Την τραγωδία του Ευριπίδη «Τρωάδες» παρουσιάζει το φετινό καλοκαίρι, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε μετάφραση Θόδωρου Στεφανόπουλου και σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη.

Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης ερμηνεύει τον Μενέλαο.

Σε αναμονή της αναχώρησής τους για την Ελλάδα, οι αιχμάλωτες γυναίκες της Τροίας θρηνούν για την άλωση της πόλης. Μαζί τους η Εκάβη, που περιμένει την ανακοίνωση για τη δική της μοίρα αλλά έρχεται αντιμέτωπη με απανωτές συμφορές: η Πολυξένη σκοτώνεται στον τάφο του Αχιλλέα και η Ανδρομάχη μαθαίνει την απόφαση των Αχαιών να θανατώσουν τον μικρό της γιο, τον Αστυάνακτα. Την ίδια ώρα, η Κασσάνδρα προμηνύει τις καταστροφές που θα βρουν τους Έλληνες στον δρόμο της επιστροφής.

Φωτογραφία παράστασης | Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης ως Μενέλαος

***

-Το ανέβασμα του Χρήστου Σουγάρη έχει επιχειρήσει να αποφύγει τους βερμπαλισμούς, και προτείνει μια «χαμηλόφωνη» προσέγγιση της ευριπίδειας τραγωδίας. Πείτε μας περισσότερο για  το σκηνοθετικό όραμα της παράστασης.

Ο Χρήστος Σουγάρης, με τον οποίον πλέον έχουμε συνεργαστεί τρεις φορές τα τελευταία δύο – δύομιση χρόνια, με την Αυλή των Θαυμάτων, τον Σκρούζ και τώρα τις Τρώαδες, έχει την ικανότητα να “φέρνει” πάντα στο τραπέζι ένα ολόκληρο θεατρικό σύμπαν. Αυτό καθιστά και τη δική μας δουλειά, τη δουλειά του ηθοποιού, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, μιας και καλούμαστε να κινηθούμε μέσα σε αυτό το σύμπαν. Κάτι που από τη μια είναι βοηθητικό, γιατί ο Χρήστος έχει, όπως είπατε, ένα όραμα σε σχέση με τη σκηνοθεσία του και με την ουσία του έργου που κάθε φορά καταπιάνεται, εν προκειμένω με τις Τρωάδες, μα συγχρόνως και αρκετά δύσκολο, γιατί προσπαθούμε να κινηθούμε εντός αυτού του κόσμου, χωρίς να “ξεστρατίσουμε”, κατά κάποιον τρόπο.

Ο Χρήστος λοιπόν προτείνει στις Τρωάδες μια ανθρώπινη (σ.σ. διάσταση), ή μάλλον, θα χρησιμοποιήσω έναν αδόκιμο όρο, θα έλεγα πως την παράσταση τη χαρακτηρίζει η “ανθρωπίλα” των ηρώων, που υπάρχει και στο λόγο τους. Αυτό δε σημαίνει πως καταλήγουμε σε μια αποστασιοποιημένη προσέγγιση, μιας και μέσα από τις ερμηνείες μας, και από αυτό το σύμπαν που δημιουργεί επί σκηνής ο Χρήστος, επιχειρείται να αποκαλυφθεί το κόστος που κουβαλάνε οι ήρωες. Και βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον το πως αυτό το στοιχείο χρησιμοποιείται σαν εκφορά λόγου, σαν απεύθυνση και πως αυτό ακουμπά και τον θεατή.

Η εμπειρία από την περιοδεία μας μέχρι στιγμής μου δίνει την εντύπωση πως το κατορθώνει αυτό η παράσταση. Και είναι συναρπαστικό αυτό νομίζω, μιας και όλα κινούνται στην κόψη του μαχαιριού σε τέτοιες περιπτώσεις, γιατί μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να έχει ένα τρομακτικό ενδιαφέρον, μπορεί όμως και να φέρει και σε μια δυσκολία το κοινό. Αυτό που βλέπω και παρατηρώ, ωστόσο, στις παραστάσεις που έχουμε δώσει μέχρι στιγμής, μιας και δε βρίσκομαι για μεγάλη διάρκεια επάνω στη σκηνή και έτσι έχω τη δυνατότητα να παρακολουθώ την παράσταση, είναι ότι ο κόσμος είναι προσηλωμένος σε αυτό το σύμπαν που έχει φτιάξει ο Χρήστος και μαζί του έχουμε συνδημιουργήσει και οι υπόλοιποι συντελεστές.

