Στο Rabbithole είναι πάντα καλοκαίρι – και αυτό οφείλεται στην ομάδα Νοσταλγία και στο νέο έργο του Γιώργου Σίμωνα, «Αι Γυμνισταί».
Η παράσταση μας μεταφέρει σε ένα beach bar, που ζωντανεύει μέσα από τις σκηνοθετικές οδηγίες της Τώνιας Ράλλη, και παρουσιάζει πέντε χαρακτήρες: τη Λουίζα, τη Λεβάντα, τον Ήφαιστο, τον Λορέντζο και τη σερβιτόρα (Ματίνα Περγιουδάκη), που σιωπηλά παρατηρεί διαλόγους, αλκοολοποσίες, φλερτ – μακιγιαρίσματα και γδυσίματα.
Μέσα από χιούμορ και ειλικρίνεια, οι ήρωες αναμετρούνται με τον έρωτα, τη φιλία, τον φόβο και την επιθυμία να ζήσουν στο έπαρκο, ελεύθερα και χωρίς κοινωνικούς περιορισμούς. Ο συγγραφέας, Γιώργος Σίμωνας, υποδύεται δύο χαρακτήρες (Λουίζα / Λορέντζο), όπως και ο Γιώργος Τζαβάρας (Λεβάντα / Ήφαιστος), και κάπως έτσι η αντιστροφή μέτρηση για τη Μεγάλη Περιπέτεια στη θεατρική αμμουδιά ξεκινά!
***
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Είναι δύσκολο να είναι κανείς επίτηδες αστείος; Από πού αντλείτε έμπνευση;
Γιώργος Σίμωνας: Δεν ξέρω από πού αντλεί κάποιος την έμπνευση και τον τρόπο να είναι αστείος. Ίσως γίνεται αστείος αλλά η «δημιουργία ενός αστείου ανθρώπου» πολλές φορές γίνεται από δυστυχή γεγονότα. Χωρίς να θέλω να γίνω δραματικός, το αστείο, για μένα είναι επιλογή οπτικής να βλέπεις την ζωή. Ναι, ίσως είναι ένας αμυντικό μηχανισμός, δεν με ενδιαφέρει να του δώσω έναν χαρακτηρισμό. Μου αρκεί που κάποιος/α, επιλέγει αυτόν τον δρόμο. Άρα, αντλώ έμπνευση από τέτοιους ανθρώπους. Ξέρετε, ο αστείος άνθρωπος δεν γνωρίζει πάντα, ότι είναι αστείος. Εμείς τον χαρακτηρίζουμε έτσι, τον «ντύνουμε» με τα δικά μας μάτια. Είναι όπως ερωτευόμαστε: εμείς ερωτευόμαστε, ο άλλος δεν θα γνωρίσει ποτέ τον τρόπο και ας του τον εξηγήσουμε διεξοδικά. Η γέννηση αυτού του έργου ήρθε κυριολεκτικά από τον τίτλο. Εγώ, με τον αξιαγάπητο συνεργάτη και φίλο (πάνω απ’ όλα) λέγαμε, για πλάκα, ότι θα παίξουμε στο μέλλον ένα έργο που θα λέγεται «Αι γυμνισταί». Ε, το αφού εξαντλήσαμε την πλάκα και το ξεχάσαμε, ήρθε η ώρα (και η ανάγκη) να γράψω αυτό το έργο και μέσα στην «πλάκα» έβαλα την Ματίνα Περγιουδάκη και την Τώνια Ράλλη. Αυτές οδηγούσαν, εμείς στα πίσω καθίσματα. Και το ταξίδι ξεκίνησε. Τόσο απλά.
-Στην παράστασή σας γέλασα, μα φεύγοντας μου έμεινε η αίσθηση πως είχα δει κάτι εξαιρετικά τρυφερό. Υπάρχει λόγος που επιδιώξατε να είναι ένα έργο τόσο ανάλαφρο, σχεδόν ανέφελο; Για μένα, ήταν ένα ωραίο διάλειμμα από όλα τα ζοφερά που συμβαίνουν εκεί έξω — στον κόσμο, πέρα από το θέατρο.
