Το έργο

Η Αστόρια βρίσκεται στα βορειοδυτικά του Κουίνς, στην πόλη της Νέας Υόρκης και πήρε το όνομά της, στις αρχές του 19ου αιώνα, από τον γουνέμπορο Τζον Τζέικομπ Άστορ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσε τη γη της Επαγγελίας για πολλούς Έλληνες, οι οποίοι μετανάστευσαν στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, με αποτέλεσμα η Αστόρια να αριθμεί σήμερα τη μεγαλύτερη κοινότητα Ελληνο-Αμερικανών πολιτών.

Η παράσταση παρακολουθεί τη ζωή μιας νέας κοπέλας, της Τασούλας, η οποία ταξιδεύει από το χωριό της στην Αμερική και από εκεί στην Αστόρια. Η μητέρα της αποφασίζει να την διώξει και ας απομείνει ολομόναχη στην κατεστραμμένη Ελλάδα του Μεσοπολέμου, με την ελπίδα ότι το παιδί της θα έχει μια καλύτερη τύχη, ακόμα και αν είναι χιλιάδες μίλια μακριά της. Η Τασούλα, ορφανή από πατέρα, ζει με τη μητέρα της, η οποία έχει χάσει τον άνδρα της αλλά και τους δύο γιους της. Έτσι, αποφασίζει να στείλει το στερνοπαίδι της στην Αμερική προκειμένου να παντρευτεί και να έχει μια καλύτερη ζωή. Όταν η Τασούλα φτάνει στην Αμερική όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά από ό,τι της  τα είχαν περιγράψει. Προκειμένου να επιβιώσει αναγκάζεται να μάθει τον αμερικάνικο τρόπο, αποφασίζοντας γρήγορα και χωρίς να κοιτάζει πίσω, με εξαίρεση τη μητέρα που άφησε στην Ελλάδα. Για να μην στεναχωρήσει τη μάνα της, της παρουσιάζει μια άλλη ζωή από αυτήν που έχει η ίδια στην πραγματικότητα. Η Τασούλα βγάζει γρήγορα πολλά λεφτά, αλλά δεν βρίσκει την ευτυχία παρά μόνον όταν επιστρέφει στην Ελλάδα για να κλείσει τα μάτια της μάνας της. Εκεί καταλαβαίνει ότι η μητέρα της γνώριζε πάντα την αλήθεια, ενώ μια αναπάντεχη ευτυχία θα της αλλάξει τη ζωή για πάντα, έστω και αν είναι στην μακρινή Αστόρια.

Η ιστορία της Τασούλας είναι η ιστορία της ίδιας της Ελλάδας, η οποία αναγκάστηκε να διώξει τα παιδιά της στην ξενιτιά, όπου το ψωμί μπορεί να μην ήταν γλυκό, αλλά τουλάχιστον υπήρχε στο τραπέζι. Ο Κωνσταντίνος Σαμαράς μίλησε για αυτούς που μετανάστευσαν στην Αμερική αναδεικνύοντας τις δυσκολίες, τα προβλήματα και τις κακουχίες που αντιμετώπισαν. Παράλληλα ανέδειξε την αλληλεγγύη, τη συνεργασία και τη συμπόνια όλων όσων βρέθηκαν στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, οι οποίοι συσπειρώθηκαν για να μην νιώθουν τον πόνο από την έλλειψη της πατρίδας και των ανθρώπων που έμειναν εκεί.

Η παράσταση

Πρόκειται για μια φαντασμαγορική παράσταση, η οποία αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον και την προσοχή του θεατή από την πρώτη στιγμή. Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου αποτύπωσε την αίσθηση της εποχής του Μεσοπολέμου, αλλά και της μεταπολεμικής περιόδου, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα. Μνήμες αναδύονται μέσω της σκηνοθετικής ματιάς του Β. Μαυρογεωργίου, θυμίζοντας στους παλαιότερους και δείχνοντας στους νεότερους τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα που αντιμετώπισε η Ελλάδα και οι άνθρωποι της κατά τον προηγούμενο αιώνα. Η «Αστόρια» φωτίζει μια πτυχή της ελληνικής ιστορίας, η οποία δεν έχει μελετηθεί εκτενώς. Μέσα από την παράσταση αναδεικνύεται, μεταξύ άλλων, το αίσθημα αλληλεγγύης και κυρίως δικαιοσύνης, που οδήγησαν τους ομογενείς να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία των εργατικών σωματείων στην Αμερική. Παράλληλα, φωτίζεται ο αγώνας των ανθρώπων που άφησαν την πατρίδα τους για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά τελικά έχασαν τη ζωή τους στην ξένη ήπειρο. Από την άλλη, υπογραμμίζονται οι διακρίσεις με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωποι οι Έλληνες, στους οποίους συμπεριφέρθηκαν ως κοινωνικά απόβλητους.

