Η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, ξεδιπλώνει στη σκηνή τα πανανθρώπινα αξιώματα του αδούλωτου πνεύματος και της διψασμένης για πάθος ζωής. Η αυθεντική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, συνοδεύει καταλυτικά τις αλλεπάλληλες δράσεις, που διανθίζονται από ποιητική κατάνυξη.

Δύσκολο το εγχείρημα, που όμως παράγει κάτι το φρέσκο και όχι φολκλόρ, γι’ αυτό και δεν διατηρήθηκε το κρητικό ιδίωμα.

Στόχος είναι η αναφορά στην εμβληματική προσωπικότητα του Ζορμπά και φυσικά η πάγια αντίθεσή του σε ό, τι περιορίζει τα ένστικτα. Συναντάμε το διάλογο μεταξύ του δικηγόρου Νου και της μεγάλης ψυχής του λαού, (Καζαντζάκης), δηλαδή την «αντιπαράθεση» δύο ισχυρών ανδρών. Καταγράφεται η ισορροπία ανάμεσα στον πνευματικό Καζαντζάκη και τον Βάκχο, που είναι ο Ζορμπάς. Έχουμε το μεγαλείο της σύζευξης του Απόλλωνα και του Διόνυσου, με ό, τι ο καθένας αντιπροσωπεύει.

Ο ορθολογισμός συγκρούεται με τη σπατάλη και την υπερβολή, έως την ολοκλήρωση, δηλαδή το «τέλος» του κύκλου της φιλίας. Μια φιλία με έντονες φιλοσοφικές πινελιές, που σφραγίστηκε με ανεπανάληπτες εμπειρίες εκατέρωθεν. Αυτοί οι δύο τόσο διαφορετικοί άνθρωποι διδάχτηκαν πράγματα ο ένας από τον άλλον, μέσα από το ρηξικέλευθο συγχρωτισμό τους.

Η φιλοσοφία του ενός μέσα από τα βιβλία και η βιωματική σοφία του άλλου, υποθάλπουν ένα κράμα ταχείας ανάφλεξης.

Η ιστορία του έργου εξελίσσεται ξεκινώντας από τα επί μέρους στα καθ’ όλα. Από τη γλυκειά ελαφράδα στα πιο βαθιά και οδυνηρά, που οδηγούν στην ενάργεια της συνείδησης και ωριμότητας. Η ανάγκη για αλλαγές σ’ ένα κόσμο που οραματίζεται ο νεαρός συγγραφέας, φθίνει, αφού την ανταγωνίζεται το κατεστημένο της παράδοσης. Η ενηλικίωσή του γίνεται ανατρεπτικά και αναπάντεχα, βιώνοντας ένθερμα την περιπέτεια της ψυχής και του σώματος δίπλα στο στιβαρό Ζορμπά. Διαπιστώνει, πως το κυνήγι της ουτοπίας δύσκολα συμβιβάζεται με την πραγματική ζωή. Ωστόσο διατηρεί μέσα του ζωντανή τη φλόγα της «επανάστασης».

Ο Μέμος Μπεγνής (Καζαντζάκης) και ο Γρηγόρης Βαλτινός (Ζορμπάς) αποτελούν ένα εκρηκτικό δίδυμο σε ένα αλισβερίσι ζωής και θανάτου, χαράς και λύπης, εγκράτειας και φιληδονίας.

Ένας πολυμελής θίασος εικοσιδύο ατόμων με καταξιωμένους ηθοποιούς μεταφέρει το θρυλικό έργο στη νέα του «εκδοχή», σκορπώντας ποικιλία συναισθημάτων στο κοινό. Συγκίνηση, έκσταση, ευθυμία, ευχαρίστηση, αλλά και πόνος, αγωνία, συντριβή και πένθος διακρίνουν τις δράσεις, που λειτουργούν καταιγιστικά.

Ταμίλα Κουλίεβα ως μαντάμ Ορτάνς και Ναταλία Δραγούμη ως χήρα είναι και οι δύο εξαιρετικές. Ο Τάκης Παπαματθαίου υποδύεται τον τρελό, ο Νίκος Βερλέκης είναι ο προεστός Μαυραντώνης και ο Ρένος Ρώτας ενσαρκώνει τον Παυλή, το γιο του.