Γιώργος Σίμωνας: Δεν είχα σκοπό να είναι ανάλαφρο. Είχα σκοπό όμως να γράψω μια κωμωδία, που είναι όντως κωμωδία. Όχι μαύρη κωμωδία, όχι ιλαροτραγωδία, όχι κωμικό δράμα, ούτε δραματική κωμωδία. Κωμωδία σκέτο. Επιπλέον, ήθελα η κωμωδία αυτή να μιλά μια γλώσσα απίθανα απλή και κατανοητή από τον κάθε ενδεχόμενο θεατή. Να έχει μια υπόθεση χωρίς ελιγμούς, σωστή δομή με φανερή κατασκευή. Ξεκάθαρους χαρακτήρες. Επίσης, η βασική του κατάληξη να είναι η ελπίδα πρώτα και η αγάπη μετά. Νομίζω πέτυχα όλους τους σκοπούς μου και ίσως αυτό να σας έκανε να νιώσετε έτσι – πράγμα για το οποίο είμαι χαρούμενος.
-Μέχρι τώρα σας έχει τύχει το κοινό να αντιδρά διαφορετικά απ’ ό,τι περιμένατε;
Δεν νομίζω ότι περιμέναμε· τουλάχιστον εγώ δεν περίμενα συγκεκριμένες αντιδράσεις σε συγκεκριμένα σημεία. Η αλήθεια είναι πως κάθε βράδυ ο κόσμος εκφράζεται αλλιώς, και σε διαφορετικά μέρη της παράστασης. Το βρίσκω εξαιρετικά ανακουφιστικό και ενδιαφέρον αυτό.
-Το έργο μιλά για τον έρωτα, αλλά και τη φιλία. Αλήθεια, εσείς πιστεύετε πως αλλάζει ο τρόπος που αγαπάμε όσο μεγαλώνουμε;
Γιώργος Τζαβάρας: Πιθανώς ναι. Η αγάπη βαθαίνει, και αν τα πράγματα εκτυλιχθούν φυσιολογικά, γίνεται και πιο συνεπής – πράγμα που, για πολλούς, ίσως φαντάζει βαρετό. Όμως τα οφέλη, τα μεσοπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα της συνεπούς αγάπης, είναι ασύγκριτα με οτιδήποτε άλλο, κατά τη γνώμη μου.

-Υπάρχουν «κανόνες» που τηρείτε στην κωμωδία σας;
Γιώργος Σίμωνας: Ναι υπάρχει ένας. Η παρουσίαση ενός παρδαλού και ασυνήθιστου γεγονότος με τρόπο που να φαίνεται σοβαρός και κυριολεκτικός. Η διαστροφή του νοήματος που δίνουμε δηλαδή. Όροι και ορισμοί εξαντλούνται βάση αυτού του σκεπτικού. Για παράδειγμα το έργο, ναι, μιλά για τον γυμνισμό. Ο τρόπος που μιλά ξεχειλώνει το νόημα του γυμνισμού σε όρια που μπορεί να καταλάβει κάποιος εύκολα αλλά δεν πιστεύει ότι θα φτάσουμε εκεί. Δύο κυρίες μεγάλης ηλικίας γνωρίζονται με δύο μεσήλικες που τους ζητάνε ραντεβού. Ναι, αυτό συμβαίνει όντως, αλλά ο θεατής αρχίζει και σκέφτεται: αυτό το γεγονός συμβαίνει στα αλήθεια; Ναι, συμβαίνει και όχι μόνο συμβαίνει αλλά πηγαίνει μακριά (δεν θέλω να κάνω spoil). Οπότε όλο αυτό που ακολουθώ, ως κανόνα, είναι να πω την αλήθεια. Αλλά πολλές φορές όταν λες κανονικά την αλήθεια, χωρίς να ακολουθείς πλάγιους, επεξηγηματικούς δρόμους, η αλήθεια διαστρέφεται και αποκτά έναν κωμικό χαρακτήρα.