-Οι «Τρωάδες» του Σουγάρη μοιάζουν να κινούνται σε έναν αόριστο χωρόχρονο. Στο επίκεντρο μπαίνουν οι γυναίκες με τις βαλίτσες, χωρίς να γίνονται αναγωγές και αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις του σήμερα. Τι πιστεύετε πως προσφέρει αυτή η επιλογή στο κοινό;

Νομίζω πως το συγκεκριμένο έργο δίνει τη δυνατότητα στον κάθε θεατή, όπως και στον ερμηνευτή και κάθε καλλιτέχνη να αφήσει να ακουστεί το κείμενο. Αυτός είναι ο σκοπός ο δικός μας, να ακουστεί αυτό το σπουδαίο κείμενο του Ευριπίδη, σε αυτήν την εκπληκτική μετάφραση – απόδοση του Θεοδωρή Στεφανόπουλου. Αυτή είναι η επιδίωξη μας λοιπόν, το να ακουστεί επιτέλους το κείμενο, να ακούσουμε τι λένε αυτές οι γυναίκες!

Έτσι λοιπόν ο θεατής, νομίζω ότι, μέσα από αυτήν την άχρονη, όπως είπατε, σκηνική απόδοση, μπορεί να ακούσει το λόγο και να ταξιδέψει όπου ο ίδιος επιθυμεί και να συγκινηθεί για οποιονδήποτε λόγο και όχι επειδή η παράσταση διδάσκει αυτό ή επειδή θέλει να μας πει ο σκηνοθέτης το άλλο. Δε μιλά για κάτι τόσο συγκεκριμένο, για κάποιον πολύ κοντινό, ή μακρινό από εμάς πόλεμο, εκθέτοντας κάτι εξαιρετικά απτό στα μάτια του θεατή. Αυτό νομίζω πως αποτελεί ένα κερδισμένο στοίχημα, πως δηλαδή, η παράσταση δεν πέφτει στην παγίδα να πει ότι “εδώ” βλέπουμε αυτήν την πολεμική σύρραξη, ώστε να κάνουμε την αναγωγή ότι έχουμε να κάνουμε με έναν συγκεκριμένο πόλεμο – ο πόλεμος είναι παντού, ο πόλεμος είναι στην καθημερινότητά μας, στη ρουτίνα μας, στη γειτονιά μας, με την οποιαδήποτε έκφανσή του. Αυτές οι γυναίκες είναι οι «Τρωαδίτισσες» μεν, αλλά οι γυναίκες αυτές βρίσκονται και πλάι μας, και χρειάζονται βοήθεια όπου και όποτε κι αν βρίσκονται.

Οπότε, νομίζω, ότι ο θεατής έτσι καταφέρνει και ακούει, γιατί όταν μπαίνεις σε έναν σύμπαν κάποιου άλλου, μπορείς και εσύ πολύ πιο εύκολα, χωρίς να σου πει να κοιτάξεις προς τα εκεί, ή προς την άλλη κατεύθυνση, να ερμηνεύσεις με έναν διαφορετικό τρόπο αυτό που συμβαίνει επί σκηνής.

Τρωάδες
Φωτογραφία παράστασης | Photo Credit: Mike Rafail (That Long Black Cloud)

-Θα ήθελα επίσης να μου πείτε για το πως επηρεάζεται η ερμηνεία σας από το σκηνοθετικό εύρημα να αδειάζει η σκηνή από άλλους ηθοποιούς κατά τους λεκτικούς διαξιφισμούς για παράδειγμα του Μενέλαου και της Ελένης, της Ελένης και της Εκάβης. Τι προκλήσεις ενέχει αυτό, και τι δυνατότητες σας παρέχει;

Βλέπω μια άλλη απόδοση σε αυτήν την περίφημη σκηνή, είναι ένας δικανικός λόγος που διαμείβεται μεταξύ της Ελένης και της Εκάβης, γύρω από το τι έχει συμβεί τελικά, πως φτάσαμε ως εδώ, πώς φτάσαμε σε αυτόν τον πόλεμο και ποιος φταίει και στη μέση βρίσκεται, ο “πρόεδρος” του άτυπου δικαστηρίου, ο Μενέλαος, που πρέπει να πάρει μια απόφαση.

Το πολύ ενδιαφέρον όμως για τον δικό μου ήρωα είναι ο τρόπος που τον βάζει στη σκηνή, και ουσιαστικά αυτοσυστήνεται στο κοινό και μιλάει για το δικό του δράμα.

Ο Μενέλαος ζει και αυτός ένα δικό του δράμα. Είναι και αυτός ηττημένος, έρχεται να δικαιολογηθεί, δεν έρχεται απλώς να πάρει την Ελένη, να πάρει πίσω το τρόπαιο του.

Άλλωστε, φοβάμαι ότι δεν τον παίρνει αυτό το “τρόπαιο”, ακόμα και αν το πάρει, όπως το παίρνει, όπως αποκτά ξανά τη γυναίκα, τη γυναίκα του μετά από τόσα χρόνια, δε θα είναι ποτέ ο ίδιος, ούτε εκείνος, ούτε εκείνη, ούτε τίποτα. Έχει επέλθει η απόλυτη καταστροφή και το ξέρει και ο ίδιος. Κουβαλάει το δικό του κόστος ο Μενέλαος, και το εκφράζει αυτό και στο τέλος κανονικά, ξέρει πως μπαίνει στο ίδιο πλοίο μαζί της, και τελικά αποφασίζει να μην την πάρει γιατί μπορεί να την ερωτευτεί ξανά, όπως του χτυπάει “καμπανάκι” η Εκάβη. Ξέρει ότι υπάρχει ένα κόστος, είναι και αυτός ηττημένος… δεν υπάρχουν άλλωστε νικητές σε κανένα πόλεμο.

-Και έχουμε να κάνουμε και με πολυσύνθετους χαρακτήρες, ο Μενέλαος δεν είναι αποκλειστικά ο φορέας της πολιτικής ευθύνης της καταστροφής…

Είναι ένας χαρακτήρας πολύ ιδιαίτερος ο Μενέλαος, πράγμα που το βλέπουμε και σε άλλες αρχαίες τραγωδίες. Είναι ένα πρόσωπο διφορούμενο, δεν είναι ο Αγαμέμνωνας, αυτός ο φοβερός ήρωας, ο “σούπερ ήρωας”, είναι ένα πρόσωπο που κινείται στη σκιά. Και στο φως και στη σκιά. Δεν μπαίνει στη σκηνή και λέει «που είναι αυτή η τρισκατάρατη να την πάρω να φύγουμε!», παρά αφήνει τα πράγματα να εξελιχθούν, αφήνει τους ανθρώπους να ακουστούν, και να ακουστεί και αυτός επιτέλους. Ζητάει μια δικαίωση για τον αγώνα του, όσο και αν αυτός είναι άδικος στα μάτια των άλλων, όσο και αν έφερε τον όλεθρο και την καταστροφή.

Και τελευταία σκεφτόμουν, και το συζητάγαμε με την κυρία Πατεράκη, ότι υπάρχει μια μεγάλη πολιτική χροιά σε αυτήν την σκηνή. Ο Μενέλαος είναι ο καινούργιος κατακτητής, ο καινούργιος “δικτάτορας”, ο αφέντης, για να δώσω μια εικόνα, είναι ένας Τραμπ – μπορώ να πω και άλλα ονόματα – είναι ένας άνθρωπος ο οποίος, αφού έχει τελειώσει το παλιό, αποτελεί το καινούργιο. Έχουμε τελειώσει με αυτόν τον κόσμο, ό,τι και να συμβολίζει η Τροία, και είμαστε εμείς πλέον στα πράγματα, και αυτό είναι οδυνηρό, αν το σκεφτούμε. Έχει χαθεί κόσμος, άντρες, παιδιά, και αυτός είναι το πρόσωπο του καινούργιου κόσμου, είναι αυτός που θα ορίσει τα πράγματα.

Και είναι συναρπαστική αυτή η αναγωγή σε σχέση και με το πως το αντιλαμβάνεται και ο θεατής ως κάτι τέτοιο. Είναι μια σκηνή ιδιαίτερη και αποτελεί μεγάλη μου τιμή και χαρά που βρίσκομαι σε αυτήν με την κυρία Πατεράκη.

Ακόμα όμως, έχει σαρκαστικό χιούμορ η σκηνή αυτή. Και διαπιστώνω πολλές φορές σε πολλές αρχαίες τραγωδίες, σα να το κάνανε επίτηδες οι τραγικοί, πάντα βάζουν μια σκηνή, πάντα βάζουν κάτι για να ελαφρύνουν λίγο το δράμα. Σα να είναι μια τεχνική αυτό που συμβαίνει στα έργα τους, σα να το κάνουν επίτηδες… Και έχει ενδιαφέρον η διαπίστωση, ότι εδώ θα πάρουμε μια ανάσα όλοι μαζί – και εμείς και εσείς.

