Ο Γιάννης Νιάρρος ξεχώρισε σχεδόν αμέσως μετά την αποφοίτητή του από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Ήταν τότε που ο Τάσος Μπουλμέτης τον επέλεξε για να ενσαρκώσει τον κεντρικό ήρωα στην ταινία «Νοτιάς». Έκτοτε οι επαγγελματικές του επιλογές ήταν η μία καλύτερη από την άλλη και επισφραγίζονταν με καλλιτεχνική επιτυχία. «Δυτική αποβάθρα«, «Έγκλημα και τιμωρία»,  «Δαιμονισμένοι», «Η αόρατη βιομηχανία του σεξ» και φυσικά το «Στέλλα Κοιμήσου», που του χάρισε και το πολυπόθητο βραβείο «Δημήτρης Χορν».

Η φετινή σεζόν τον βρίσκει να πρωταγωνιστεί στο ιδιαίτερο και τρυφερό έργο «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» του Σάιμον Στήβενς, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, όπου υποδύεται ένα αυτιστικό παιδί με λατρεία στις αστυνομικές ιστορίες. Με αφορμή λοιπόν, ακόμα έναν ρόλο – πρόκληση, μας μιλά για την παράσταση, το πώς έχει εξελιχθεί η ζωή του μετά τις πρώτες επιτυχίες στο σανίδι, αλλά και τα όσα αγαπά στην καθημερινότητά του. Όπως μάλιστα τονίζει χαρακτηριστικά, «Το θέατρο όσο μεγαλώνω, γίνεται κάτι το ακόμα πιο υπερφυσικό και μαγικό από ό,τι θεωρούσα μικρός». Κάτι που ευχόμαστε να συνεχίσει να του συμβαίνει για καιρό.


– Φέτος πρωταγωνιστείτε στο ενδιαφέρον, τρυφερό και «μυστηριώδες» έργο «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα». Μιλήστε μας για το τι αφορά το κείμενο και πώς προέκυψε αυτή η όμορφη συνεργασία.

Το έργο μιλάει για την διαφορετικότητα. Μέσα από τα μάτια του Κρίστοφερ, ενός παιδιού που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού, ξετυλίγεται μια ιστορία που ξεμπροστιάζει τους κανονικούς (νευροτυπικούς) ανθρώπους και την συμπεριφορά τους. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μού πρότεινε αυτόν τον ρόλο και από την πρώτη ανάγνωση του κειμένου κατάλαβα , ότι όσον αφορά το έργο, πρόκειται για ένα σύγχρονο κλασσικό αριστούργημα και ο ρόλος του Κρίστοφερ , μια πρόκληση που θέλω να την φέρω εις πέρας.

– Πώς προσεγγίσατε το ρόλο του Κρίστοφερ και ποια κομμάτια του σας άγγιξαν και σας δυσκόλεψαν περισσότερο;

Ήρθα σε επαφή με ανθρώπους που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, είδα ταινίες που αφορούν τον αυτισμό και προσπάθησα να μένω πιστός στον Κρίστοφερ, τον οποίο τον καθορίζουν κάποια χαρακτηριστικά πολύ συγκεκριμένα: λέει πάντα την αλήθεια, τον ενοχλεί η σωματική επαφή με τους ανθρώπους, το μυαλό του λειτουργεί διαφορετικά.

– Με ποιον τρόπο αποτυπώνονται οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων στο έργο του Stephens και κατά συνέπεια, στο μυθιστόρημα του Hampton; Τι προβληματισμούς κατά τη γνώμη σας, εγείρει το κείμενο που θεωρείται ήδη κλασικό;

Αυτό που κάνει αυτήν την ιστορία να ξεχωρίζει είναι ότι και το βιβλίο του Χάμπτον, αλλά και το έργο του Στίβενς, είναι γραμμένα από τον Κρίστοφερ. Η θεατρική μεταφορά είναι πανέξυπνη καθώς κρατάει αυτό το στοιχείο και το απογειώνει. Η παράσταση είναι του Κρίστοφερ, είναι η ανάγκη του να πει την ιστορία του, αυτή την φορά με θεατρικούς όρους και μάλιστα περίπλοκους. Το έργο έχει στοιχεία αφηγηματικού θεάτρου, τραγωδίας και ρεαλιστικού θεάτρου. Είναι ένα κατασκεύασμα που είναι πανέξυπνο και αρμόζει στο περίπλοκο και «διαφορετικό» μυαλό του Κρίστοφερ. Όλοι οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις είναι γνώριμες αλλά μέσα από τα μάτια του Κρίστοφερ φωτίζονται ανεπανάληπτα! Το κείμενο είναι ένα σύγχρονο κλασσικό και δεν μιλάει για βασιλιάδες το 1800 ή στρατιώτες, μιλάει για το παιδί που είχαμε όλοι στο σχολείο μας που είχε κόλλημα με τον υπολογιστή του και τα μαθηματικά και συνήθως το κοροϊδεύαμε. Το έργο αποδεικνύει την σημαντικότητα που έχει η εκπαίδευση και η κοινωνικοποίηση για οποιοδήποτε παιδί και πως όλοι μπορούν να ανθίσουν σε αυτό που κάνουν αρκεί να τους αφήσουμε.