-Τολμώ να πω πως και τους δύο σας, σας βρήκα πιο απολαυστικούς στους γυναικείους ρόλους σας. Η κινησιολογία σας, οι μικρές εκφράσεις, όλα έμοιαζαν μελετημένα αλλά και φυσικά.
Γιώργος Τζαβάρας: Ευχαριστούμε ιδιαιτέρως. Νομίζω δουλέψαμε με υπομονή, με μια ήπια —θα έλεγα “μαλακή”— προσέγγιση, αλλά και με συνέπεια. Ίσως στο αποτέλεσμα που παρατηρείτε να έπαιξε ρόλο, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, το ότι σιγά σιγά αναπτύχθηκε μια ειλικρινής συμπάθεια για αυτούς τους δύο —αλλά και για όλους— τους χαρακτήρες.
-Υπάρχει κάποια αστεία ιστορία από τις πρόβες που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;
Γιώργος Τζαβάρας: Δεν μου έρχεται κάτι συγκεκριμένο είναι η αλήθεια. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι σε φάσεις έτρεχαν δάκρυα από τα γέλια κυριολεκτικά. Έχω να γελάσω τόσο σε πρόβες… μάλλον η αλήθεια είναι πως δεν έχω γελάσει τόσο σε πρόβες στη ζωή μου!
-Πείτε μας κάποια πράγματα για το ταίρι Λουίζα – Ήφαιστος.
Γιώργος Σίμωνας: Θα προσπαθήσω να πω κάποια βασικά πράγματα για να μην δώσω πληροφορίες για τις ανατρεπτικές καταστάσεις που παρουσιάζονται – γιατί σε αυτό το έργο, οι ανατροπές έχουν και την σημασία τους για να λειτουργήσει η κωμωδία. Η Λουίζα είναι η αυστηρή κυρία, αρτηριοσκληρωτική, απόλυτη και με μέτρο. Είναι ένας τύπος αναγνωρίσιμος και στην ζωή αλλά και στην τέχνη. Τι δουλειά έχει ένα τέτοιο θηλυκό σε ερωτική κομεντί; Όλο αυτό που μόλις εξήγησα μπορεί να ακουστεί πολύ λάθος, προκατειλημμένο και επικίνδυνο (στην εποχή μας). Αλλά επειδή μου αρέσει να λειτουργώ προβοκατόρικα, διότι πολλές φορές αυτά που πιστεύουμε και υπερασπιζόμαστε δεν γίνονται πράξη (και θέλει μια γερή σφαλιάρα γι’ αυτό, με το συμπάθιο), κάπου εκεί έρχεται η μορφή του Ήφαιστου. Ένας μεσήλικας, φιλοσοφημένος για την ζωή και τον έρωτα (και την επιλογή ερωτικών συντρόφων…), με τάση στην αστρολογία, κάρτες ταρώ και μυστήρια χόμπι για να προσγειώσει την Λουίζα, αλλά και να προσγειωθεί και ο ίδιος σε μια άλλη πραγματικότητα. Το γεγονός ότι οι χαρακτήρες αυτοί παρουσιάζονται αρχικά με τους «φίλους» τους, δίνει αέρα στην συνέχεια για την κατανόηση μιας άλλης πραγματικότητας από αυτή που περιμένουμε. Επίσης, υπάρχει και το βωβό πρόσωπο της σερβιτόρας, που λειτουργεί όχι μόνο ως υπενθύμιση μιας άλλης ηλικίας, θέασης της ζωής κτλ στο γυναικείο φύλο, αλλά και ως γυναικεία βάση σε μια ασταμάτητη παρατήρηση των πραγμάτων. Οι παράξενοι στην φάση αυτή, είναι οι άντρες, όχι οι γυναίκες. Τα υπόλοιπα επί σκηνής…
-Και εσείς για το ζευγάρι Λεβάντα – Λορέντζο.