-Τέλος, θα ήθελα να μου σχολιάσετε την ιδιαίτερη συνθήκη της περιοδείας. Πώς είναι για εσάς να ταξιδεύετε και να παρουσιάζετε τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε διάφορα θέατρα της χώρας;

Είναι πάντα μεγάλη χαρά. Το ιδιαίτερο καλό σε αυτήν την περίπτωση είναι πως εδώ έχουμε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε πιο ήπια, μιας και δεν πρόκειται για ιδιωτική παραγωγή, στην οποία έχουν επενδυθεί πολλά χρήματα και θα πρέπει να κάνουμε σαράντα και πενήντα παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα. Είναι μια πιο ήπια περιοδεία, όπου δεν υπάρχει το φοβερό άγχος να ταξιδέψουμε στην επόμενη πόλη, να ξεκουραστούμε μερικές ώρες, να φάμε κάτι, να παίξουμε το βράδυ, να ξυπνήσουμε την επόμενη μέρα, να πάμε στην επόμενη πόλη και αυτό να γίνει σερί οχτώ και δέκα μέρες, χωρίς ένα ρεπό. Οπότε η δυνατότητα που δίνεται στους ηθοποιούς όταν έχουν τη τύχη να βρίσκονται στις παραστάσεις του Εθνικού, ή του Κρατικού Θεάτρου, σου επιτρέπει και να απολαύσεις και περισσότερο αυτό το ταξίδι. Και μάλιστα, επειδή τα κρατικά θέατρα ταξιδεύουν και σε χώρους ιδιαίτερους, όπου δεν πάνε πάντα οι καλοκαιρινοί θίασοι, όπως τώρα που βρεθήκαμε στη Δωδώνη ας πούμε, στο Αρχαίο Θέατρο της Δωδώνης… είναι πολύ όμορφη η εμπειρία αυτή, πέρα από την Επίδαυρο βέβαια.

Πάντως, πάντα με συγκινεί αυτή η συνάντηση με τους θεατές. Το βρίσκω πολύ γλυκό και τρυφερό όταν συναντάς ανθρώπους που έχουν έρθει σε άλλες παραστάσεις που έχεις παίξει, και συζητάς μαζί τους, γιατί τώρα είσαι εσύ αυτός που έρχεται στην πόλη τους, πας εσύ κοντά τους. Πρόκειται για κάτι πολύ ιδιαίτερο, είναι σα να ερχόμαστε και εμείς να σε τιμήσουμε, και αισθάνομαι και εγώ μεγάλη χαρά και τιμή που βρίσκομαι στην περιοχή τους για εκείνες τις μέρες.

Επίσης, ήδη έχουμε παίξει σε τόσο ωραία μέρη, στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου ας πούμε στην Κύπρο, ένα τρομερό αρχαίο θέατρο, στη Δωδώνη, που προανέφερα, στους Φιλίππους, σε υπέροχους χώρους…

Και αισθάνομαι τέλος, πως οι «Τρωάδες» θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν το “outsider” του φετινού καλοκαιριού και χαίρομαι που κερδίζει έδαφος και κερδίζει αν θέλετε και τις εντυπώσεις. Δεν πρόκειται για ένα φασαριόζικο ανέβασμα, αλλά για μια ουσιαστικό παράσταση, ένα αποτέλεσμα που οφείλεται σε όλους τους συντελεστές, που ποιον να πρωτοαναφέρω, θα ξεχάσω σίγουρα κάποιον… και είμαστε όλοι χαρούμενοι που βρισκόμαστε στο πρώτο – αν είναι δυνατόν- κατέβασμα, της κυρίας Πατεράκη στην Επίδαυρο, ερμηνεύοντας συγκλονιστικά την Εκάβη, κατά την άποψη μου. Οπότε αποτελεί και αυτό τεράστια χαρά, όπως και κάθε πτυχή της συνεργασίας μου με τη Ρούλα.

Τρωάδες

***

Η παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, σε μετάφραση Θόδωρου Στεφανόπουλου και σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη, θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 18 & 19 Αυγούστου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2023.

Διαβάστε επίσης:

Τρωάδες, του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη σε καλοκαιρινή περιοδεία 2023