Το θέατρο μπήκε στη ζωή μου από την πίσω πόρτα. Ήμουν δευτεροετής στην  Αγγλική Φιλολογία, όταν ένας καθηγητής μου,…

 … έκανε ακρόαση για το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, στο πρωτότυπο φυσικά και στo πλαίσιo του μαθήματός του. Με πήρε για το ρόλο της Ελένης. Μέσα από αυτήν την ερασιτεχνική δουλειά είχα την πρώτη επαφή μου με το θέατρο. Από ’κει λοιπόν και σπρωγμένη σχεδόν από φίλους και συμφοιτητές έδωσα εξετάσεις σε μία και μοναδική σχολή, τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και… πέρασα.

Αναζήτησα τη μαγεία εκείνης της πρώτης επαφής, την αθωότητα και τον έρωτα που αισθανθήκαμε ο ένας για τον άλλο και για το αντικείμενο και δυστυχώς δεν τα βρήκα τον πρώτο καιρό της σχολής. Μέχρι που εμφανίστηκε ένας άλλος σημαντικός δάσκαλος ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Εκείνος μας έδειξε ότι το θέατρο μπορεί να είναι χαρά, πάθος, γιορτή, πανηγύρι, βάσανο αλλά  και βάλσαμο. Από τότε κατάλαβα την τεράστια σημασία που έχει ο καλός δάσκαλος. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί συναντήθηκα με σκηνοθέτες που στάθηκαν για μένα δάσκαλοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Και μετά ήρθε το Αμόρε ή πιο σωστά ο Γιάννης Χουβαρδάς και το νεοσύστατο θέατρό του με το υπέροχο όνομα Θέατρο του Νότου. Εκεί μέσα έμαθα θέατρο- αν μπορείς να πεις ότι μαθαίνεις τελικά τι είναι θέατρο. Κι όσες βεβαιότητες αποκτούσα με τα χρόνια, πάλι εκεί μέσα μου ανατρέπονταν. Εκεί γνώρισα τί θα πει αφοσίωση, δουλειά σκληρή. Ήταν ένας χώρος που μου ταίριαζε στο χαρακτήρα μου, στις προσδοκίες μου και στον ιδεαλισμό μου. Εκεί ένιωσα μεγάλες απογοητεύσεις και για πρώτη φορά μου χτύπησε την πόρτα η ματαιότητα, το μάταιο της τέχνης. ‘Όταν τέλειωσε όλο αυτό – δεκαεπτά χρόνια – έπρεπε να κάνω λίγο πίσω. Σταμάτησα για πρώτη φορά στη ζωή μου, όλη αυτή την ετήσια τελετουργία του θεάτρου – πρώτη ανάγνωση, πρόβα, ασκήσεις, μαθαίνω λόγια, μπαίνω από ’δω και βγαίνω από ’κει, γενική δοκιμή, γενική δοκιμή και πρεμιέρα στο καπάκι, πρεμιέρα, καινούριες πρόβες και το βράδυ παράσταση, τελευταία παράσταση, ξανά γενική δοκιμή, κι άλλη πρεμιέρα και αισίως φτάναμε στην Κυριακή των Βαΐων την τελευταία παράσταση της σεζόν. Εκεί μέσα είχα την τύχη όλες οι παραστάσεις να είναι αγαπημένες, κάποιες έχουν ξεχωριστή θέση μέσα μου για πολύ προσωπικούς λόγους. Θα ξεχωρίσω όμως δύο στιγμές-  που μετά από καιρό μοιάζουν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλες. Την τελευταία παράσταση της Ιφιγένειας εν Ταύροις –  που ήταν μια συμπαραγωγή με το  LaMama theatre της Ν.Υόρκης –  στο Λυκαβηττό, όπου αποχαιρέτησα ανθρώπους τους οποίους δεν ξαναείδα ποτέ. Και την τελευταία παράσταση των Μεταμορφώσεων που για μένα ήταν η τελευταία παράσταση στο Αμόρε. Η αρχή και το τέλος. Είναι άσχημο το τέλος των καλών πραγμάτων.

Μέχρι να εμφανιστεί ο επόμενος κύκλος, περνάει καιρός. Ειδικά τώρα που η άκρη δε φαίνεται ούτε με κιάλια. Αναρωτιέται κανείς τί νόημα έχει η τέχνη κι αν επιτέλους θα μπορέσει να σώσει τον κόσμο. Αν πριν ψαχνόμασταν για  το αν αυτά που κάναμε αφορούσαν κανέναν, τώρα η αναζήτηση αυτή είναι επείγουσα. Θεωρώ ότι θα μείνει ζητούμενο για πολύν καιρό ακόμη.
 

*η φράση είναι από την ταινία «Το μίσος» του Ματιέ Κασσοβίτς.

Info:
Η Άννα Μάσχα γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από το 1992 μέχρι το 2008 ήταν μέλος του Θεάτρου του Νότου. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Θέατρο, το Κ.Θ.Β.Ε., το Μέγαρο  Μουσικής, το LaMama ETC της Ν.Υόρκης, το Τheater Mahagony, το Festival d’ Avignon, το Φεστιβάλ Αθηνών, τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών ,σε σκηνοθεσίες των Γ. Χουβαρδά, Θ. Μοσχόπουλου, Σ. Λιβαθηνού, Ν. Κοντούρη,  Α. Ηirche, J. Lassalle, M. von Hoenning, N. Xατζόπουλου, Μ. Λυμπεροπούλου, και άλλων. Έχει βραβευτεί δύο φορές με το βραβείο Αθηνοράματος και με το βραβείο δεύτερου γυναικείου ρόλου της Ακαδημίας Κινηματογράφου για την ταινία Χρυσόσκονη.

Photo: Βιργίλιος Τσιούλλι