Γιώργος Τζαβάρας: Είναι δυο άνθρωποι τολμηροί και αντισυμβατικοί ο καθένας με τον τρόπο του. Πιστεύω ότι η σχέση τους είναι εμποτισμένη με ένα εξερευνητικό πνεύμα και με διάθεση συμπερίληψης τρόπων και απόψεων που αρχικά μπορεί να ξενίζουν ή ακόμα και να φαίνονται ακραίες για το στενό κοινωνικό γίγνεσθαι. Δεν φαίνεται να τους νοιάζει ιδιαίτερα και τους θαυμάζω γι’ αυτό.

-Το έργο τιτλοφορείται «Αι Γυμνισταί» για ευνόητους λόγους, αλλά ακολουθεί ο υπότιτλος «Το αντάρτικο την κατάλληλη στιγμή». Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτή τη φράση;
Γιώργος Σίμωνας: Το αντάρτικο είναι η πράξη της ανταρσίας. Δηλαδή, από μια νόρμα, μια κατάσταση, μια τάξη, αποφασίζεις να δραπετεύσεις, να αντιδράσεις, να πας κόντρα. Αυτή η ανταρσία μπορεί να προετοιμάζεται για καιρό. Να την σχεδιάζεις δηλαδή στο μυαλό σου και όταν έρθει η στιγμή να γίνει πράξη, να ξεσπάσει. Ε, λοιπόν, θεωρώ πως οι πράξεις των προσώπων αυτού του έργου, βρήκαν (ή εφευρίσκουν;) την κατάλληλη στιγμή για να «επιτεθούν», να κάνουν το γιουρούσι τους, που δεν είναι μόνο ερωτικό όπως θα αντιληφθεί κάποιος βλέποντας την παράσταση, αλλά και άλλων ειδών (δεν θέλω να δώσω κάποιον προσδιορισμό, ο καθένας ας δώσει τον τίτλο μόνος του). Το ότι δίνεται μια επιθετική χροιά σε ένα τέτοιο έργο, ένα αλλόκοτο ρομάντζο το κάνει, στα μάτια μου, ασύλληπτα αστείο, αλλά και κάπως μελαγχολικό.
-Οι ήρωες του έργου αναζητούν τη “μεγάλη περιπέτεια”. Εσείς τη δική σας την έχετε βρει;
Γιώργος Τζαβάρας: Και βέβαια. Είναι η ίδια η ζωή όταν τη ζει κανείς επίτηδες και όχι κατά λάθος. Οι άνθρωποι, οι χαρούμενες αλλά και οι δύσκολες στιγμές, τα ταξίδια, η μουσική, η δημιουργία αλλά κυρίως οι άνθρωποι. Αυτοί είναι που μένουν, όταν μένουν.
Γιώργος Σίμωνας: Η Αριάν Μνουσκίν λέει κάπου στο βιβλίο της «Η τέχνη του τώρα», πως, η περιπέτεια στους περασμένους αιώνες ήταν να πάρεις έναν αριθμό ανθρώπων και να ξεκινήσεις μια εκστρατεία, μια περιπλάνηση, όπως ο Μάρκο Πόλο για παράδειγμα. Γι’ αυτήν περιπέτεια είναι να φτιάξεις μια ομάδα. Και όπως αυτή, δεν εννοούσε τους δύο τρεις γεννήτορες της ομάδας της, έτσι και εμείς δεν εννοούμε τους δύο τρεις ανθρώπους που την έφτιαξαν, αλλά τους ανθρώπους που υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν. Γιατί αυτό είναι η ομάδα μας πιστεύω. Μια περιπέτεια και ένα σπίτι.
Διαβάστε επίσης:
Αι γυμνισταί, του Γιώργου Σίμωνα σε σκηνοθεσία Τώνιας Ράλλη στο Rabbithole