Έγινε γνωστός ως γκραφίστας, μέλος του δίδυμου SAMO (σύντομη παραλλαγή του same old shit), που βομβάρδιζε τις πόρτες και τους τοίχους της Ανατολικής Πλευράς του Μανχάταν με αινιγματικές φράσεις. Ήταν ένα παιδί του δρόμου, ένας έφηβος που το έσκασε από το σπίτι του και κοιμόταν στα παγκάκια της Tompkins Square, πουλώντας τα μπλουζάκια που ζωγράφιζε για να ζήσει.

Ήταν όμως και ένας χαρισματικός αυτοδίδακτος ζωγράφος που έγινε επιστήθιος φίλος με τον μέντορα της ποπ-αρτ, Άντι Γουόρχολ, πραγματοποίησε εκθέσεις σε μερικές από τις διασημότερες γκαλερί και τελικά έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «New York Times», για το άρθρο «Νέα Τέχνη, Νέο Χρήμα: Το Μάρκετινγκ ενός Αμερικανού Καλλιτέχνη».

Ο λόγος για τον Ζαν Μισέλ Μπασκιά, το παιδί θαύμα της αντεργκράουντ καλλιτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης του 1980. Η αντισυμβατική ζωή του αποτελεί μία διαδρομή-αστραπή από τους δρόμους του Μανχάταν στα σαλόνια της καλλιτεχνικής ελίτ της δεκαετίας του ’80. Μία διαδρομή που έληξε σύντομα, δίνοντάς του μία αιώνια συνδρομή στο κλαμπ του καταραμένου 27.

Η Ειρωνεία ενός Νέγρου Αστυνομικού

Τι ζωγράφιζε όμως ο νεαρός φτωχός μιγάς από την Αϊτή με το ιδιαίτερο προσωπικό στυλ, τις διάσπαρτες δόσεις εξπρεσιονισμού, και τις τζαζ επιρροές;  Ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά σατίριζε και ζωγράφιζε με ιδιαίτερη επιμονή θέματα ταμπού, όπως η κοινωνική ανισότητα, ο ρατσισμός, ο καπιταλισμός, και η αποικιοκρατία. Συνήθιζε να καυτηριάζει τον ρατσισμό και τις προκαταλήψεις που συνόδευαν τη φυλή του, κυκλοφορώντας με παραδοσιακές αφρικανικές φορεσιές φύλαρχου στα γκλάμουρ πάρτι λευκών συλλεκτών τέχνης.

Χαρακτηριστικό δείγμα της ευαισθητοποίησης του Μπασκιά απέναντι στο θέμα του ρατσισμού είναι ο πίνακας Η Ειρωνεία ενός Νέγρου Αστυνομικού. Το έργο αποτελεί μία συνειδητή και έντονη κριτική για το πως οι Αφροαμερικανοί ελέγχονται από τη «λευκή πλειοψηφία» της Αμερικής του ‘80. Ο ζωγράφος αναρωτιέται πως ένας Αφροαμερικανός θα μπορούσε να γίνει αστυνομικός και να εργάζεται με σκοπό να επιβάλει τους κανόνες που προορίζονται για να τον υποδουλώνουν.

Στον πίνακα κυριαρχεί μία μαύρη φιγούρα, η οποία πλαισιώνεται από μία λευκή γραμμή που της δίνει τη μορφή του αστυνομικού. Το κεφάλι της μοιάζει με μάσκα, σύμβολο της υποκρισίας που κυριαρχεί, ενώ το καπέλο έχει σχήμα πολύχρωμου κλουβιού, που εγκλωβίζει το ήδη κατεστραμμένο κρανίο της. Στα δεξιά του πίνακα η λέξη «Πιόνι», υπογραμμίζει τις πολιτικές απόψεις του Μπασκιά.

Defacement (Ο Θάνατος του Michael Stewart)

«Οτιδήποτε έκανε ήταν μία επίθεση στο ρατσισμό και τον αγάπησα βαθιά γι’ αυτό», δηλώνει η πρώην κοπέλα του, Suzanne Mallouk, στο βιβλίο Widow Basquiat. Μετά τη σχέση της με τον Μπασκιά, η Mallouk σύναψε σχέσεις με έναν άλλο νεαρό Αφροαμερικανό καλλιτέχνη, τον Michael Stewart, ο οποίος συνελήφθη το 1983 επειδή ζωγράφισε ένα γκράφιτι σε ένα σταθμό μετρό. Οι αστυνομικοί που τον συνέλαβαν τον ξυλοκόπησαν βάναυσα, ρίχνοντάς τον σε κωματώδη κατάσταση. Πέθανε 13 ημέρες αργότερα. Οι αστυνομικοί, που υποστήριξαν πως ο Stewart έπαθε εκείνη την στιγμή καρδιακό επεισόδιο, κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας, βιαιοπραγία και ψευδορκία. Ωστόσο, δεν κρίθηκαν ένοχοι από τους ενόρκους.

«Θα μπορούσε να ήμουν εγώ» δήλωσε ο Μπασκιά συντετριμμένος. Σε αυτήν την φορτισμένα συναισθηματικά στιγμή, αποφάσισε να δημιουργήσει τον πίνακα Defacement (Ο Θάνατος του Michael Stewart), έναν ακόμα πίνακα γροθιά στο ρατσισμό εναντίον των Αφροαμερικανών. Ο πίνακας απεικονίζει με καρτουνίστικο ύφος δύο αστυνομικούς έτοιμους να χτυπήσουν με τα γκλοπ τους μία απρόσωπη σιλουέτα, που περνάει ανάμεσα τους και κατευθύνεται προς τον ουρανό.  Η σιλουέτα συμβολίζει τον αδικοχαμένο Michael Stewart.

Απομόνωση και Θάνατος

Ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά, όπως συχνά συνήθιζαν να λένε γι’ αυτόν, ήταν ο μόνος μαύρος άντρας σε ένα δωμάτιο γεμάτο λευκούς, και αυτό ήταν ιδιαίτερα μοναχικό. Παρά την ολοένα και αυξανόμενη επιτυχία του, πέρασε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του απομονωμένος και σε κατάθλιψη, γεμάτος χρέη και έχοντας χάσει επαφή με τους περισσότερους φίλους του. Μόνη του διέξοδος η χρήση ηρωίνης, την οποία είχε προσπαθήσει πολλές φορές να σταματήσει με αποτυχία. Τελικά, είχε την αναμενόμενη κατάληξη. Την Παρασκευή 12 Αυγούστου του 1988, η σύντροφός του τον βρήκε νεκρό από υπερβολική δόση σε ένα διαμέρισμα νοικιασμένο από τον Άντι Γουόρχολ, στην οδό Great Jones στο Μανχάταν.

Δεν πρόλαβε να δει τη δουλειά του  να απογειώνεται και να γίνεται γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο, με αποκορύφωμα έναν πίνακά του που δημοπρατήθηκε έναντι 110 εκατ. δολαρίων, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση των πλέον ακριβοπληρωμένων έργων όλων των εποχών.


Κεντρική φωτογραφία, από αριστερά προς δεξιά: Ο πίνακας Η Ειρωνεία ενός Νέγρου Αστυνομικού και ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά