«Ο έρωτας είναι ο φθηνότερος από όλες τις θρησκείες, κι όμως εγώ θα χρυσοπλήρωνα έστω για μια στάλα από τ’ άγιο μύρο του κορμιού σου, Μάρω», της είχε ψιθυρίσει κατά τον αποχαιρετιστήριο σταυρωτό ασπασμό τους το καλοκαίρι του ’36 στην Αίγινα ο ποιητής. Μέσα σε ένα μονάχα δευτερόλεπτο είχε προλάβει να «παρενοχλήσει» τον λοβό της με τη γαμψή του μύτη, και να σφίξει περισσότερο από το επιτρεπτό το χέρι της μές στο δικό του, το στιβαρό και πυρωμένο.

Η Μάρω Ζάννου είχε αναρριγήσει στα λόγια του, σαν μαθητριούλα που είχε με τα πολλά κατορθώσει να κεντρίσει το ερωτικό ενδιαφέρον του καθηγητή της, χωρίς όμως να ξέρει πώς να το διαχειριστεί. Παρόλα αυτά, ούτε μικρή ούτε και άβγαλτη μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς. Αντίθετα, ήταν μια βαθιά συνειδητοποιημένη γυναίκα που ήξερε ότι ένα φόρεμα δεν έχει νόημα αν δεν εμπνέει έναν άνδρα να θέλει να σου το βγάλει. Μια γυναίκα που λαχταρούσε το Γιώργο Σεφέρη όπως ο σκλάβος την ελευθερία. Κι όπως ο ελεύθερος άνθρωπος τα πλούτη. Κι όπως ο πλούσιος τη δύναμη. Παρεπιπτόντως, και εντελώς πληροφοριακά, η Μάρω ήταν και μια γυναίκα παντρεμένη.

Αλήθεια όμως τώρα, ποιον αφορά μια τέτοια λεπτομέρεια όταν η σάρκα αρχίζει να καψαλίζεται από επιθυμία; Όταν δυο πλάσματα συμφωνούν στο ότι έρωτας δε σημαίνει μια περίοδος χωρίς να υποφέρεις αλλά μάλλον μια περίοδος όπου τελικά υποφέρεις για κάτι που αξίζει τον κόπο; Ο Γιώργος Σεφέρης που για άλλους γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 19οο και γι’ άλλους στις 29 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, ο γοητευτικός διπλωμάτης και αμετανόητος λάτρης του ποδόγυρου, γνώρισε τη Μάρω το 1935 σε μια εκδρομή με παρέα στο Σούνιο.

Εκείνη είχε διαβάσει κι αποστηθίσει όλα τα ποιήματά του, παρόλο που ο σύζυγός της δεν έβλεπε με καλό μάτι την αγάπη της για τη λογοτεχνία, και της έσκιζε κάθε βιβλίο που εκείνη έφερνε κρυφά ή μη στο σπίτι, και πλησίασε αμέσως και με αυτοπεποίθηση τον ποιητή για την πρώτη επαφή. Είχε μια άγρια ομορφιά στα μάτια η Μάρω. Του μίλησε για τη γνωριμία της με τον Μ. Τριανταφυλλίδη, τον Α. Δελμούζο, τον Στ. Μυριβήλη, τον Α. Σικελιανό, αλλά και τον Ξ. Ζολώτα και τον Κ. Τσάτσο, κι όταν ξαφνικά τής σώθηκαν τα λόγια, ακόμα και ενώπιον του ανδρός της, ναυάρχου Ανδρέα Λόντου, ο ποιητής είχε καταλήξει ήδή στο ότι είχε να κάνει με κάποια που θα τον στοίχειωνε για το υπόλοιπο της ζωής του.

Έτσι κι έγινε. Η Μάρω παράτησε σύζυγο και τέκνα στην τύχη τους, για να βουτήξει ανεμπόδιστα στο πάθος της για ‘κείνον που ήξερε από πρώτο χέρι πως η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί, πως η Ελλάδα ήταν πάντοτε και θα παραμείνει η χώρα των παράλληλων μονολόγων, πως δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη και πως το πιο επικίνδυνο είναι που ο άνθρωπος καταντάει τόσο εύκολα πραμάτεια. Ο νομπελίστας του 1963 θα παντρευτεί τη Μάρω κι αυτή θα τον ακολουθήσει από την Κρήτη ως την Αλεξάνδρεια κι έπειτα ως τα πέρατα της γης.

Έτσι δεν κάνουν άλλωστε οι ερωτευμένοι; Όσοι δηλαδή πλάι στο ταίρι τους ξεχνούν αυτό που θέλουν να θυμηθούν, και χώρια του θυμούνται αυτό που θα ‘θελαν να ξεχάσουν. Όσοι έχουν βεβαιωθεί μετά από πολλά συναισθηματικά πειράματα, πως στην αγάπη πρέπει να σωπαίνεις ή έστω να λες κάτι ανώτερο από την σιωπή. Παντρεύτηκαν τον Απρίλιο του 1941 κι αγαπήθηκαν χωρίς διαλείμματα και περιστροφές, και όταν έπρεπε να αποχωριστούν ο ένας τον άλλον, ο Σεφέρης τής έγραφε γράμματα. Ή καλύτερα δεήσεις στον ίδιο τον έρωτα.

Ο Σεφέρης που απεβίωσε στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 με τη «Στροφή» ως το πιο αξιοσημείωτο έργο του, αγάπησε τα πάντα πάνω στη Μάρω. Αγάπησε το κορμί και το μυαλό της. Τις κόρες της, τον αέρα που ανέπνεε και ήταν από εκείνους τους άνδρες που το «είχαν» με τα λόγια. Και όχι μόνο το είχε, αλλά τα εννοούσε κιόλας. Έβαζε το χέρι του πρώτα στην καρδιά και ύστερα στη φωτιά και στα γράμματά του επέμενε ότι ευτυχία ήταν όσοι και όσα είχαν αγαπηθεί από τη Μάρω, ότι μια κόλαση με τη Μάρω θα ήταν προτιμότερη από ένα βλακώδη παράδεισο χωρίς εκείνη, κι ότι σε εποχές παγκόσμιων ψευδών, ο αληθινός έρωτας είναι από μόνος του μια πράξη επαναστατική. Ο Σεφέρης με άλλα λόγια μας πείθει ότι ακόμα κάπου υπάρχουν άνθρωποι που σαν βρουν το άλλο τους μισό, δε διστάζουν να ομολογήσουν πως αυτό είναι αγάπη εντέλει: να μη ζεις μονάχα για τον εαυτό σου. Η Μάρω που στο πλευρό του βρήκε ό,τι της προόριζε το ακριβό της πεπρωμένο, μετά το θάνατό του δώρισε το αρχείο της βιβλιοθήκης του στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη του Ηρακλείου Κρήτης, το αρχείο των ποιημάτων του στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αθήνας και φωτογραφίες του στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας.

Τέλος, εξέδωσε τα ανέκδοτα ποίηματά του και τη μεταξύ τους αλληλογραφία. Και ενώ έφυγε πλήρης ημερών, μέχρι και την στερνή της θυμόταν τον Γιώργο της. Τον Γιώργο που με το πρώτο του βλέμμα την έπεισε κάποτε πως το ζωτικότερο από όλα τα πράγματα που έχεις να κάνεις πάνω σε τούτο τον κόσμο, είναι να βρεις καποιον πρόθυμο να σ’ αγαπήσει αληθινά κι αμετακλητα. Και φυσικά να του το ανταποδώσεις.