Αν δεν με ρωτάει κανείς, γνωρίζω. Αν ήθελα να εξηγήσω σε κάποιον που ρωτάει, δεν γνωρίζω». Στην νεωτερική μας εποχή, η ψηφιοποίηση οξύνει την ατροφία του χρόνου. Οι αναρτήσεις, οι selfies τρέφουν το εφήμερο και τρέφονται από αυτό. Ο Homo sapiens γίνεται phono sapiens όλα περιστρέφονται γύρω από την αποθέωση της στιγμής, χωρίς μνήμη, χωρίς διάρκεια, χωρίς αφήγηση.
Η ανθρώπινη μνήμη σε σχέση με την ψηφιακή είναι επιλεκτική, και η αφήγηση που εκπορεύεται από αυτήν περιέχει κατ’ ανάγκη κενά. Στην ψηφιακή ύστερη νεωτερικότητα η ζωή χάνει κάθε πραγματικό νόημα και όλα κατακερματίζονται σε αναρτήσεις, likes και κοινοποιήσεις. Ενδεικτική η διαφορά της πορνογραφίας από τον ερωτισμό, που επισημαίνει ο Μπιουνγκ Τσουλ Χαν. Η πορνογραφία δεν έχει κάτι να αφηγηθεί, μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, ενώ ο ερωτισμός ως αφήγηση χρονοτριβεί σε ασήμαντες λεπτομέρειες. Οι ιστορίες που αφηγούμασταν παλιότερα είναι το αντίθετο της πληροφορίας καθώς έχουν αρχή μέση και τέλος.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Ο Κορεάτης συγγραφέας διαχωρίζει το ανθρώπινο πνεύμα από την νοημοσύνη εξηγώντας πως μόνο το πνεύμα, και όχι η νοημοσύνη, έχει τη δυνατότητα να αναδιατάξει τα πράγματα και να τα αφηγηθεί εκ νέου. Στη ρητορική υπέρ της αφήγησης συμβάλλει και ο Φρόιντ που αντιλήφθηκε και ανέδειξε τον θεραπευτικό της ρόλο. Με αφετηρία την πλατωνική αφήγηση των ιδεών ο Μπιουνγκ Τσουλ Χαν πραγματεύεται και τον αφηγηματικό χαρακτήρα της φιλοσοφίας. Καταφέρεται εναντίον της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας που απλά διαχειρίζεται την Ιστορία του πνεύματος και αποδεικνύει τη γραφειοκρατική φύση της.
Η αντικατάσταση της αυθεντικής αφήγησης με το storytelling οδηγεί στην εργαλειοποίηση της εξιστόρησης. Τα αφηγήματα που παράγει η μόδα του storytelling έχουν συνήθως την τύχη της πληροφορίας. Είναι εφήμερα, τυχαία και αναλώσιμα. Στην εποχή της νεωτερικότητας η αφήγηση βρίσκεται σε διαρκή κρίση και μαζί της η ζωή μας αλλά και το μέλλον μας σε αυτό τον πλανήτη.
Η μετάφραση του Βασίλη Τσαλή υποδειγματική ανταποκρίνεται στην ποιότητα της σκέψης του συγγραφέα αλλά και στις γλωσσικές αρετές του κειμένου.
Διαβάστε επίσης:
Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν: Κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η Κρίση της αφήγησης»