Η Στέλλα Γκίκα, μαζί με την Άννα Μονογιού, τους Γρηγόρη Σταμούλη και Γιώργο Παράσχο ολοκληρώνουν το καστ των πρωταγωνιστών.

Ξεχωρίζουν Βαλτινός, Μπεγνής, Παπαματθαίου, Δραγούμη, Κουλίεβα, Βερλέκης, Ρώτας, χωρίς αυτό να σημαίνει, πως οι άλλοι υστερούν.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή η Δραγούμη, που αναπτύσσει σε βάθος το ρόλο και δείχνει την έκταση του δραματικού της ταλέντου. Μέσα στο ερμηνευτικό της κέντρο, χωρίς υπερβολές, με μέτρο, πλάθει την ηρωίδα της με σεβασμό και πειστικότητα. Κινείται σαν ένα αερικό, συνώνυμο περηφάνειας και γενναιοδωρίας κόντρα στη μισαλλοδοξία και τον κοινωνικό ρατσισμό.

Ο Μπεγνής δεξιοτεχνικά ισορροπεί στο πλαφόν μιας ερμηνευτικής πρόκλησης και εκπλήσσει θετικά με την πειθαρχημένη άνεσή του στο σανίδι. Υποδύεται με δεινότητα τον ιδεαλιστή νεαρό, προσδίδοντας στο χαρακτήρα φρεσκάδα ανάμεικτη με την απαιτούμενη σοβαρότητα. Με ευστοχία μας φανερώνει την αλλαγή στη σκέψη και ψυχολογία της περσόνας που υποδύεται, έχοντας επαφή με το «δάσκαλό» του. Έτσι μεταποιείται σε θερμό θιασώτη ενός ενθουσιώδους και ορμητικού βίου, χωρίς να χάσει την πνευματικότητά του. Μαθαίνει να αγαπά τα αγαθά της ζωής και να μη φοβάται τη σκοτεινιά του θανάτου.

Ο Βαλτινός αναλαμβάνοντας ένα τόσο δύσκολο ρόλο πετυχαίνει με την ικανότητα και την πείρα του να σταθεί επάξια στη σκηνή. Ξεδιπλώνει το χαρακτήρα του φλεγόμενου για ζωή και απόλαυση Ζορμπά και μας αποκαλύπτει τη δύναμη της ψυχής του. Με το ταλέντο του γίνεται «ένα» με τον ήρωα που υποδύεται και κάνει ορατές την τάση για ασωτεία και ηδονές. Ένας ήρωας, οπαδός της χαράς και της περιπέτειας δεν μπορεί παρά να είναι πολέμιος του φόβου. Και ειδικά του θανάτου.

Η Κουλίεβα αξιοπρεπής, παίζει με υποκριτική χάρη, κομψότητα και μπρίο. Μόνη ένσταση η άρθρωση με το γαλλικό αccent, που δεν έφτανε στο κοινό τόσο καθαρά. Ο Βερλέκης ρωμαλέος, επιβλητικός και αγέρωχος. Ο Ρώτας, ο ταλαντούχος ηθοποιός της νέας γενιάς αποδίδει το χαρακτήρα επιδέξια και με δραματική ένταση.

Η σκηνοθεσία του ευρηματικού Σταμάτη Φασουλή γήινη, πληθωρική, φλερτάρει έντονα με την πρωτοτυπία και το μη καθιερωμένο. Ο Παντελιδάκης έντυσε το έργο με σκηνικά, που έχουν μνήμη, καθώς μέσα στο έργο γίνονται αναφορές συγγενικές με την ιστορία του τόπου (Κρήτη). Λιτά και με δόση αρχοντιάς ταξιδεύουν το θεατή στην εποχή του μεσοπολέμου.

Τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη ενδεικτικά και εναρμονισμένα στο ύφος της παράστασης. Οι χορογραφίες του Δημήτρη Παπάζογλου με την επικολυρική τους φυσιογνωμία σκορπούν κέφι και συγκίνηση παράλληλα.

Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου και η ενορχήστρωση του Αλέξιου Πρίφτη ολοκληρώνουν το αισθητικό αποτέλεσμα .

Μία ακριβή παραγωγή, μια πλούσια παράσταση αφιέρωμα στο έτος Καζαντζάκη 2017, εξήντα χρόνια από το θάνατό του.

«Μια αστραπή η ζωή μας, μα προφταίνουμε»: Ν. Καζαντζάκης.


Διαβάστε επίσης: