Μισοθαμμένη σε μια βραχώδη έρημη γη, τύμβο ή «πλατωνική» παγίδα η αντιφατική Γουίννυ ζει στο καθεστώς της συνεχούς ομιλίας που της έχει επιβάλει ένα κουδούνι και η ακίνητη σιωπή του άντρα της Γουίλυ. Ο μνημονικός λόγος, η μεταφυσική σιωπή και η ενασχόλησή της με τα αντικείμενα και τις λέξεις είναι μεταβατικά στάδια από τα οποία περνάει το εγώ για να φτάσει η στιγμή της λυτρωτικής εξαφάνισής του.

«Να μιλάς για να μιλάς είναι μια λύτρωση» διακηρύσσει ο Νοβάλις κι αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο χιουμοριστικού νέο-αναρχισμού του Ιρλανδού συγγραφέα.

Ο χώρος στις «Ευτυχισμένες μέρες» έχει έναν συμβολισμό που ταυτίζεται με τον «χρόνο» και το «θάνατο». Αυτή η ατελείωτη προσμονή είναι μια παράλογη δικαιολογία ζωής.

Οι κειμενικοί Γουίνυ και Γουίλυ εμπλέκονται σε ένα ατέρμονο πήγαινε – έλα μεταξύ αυτού, του άλλου και κανενός χρόνου, ανάμεσα στο κάπου και στο πουθενά, στο εγώ, στο όχι εγώ και στο δίχως εγώ.

Η μπεκετική ιλαροτραγωδία ή τραγική φάρσα «Ευτυχισμένες μέρες», ένα έργο εύθραυστων προεκτάσεων και συμβολισμών παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1961 και θεωρήθηκε από την κριτική ως η «Ανάσταση της Τραγωδίας».

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Μάνος Λαμπράκης
Σκηνοθεσία: Θανάσης Δόβρης
Βοηθός σκηνοθέτη: Χρήστος Τζιούκαλας
Σκηνικά / κοστούμια: Ελένη Μανωλοπουλου
Σχεδιασμός φωτισμού: Λευτέρης Παυλόπουλος
Ηχητικός σχεδιασμός: Νίκος Ντούνας

Παίζουν: Μαρία Παρασύρη, Κώστας Κουτσολέλος