Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, ο Αργύρης Πανταζάρας είδε επάξια το όνομά του να φιγουράρει σε εκλεκτές παραστάσεις και ρόλους οι οποίοι τον καθιέρωσαν δυναμικά στον θεατρικό χάρτη. Κάτι που μάλιστα, δεν άργησε να τον χρίσει νικητή του βραβείου Χορν. Φαίνεται όμως πως ο ίδιος δεν επαναπαύεται και αναζητά κάθε φορά με προσοχή το επόμενο βήμα του.

Ύστερα από ένα μικρό διάλειμμα λοιπόν, ως προς τις θεατρικές υποχρεώσεις, επανέρχεται στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων με την παράσταση «Ένας καλός λόγος”, που συνδημιούργησε με την Ελίνα Μαντίδη. Στην συνέντευξη που ακολουθεί, με αφορμή το νέο αυτό έργο, ο ηθοποιός μιλά για τα ερεθίσματά του, μερικές από τις  ανησυχίες του, καθώς και τον τρόπο που έχει επιλέξει να κινείται στην δημιουργική διαδρομή του.


– Μετά από κάποιους μήνες απουσίας από τα θεατρικά δρώμενα, βρίσκεστε τώρα στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων, με το έργο «Ένας καλός λόγος». Πείτε μας λίγα λόγια για ό,τι διαδραματίζεται επί σκηνής και τι σας γοήτευσε ιδιαίτερα σε αυτό, την περίοδο της δημιουργίας του.

Ένα πολιτικό πρόσωπο που προετοιμάζεται να απευθύνει το δημόσιο λόγο του. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο κουρδισμένο και έτοιμο να ανταποκριθεί στις ανάγκες του “ιδιαίτερου” αυτού γυρίσματος. Η απρόσωπη συνεργασία μεταξύ συνεργείου και πολιτικού, έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την δική μας πραγματικότητα. Δημιουργήσαμε ένα μονόλογο που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί “μοναχικός”, εφόσον ανεβάσαμε φίλους, συνεργάτες και συνδημιουργούς στη σκηνή.

– Ποιο το σκεπτικό πίσω από την σύνθεση του συγκεκριμένου κειμένου και ποια προσωπική ανάγκη ή αναζήτηση σάς ώθησε να θελήσετε να το σκηνοθετήσετε στο θέατρο;

Το σύνολο του έργου προκύπτει από τη σύνθεση τριών κειμένων. Το “Υπόγειο” του Ντοστογέφσκι, “Τα ημερολογιακά τετράδια” του Νιζίνσκυ και τον «Πολιτικό λόγο» – ένα κείμενο της Ελίνας Μαντίδη. Βασική προσωπική μας ανάγκη ήταν να μιλήσουμε για το “χρόνο”. Όχι με την έννοια της ώρας και των δευτερολέπτων, αλλά της χρονικής στιγμής. Της εποχής που διανύουμε, το γεγονός ότι μεγαλώνουμε μέσα στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, οι συνειδητοποιήσεις και οι σκέψεις που γεννιούνται. Η προσωπική και παγκόσμια ιστορία μας γράφεται μαζί μας κι εμείς τη συνθέτουμε και την ακολουθούμε ταυτόχρονα. Βιώνουμε δραματικά γεγονότα, ζοφερές καταστάσεις, σε μια χώρα που παλεύει να ζήσει κι ένα κόσμο που κινδυνεύει να πεθάνει. Μέσα από τη συγκεκριμένη παράσταση προσπαθούμε να έρθουμε πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση, την έννοια της συνείδησης και ίσως να έρθουμε πιο κοντά σε μια σκοτεινή αλήθεια – την ανθρώπινη σκληρότητα.

– «Ο άνθρωπος μπορεί να παραδέχεται, δεν μπορεί όμως να αλλάξει.», διαβάζουμε στο δελτίο τύπου. Θεωρείτε πως αυτό ισχύει εν γένει και στην πολιτική; Κατά τη γνώμη σας ο άνθρωπος διαμορφώνει την πολιτική ή η πολιτική διαλύει τον άνθρωπο;

Θεωρώ πως είναι πολύ γενικός ο όρος “πολιτική”. Αν τον κάνουμε πιο συγκεκριμένο και μιλήσουμε για πολιτικά πρόσωπα και μάλιστα της εγχώριας και παγκόσμιας πολιτικής σκηνής, τότε η φράση αυτή πρέπει να αλλάξει. “Ο άνθρωπος δεν παραδέχεται και σίγουρα δεν αλλάζει”. Φαντάζομαι ότι πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο που ξεκινάει από εντελώς λανθασμένη βάση. Δεν μπορεί η πολιτική και το άτομο να είναι εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες, που το ένα προκαλεί την καταστροφή του άλλου. Πως μπορεί να χωράει στην ίδια πρόταση “αντιπρόσωποι του λαού που κανείς δεν εμπιστεύεται και καταστρέφουν το λαό”; κι όμως ισχύει.

– Καταλαβαίνουμε πως παρακολουθείτε με προσοχή την επικαιρότητα. Ποια είναι η οπτική σας για την σημερινή κοινωνική πραγματικότητα; Κατά τη γνώμη σας η τέχνη σε μια τέτοια περίοδο οφείλει να έχει πολιτική χροιά;

Η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή. Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για κάποια καμπή στην παγκόσμια ιστορία, όσο για “άλλη μια μέρα στη δουλειά”. Τίποτα από αυτά που συμβαίνουν σήμερα δεν είναι κάτι που βλέπει ο κόσμος για πρώτη φορά. Αιματοχυσίες, χημικά πάνω σε αμάχους, πρόσφυγες, φτώχια, ανεργία, ρατσισμός και αδικία μέχρις εσχάτων. Η τέχνη δεν οφείλει να έχει πολιτική χροιά. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. “Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω”.

– Σε μια χώρα με τόσο φρενήρη θεατρική ζωή, πώς είναι για έναν ηθοποιό το «κυνήγι» και η αναζήτηση του επόμενου καλού ρόλου; Προσωπικά πώς έχετε επιλέξει να κινηθείτε από εδώ και πέρα, δεδομένου ότι οι πρώτες επιτυχημένες επιλογές φάνηκε πως έγιναν την κατάλληλη ώρα;

Είμαι περήφανος που είμαι μέρος αυτής της φρενίτιδας. Γιατί αυτό σημαίνει ότι γινόμαστε δημιουργοί, γενναιόδωροι και εξωστρεφείς.

Ο ηθοποιός δεν πρέπει να κυνηγάει κανένα ρόλο, αλλά τη «φωνή” του μέσα από τη δουλειά του στη κοινωνία. Δεν έχω στρατηγική για το πως θα κινηθώ, θα ακολουθήσω τον δρόμο που συνεχίζω με βάση το ένστικτο, την προσωπική μου ανάγκη και κυρίως τους συνεργάτες.

– Επιστρέφοντας πίσω στην εποχή που περνούσατε πρώτη φορά το κατώφλι της Δραματικής σχολής, θα λέγατε πως οι προσδοκίες που είχατε εκπληρώθηκαν μετά από κάποια χρόνια στον κλάδο; Και από την άλλη πώς διαχειρίζεστε την επαγγελματική απογοήτευση ή τη ματαίωση;

Δεν είχα προσδοκίες, ούτε φαντασιώσεις στη δραματική σχολή και αυτό με έκανε ελεύθερο. Ελεύθερο να δω τον κόσμο όπως είναι και όχι όπως το φαντασιωνόμαστε. Δεν έχεις κανένα λόγο να απογοητεύεσαι όταν σου δίνεται η δυνατότητα να κάνεις μια τόσο όμορφη δουλειά. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν  μπορεί να γίνει ταυτόχρονα και η πιο βαρετή και μάταιη δουλειά στον κόσμο… Αλλά αυτό είναι στο δικό μας χέρι.

– Ποια πράγματα σας κινητοποιούν να συνεχίσετε να δημιουργείτε για το θέατρο;

Οι συνεργάτες και η συνδιαλλαγή με το κοινό.

– Θα σας συναντήσουμε κάπου αλλού το προσεχές διάστημα;

Στον Αγαμέμνονα στην Επίδαυρο, ο οποίος στην συνέχεια θα πάει  περιοδεία στην υπόλοιπη Ελλάδα.


Διαβάστε επίσης: 

Ένας καλός λόγος, με τον Αργύρη Πανταζάρα στο Θέατρο οδού Κυκλάδων