Στο Θέατρο Τζένη Καρέζη ανεβαίνει η παράσταση Πολίτες Β’ Κατηγορίας, του Brian Friel, σε σκηνοθεσία της Τζένη Κόλλια, 50 χρόνια μετά από την πρώτη εγχώρια παρουσίασή του στην ίδια σκηνή.

Τρεις καθημερινοί άνθρωποι, παγιδεύονται κατά λάθος στο Δημαρχείο της πόλης τους, μετά από μια διαδήλωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα που εξελίχθηκε σε βίαιη και αιματηρή σύγκρουση με την αστυνομία και τον στρατό. Μέσα σε λίγη ώρα μοιράζονται φόβους, εξομολογήσεις και την δική τους καθαρή αλήθεια.

Το κράτος θα τους ονομάσει τρομοκράτες.
Οι θεατές θα δουν την αλήθεια.

***

— Το έργο του Brian Friel συνδέεται άμεσα με την περίοδο των Ταραχών στη Βόρεια Ιρλανδία. Πιστεύετε ότι ο σημερινός Έλληνας θεατής, που ενδεχομένως δεν είναι εξοικειωμένος με το ιστορικό πλαίσιο, μπορεί να παρακολουθήσει την ιστορία σε βάθος;

Τζένη Κόλλια: Στόχος ήταν να μην αντιμετωπιστεί το έργο ως ένα σχόλιο αποκλειστικά πάνω σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Ξεκίνησε από μια βαθύτερη ανησυχία που αφορά το πώς η εξουσία ορίζει τα όρια ανάμεσα στην αντίσταση, την πολιτική δράση, την αλληλεγγύη και σε αυτό που χαρακτηρίζεται ως απειλή ή «τρομοκρατία». Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η αναγωγή στο σήμερα· στο πώς αυτά τα ερωτήματα επιστρέφουν διαρκώς, αλλάζοντας μόνο πρόσωπα, χώρες και πολιτικά συμφραζόμενα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο θεατής σίγουρα θα αναγνωρίσει κάποια πλευρά του εαυτού του.

— Οπότε, εξαιτίας της επικαιρότητας επιλέξατε το έργο; Αφορμώμενη από αυτό που είπατε, μου έρχεται κατά νου το παράδειγμα της Palestine Action στο Ηνωμένο Βασίλειο. Βλέπουμε έντονες συζητήσεις για το πού τελειώνει η πολιτική δράση και η αλληλεγγύη και πού αρχίζει η «τρομοκρατία»…

Τζένη Κόλλια: Η επικαιρότητα έρχεται να επιβεβαιώσει ακριβώς ότι αυτά τα ερωτήματα δεν ανήκουν στο παρελθόν· επιστρέφουν κάθε φορά με διαφορετικές μορφές. Το θέατρο, η τέχνη γενικότερα, οφείλει να εκθέτει αυτά τα ερωτήματα. Ο σκοπός δεν είναι τόσο να απαντηθούν, όσο να διεγείρουν το κοινό αίσθημα προς έναν κοινό προβληματισμό.

— Η παράσταση ανεβαίνει ξανά στο Θέατρο Τζένη Καρέζη σχεδόν 50 χρόνια μετά. Νιώθετε ότι «συνομιλείτε» με εκείνο το πρώτο ανέβασμα ή επιλέξατε να κάνετε μια εντελώς νέα ανάγνωση;

Τζένη Κόλλια: Δεν νομίζω ότι είναι εύκολο να συνομιλήσει κανείς με την ιστορία. Σαφώς και υπάρχει ένα επιπλέον συναισθηματικό φορτίο για μένα, αλλά θεωρώ ότι μπορείς μόνο να «διαβάσεις» την ιστορία και να αποκτήσεις μια όσο γίνεται πιο αντικειμενική και κριτική ματιά πάνω στα γεγονότα. Η ερμηνεία της ιστορίας εμπεριέχει, ωστόσο, και το υποκειμενικό κριτήριο.

Έτσι, εστιάσαμε όχι στην αναπαράσταση της ιστορικής πληροφορίας, αλλά στη δραματουργική καθαρότητα των σχέσεων και των συγκρούσεων. Δηλαδή, στο να είναι σαφές ποιος συγκρούεται με ποιον, γιατί συγκρούεται και τι διακυβεύεται κάθε στιγμή. Το ζητούμενο είναι να μπορεί ο θεατής να αναγνωρίσει το σήμερα μέσα στο χθες, ακόμη κι αν δεν γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες του ιστορικού πλαισίου. Μιλάμε, μέσα από την Ιρλανδία, για κάθε κοινωνία που συνεχίζει να παλεύει με αυτά τα ερωτήματα.

Photo Credit: Δομνίκη Μητροπούλου

— Στη φράση “how many ‘yobos’ are inside the Guildhall”, η λέξη “yobos” φέρει έντονη ταξική και υποτιμητική φόρτιση. Πώς επιλέξατε να την αποδώσετε στα ελληνικά ώστε να διατηρηθεί αυτό το κοινωνικό και πολιτικό φορτίο;

Μιχάλης Σιώνας: Όπως πολύ σωστά σημειώνετε, η λέξη αυτή φέρει χλευαστικό πρόσημο και χρησιμοποιείται για να δηλώσει, με τρόπο αργκοτικό, συνήθως τον κοινωνικά κατώτερο, ο οποίος θεωρείται ακαλλιέργητος, ασεβής ή άγριος. Η λέξη που επιλέξαμε, λαμβάνοντας υπόψη και την υπόθεση του έργου, είναι η λέξη «μπαχαλάκηδες».

— Μοιάζει ταιριαστή, είναι η αλήθεια! Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη μετάφραση του έργου του Friel; Αφορούσε περισσότερο τη γλώσσα, το πολιτισμικό πλαίσιο ή τη μεταφορά της ειρωνείας και του χιούμορ;

Μιχάλης Σιώνας: Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η μεταφορά της φρασεολογίας, η οποία καθορίζει και αποκαλύπτει σε μεγάλο βαθμό το πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται το εκάστοτε έργο.

— Το έργο του Brian Friel έχει μια ιδιότυπη, σχεδόν υβριδική φόρμα, καθώς συνδυάζει μαρτυρίες, καταθέσεις, δημοσιογραφικό λόγο και θεατρική δράση. Πώς θα περιγράφατε εσείς τη δομή και την ιδιαιτερότητα αυτού του κειμένου; Τι είναι αυτό που το κάνει ακόμη δραματουργικά ζωντανό σήμερα;

Μιχάλης Σιώνας: Αυτό που κάνει δομικά πολύ ενδιαφέρον το συγκεκριμένο έργο είναι η χρήση σκηνών με γεγονότα που έχουν προκύψει από όσα διαδραματίζονται σε ρεαλιστικό χρόνο μπροστά μας. Ένα είδος flash forward, θα λέγαμε, σε αντίθεση με το μοτίβο του flashback, που είναι πολύ πιο σύνηθες στην παγκόσμια δραματουργία.

Διαβάστε επίσης:

πολίτες β’ κατηγορίας, του Μπράιαν Φρίελ σε σκηνοθεσία Τζένης Κόλλια στο Θέατρο Τζένη Καρέζη