Οι Ηθοποιοί

Η Έβελυν Ασουάντ στο ρόλο της Τασούλας (σε διπλή διανομή με τη Θεοδοσία Σαββάκη) ήταν εξαιρετική. Με την υπέροχη φωνή της μετέφερε το κοινό σε μια άλλη εποχή, ενώ παράλληλα ανέδειξε τον πόνο και τις δυσκολίες που συνάντησαν οι άνθρωποι που αναγκάστηκαν να αφήσουν την Ελλάδα για την «Γη της Επαγγελίας», πριν από σχεδόν έναν αιώνα. Ο Χρήστος Στέργιογλου (Τεντ) επιβεβαίωσε, για ακόμα μια φορά, το αστείρευτο ταλέντο και τη φυσικότητά του, σε ό,τι ρόλο και αν κληθεί να υπηρετήσει. Η υπέροχη φωνή του αναβίωσε τραγούδια από το παρελθόν συνδεδεμένα με μια παλαιότερη Ελλάδα. Η Μπέσυ Μάλφα (Ρίτα) απέδειξε και πάλι το ιδιαίτερο υποκριτικό της ταλέντο, ειδικά στο χώρο του θεατρικού μιούζικαλ, καθώς καταφέρνει ταυτόχρονα να ερμηνεύει, να τραγουδάει και να χορεύει καταπληκτικά. Πολύ καλός επίσης ο Γιάννης Τσουμαράκης (Στέφανος) κερδίζοντας το κοινό με τη φυσικότητα και την ειλικρίνεια της υποκριτικής του. Καλή ήταν η Μαρία Κεχαγιόγλου τόσο στο ρόλο της Φεβρωνίας, όσο και ως Μάνα, όπου προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση. Καλός επίσης ο Μιχάλης Αλικάκος (Νώντας) σε ένα ρόλο που δείχνει την άλλη πλευρά των Ελλήνων, οι οποίοι κατάφεραν να πλουτίσουν, συχνά σε βάρος άλλων και δή συμπατριωτών τους.

Εξίσου καλοί στους ρόλους τους οι Αριάδνη Καβαλιέρου, Φωτεινή  Παπαθεοδώρου, Δημήτρης Μαχαίρας, Δημήτρης Γαλανάκης, Θεανώ Κλάδη, Γιάννης Μπισμπικόπουλος, Νίκος Δερτιλής, Μιχάλης Κουτσκουδής, Λεωνίδας Μπακάλης, Ανατολή Τσελαρίδου και Ελένη Τσιναρέλη. 

Οι Συντελεστές

Η ζωντανή μουσική επί σκηνής (Γιώργος Παχής, Νίκος Παπαναστασίου, Μανώλης Κόττορος, Ευαγγελία Μαυρίδου, Χρήστος Μιχάλης, Πόλυς Πελέλης, Άκης Γαβαλάς) αποτέλεσε το βασικό συμπρωταγωνιστή των ηθοποιών. Η μουσική (Πρωτότυπη μουσική – Μουσικές διασκευές: Νίκος Στρατηγός) προσέδωσε ζωντάνια και τόνωσε περαιτέρω τον καλό ρυθμό της παράστασης. Τραγούδια των Τσιτσάνη, Αττίκ, Χιώτη, Φρανκ Σινάτρα ακούγονται, μεταξύ άλλων, μεταφέροντας το κοινό στη μεσοπολεμική Αστόρια. 

Εξαιρετικά τα σκηνικά (Μανόλης Παντελιδάκης), τα οποία με τις γρήγορες εναλλαγές τους αφενός, βοήθησαν να διατηρηθεί ο γρήγορος και πυκνός σκηνοθετικός ρυθμός της παράστασης και αφετέρου, συνέβαλαν στην καλύτερη αποτύπωση της εποχής. Με την καίρια συνδρομή του video art (Παντελής Μάκκας), αλλά και με τους τόσο ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Στέλλα Κάλτσου), η σκηνή του Θεάτρου Παλλάς μετέτρεψε την παράσταση σε μια αληθινή εμπειρία, μεταφέροντας τον θεατή άλλοτε στις γειτονιές της Αστόρια και άλλοτε στην απεραντοσύνη του Big Apple. Πολύ καλά επίσης τα πολλά και πλούσια κοστούμια εποχής (Αλεξία Θεοδωράκη).

Εν κατακλείδι

Ο σκηνοθέτης ανέσυρε μνήμες οι οποίες έχουν ξεχαστεί, αλλά δεν έχουν λησμονηθεί, όπως δείχνει η θερμή ανταπόκριση του κόσμου. Η μαζική  μετανάστευση των Ελλήνων στην Αμερική κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και η ίδρυση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας στην Αστόρια αποτέλεσε ένα κομβικό σημείο στην ιστορία της χώρας μας. Η κοινότητα αυτή, η οποία διατηρεί στενούς δεσμούς με την πατρίδα, συνεχίζει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της σημερινής Ελλάδας.

Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου με αυτή την παράσταση απέτινε έναν φόρο τιμής στους ομογενείς της Αμερικής, οι οποίοι συχνά πάλεψαν όχι μόνον για τους ίδιους, αλλά και για τη μάνα-πατρίδα. Και αν ισχύει ότι η «ιστορία επαναλαμβάνεται», τότε αυτή η παράσταση είναι ένα μάθημα ζωής για τη δυστυχία, τις κακουχίες, τα εμπόδια, αλλά και την επιμονή, την υπομονή και την αισιοδοξία που ακολουθεί μετά από μεγάλες δυσκολίες, όπως αποδείχθηκε η μετανάστευση στη θρυλική Αστόρια.

Διαβάστε επίσης:

Astoria: Η μουσική παράσταση του Κωνσταντίνου Σαμαρά σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου στο Θέατρο Παλλάς