–  Παράλληλα συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία το «Στέλλα Κοιμήσου». Πώς έχει εξελιχθεί μέσα σε τρία χρόνια η συγκεκριμένη παράσταση και τι έχετε κερδίσει από αυτήν ως καλλιτέχνης;

Η παράσταση κάθε μέρα γίνεται και καλύτερη κι εμείς όλο και πιο ήρεμοι και χαρούμενοι! Προσωπικά από αυτήν την παράσταση κέρδισα κάποιους φίλους. Μου δόθηκε χώρος να ανακαλέσω ένα πολύ πραγματικό κομμάτι του εαυτού μου και να δω κι εγώ την αξία του. Σαν καλλιτέχνης επιβεβαίωσα αυτήν την γραφική, κλισέ, σιχαμερή έκφραση, πως όσο πιο προσωπικό είναι κάτι, τόσο πιο πολλούς αφορά !!!

– Πρόσφατα σας απονεμήθηκε το βραβείο Χορν. Τι σκέψεις και συναισθήματα σάς δημιούργησε η συγκεκριμένη βράβευση; 

Το βραβείο μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω να δουλεύω με τον τρόπο που δουλεύω. Είναι μεγάλη τιμή άνθρωποι του χώρου σου να σε ξεχωρίζουν. Με το βραβείο επίσης, ελπίζω να έρθουν παραπάνω άνθρωποι στις παραστάσεις μου.

– Σχεδόν αμέσως μετά την αποφοίτησή σας από το Εθνικό, ξεκινήσατε να εργάζεστε σε σημαντικές θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές. Πιστεύετε πως το κύρος μιας Δραματικής βοηθά έναν νέο επαγγελματία ή είναι θέμα επιλογών και συγκυριών; 

Είχα την τύχη να αποφοιτήσω από το Εθνικό με τους καλύτερους, κατά την γνώμη μου πάντα, καθηγητές και συμφοιτητές. Πέρα από την ουσιαστική και πολύωρη δουλειά που γινόταν στην σχολή, γνωρίσαμε και ανθρώπους που έμπρακτα μας βοήθησαν στο ξεκίνημά μας. Μετά τις πρώτες δουλειές, οι επιλογές καθορίζουν το μέλλον. Έχω περάσει πολλές ώρες σκεπτόμενος τις αποφάσεις μου και έχει υπάρξει πολύ δύσκολο κομμάτι της δουλειάς μου.

– Γιατί και πώς αποφασίσατε να… «περιπλανηθείτε» στον κόσμο της υποκριτικής; Οι προσδοκίες μέχρι τώρα επαληθεύονται;

Όχι μόνο επαληθεύονται, αλλά γίνονται μεγαλύτερες μέρα με την μέρα. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έπαιρνα τόση απόλαυση πάνω στην σκηνή. Το θέατρο και να βρίσκομαι πάνω στην σκηνή, όσο μεγαλώνω, γίνεται κάτι το ακόμα πιο υπερφυσικό και μαγικό από ότι το θεωρούσα μικρός, κάτι που δεν συμβαίνει με κανένα άλλο πράγμα στην ζωή μου, όλα τα υπόλοιπα σιγά-σιγά γίνονται πεζά και βαρετά.

– Ποιοι είναι οι μεγάλοι σας προσωπικοί στόχοι; Τι εύχεστε και τι ονειρεύεστε για το μέλλον;

Ονειρεύομαι να είμαι ήρεμος και να κόψω το τσιγάρο.

– Κλείνοντας, πείτε μας τι άλλο σας γεμίζει και σας γοητεύει εκτός από το θέατρο; Πού βρίσκετε χαρά και ικανοποίηση;

Μου αρέσει η μουσική και να παίζω πιάνο, να τραγουδάω, να βγάζω  βόλτα τον σκύλο μου, να πίνω με φίλους και να παίζω ένα παιχνίδι με καρχαρίες στο κινητό μου!


Διαβάστε επίσης:

Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα, του Σάιμον Στήβενς στο Θέατρο Τζένη Καρέζη