Το “Bull” του Mike Bartlett φέρνει στην επιφάνεια τη βία του σύγχρονου εργασιακού περιβάλλοντος μέσα από έναν ασφυκτικό, σχεδόν ανελέητο μηχανισμό σύγκρουσης. Στη νέα σκηνική του ανάγνωση, ο Δημήτρης Αποστολόπουλος το προσεγγίζει στη σκηνή του «Από Μηχανής Θέατρο» ως μια εμπειρία χωρίς περιθώρια απόστασης για τον θεατή. Αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τη σκηνοθεσία και την ερμηνεία, επιλέγει να μην «προστατευτεί» πίσω από μια ασφαλή θέση, αλλά να εκτεθεί μαζί με τους ηθοποιούς του σε ένα πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης.
«Είναι ένα έργο ωμό και άμεσο. Δεν κρύβεται πίσω από μεταφορές και συμβολισμούς», σημειώνει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο CultureNow, επισημαίνοντας το στοιχείο που τον προσέλκυσε εξαρχής στο κείμενο.
Σε διάλογο με τη γενιά του, μια γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα σε κρίσεις, αβεβαιότητα και διαρκή επισφάλεια, ο Αποστολόπουλος προσεγγίζει το Bull ως βιωμένη εμπειρία. Η παράσταση στήνεται σαν αρένα χωρίς διαφυγή, με το κοινό σε θέση μάρτυρα μιας τελετουργίας εξουσίας και εξευτελισμού. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορία επαγγελματικού ανταγωνισμού, αλλά για μια ωμή ανατομία των μηχανισμών που παράγουν και αναπαράγουν την «ανθρωποφαγία» της εποχής μας.
«Η οξύτητα των πραγμάτων προκύπτει και απ’ τις δεδομένες συνθήκες», παρατηρεί, τονίζοντας πως συχνά ευθύνεται «η οριακή κατάσταση που μας έχει φέρει ο ύστερος καπιταλισμός». Μέσα σε αυτό το τοπίο, το θέατρο αναδεικνύεται ως χώρος αντίστασης: χρόνος, έμπνευση και «λίγη ποίηση», αλλά και ο αυθορμητισμός και το θράσος μιας γενιάς που εξακολουθεί να δοκιμάζει τα όριά της πάνω στη σκηνή.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Ακολουθεί η συνέντευξη που έδωσε ο Δημήτρης Αποστολόπουλος στον Γιάννη Ασδραχά.
***
-Το Bull είναι ένα έργο-μαχαίρι για τη σύγχρονη εργασιακή βία. Τι σας ιντρίγκαρε περισσότερο στο κείμενο και σας οδήγησε να πείτε: «αυτό θέλω να το σκηνοθετήσω»;
Είναι ένα έργο ωμό και άμεσο. Δεν κρύβεται πίσω από μεταφορές και συμβολισμούς. Επίσης, πρόκειται για ένα έργο που δίνει μεγάλη ελευθερία στους ηθοποιούς και αυτό είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ.
-Σκηνοθετείτε και πρωταγωνιστείτε ταυτόχρονα. Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στο να καθοδηγείτε την παράσταση και παράλληλα να βρίσκεστε επί σκηνής; Πώς ισορροπείτε το βλέμμα “απ’ έξω” με την εμπειρία “από μέσα”;
Για να είμαι ειλικρινής εγώ σκηνοθέτησα τα παιδιά και τα παιδιά σκηνοθέτησαν εμένα. Θέλω να πιστεύω πως αυτή είναι η καλύτερη ισορροπία.
-Το meeting room όπου εκτυλίσσεται το έργο λειτουργεί σαν αρένα. Στη δική σας παράσταση, ο χώρος γίνεται σχεδόν κυκλικός, με το κοινό σε απόσταση αναπνοής από τους ηθοποιούς. Τι εξυπηρετεί αυτή η σκηνική επιλογή και πώς επηρεάζει την ένταση;
Αυτό που εξυπηρετεί είναι στο να σπάσουμε τον τέταρτο τοίχο. Να ξεβολευτούμε όλοι μαζί όσο γίνεται. Να γίνουμε όλοι μαζί συνένοχοι σε κάτι. Θα ήταν μία άλλη παράσταση αν το κοινό δεν ήταν πάνω στην σκηνή μαζί μας, θα έχανε την ουσία του και την έντασή του.

-Με τον Γιάννη Εγγλέζο, τη Νάντια Κατσούρα και τον Στρατή Χατζησταματίου είστε φίλοι και συνοδοιπόροι από τη σχολή. Πόσο σας βοηθά αλλά και πόσο σας δοκιμάζει αυτή η χημεία πάνω στη σκηνή και ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στο να δουλεύεις μαζί με φίλους σε ένα τόσο απαιτητικό έργο;
Είναι υπέροχο να δουλεύεις με τους ανθρώπους σου και αυτός είναι και ο μόνος λόγος που μπαίνω στα παπούτσια της σκηνοθεσίας. Απλά για να υπάρχω με αυτούς τους ανθρώπους σκηνικά.
-Η γενιά σας μεγάλωσε μέσα σε κρίση, μνημόνια και πανδημία. Η εργασιακή «ανθρωποφαγία» που βλέπουμε στο έργο είναι προϊόν συνθηκών ή σταθερό στοιχείο της ανθρώπινης συμπεριφοράς;
Η οξύτητα των πραγμάτων προκύπτει και απ΄ τις δεδομένες συνθήκες. Σίγουρα ο άνθρωπος κυοφορεί τέτοιες συμπεριφορές μέσα του αλλά όταν φτάνουμε να χρησιμοποιούμε την λέξη ανθρωποφαγία, σίγουρα ευθύνεται η οριακή κατάσταση που μας έχει φέρει ο ύστερος καπιταλισμός. Και το συγκεκριμένο έργο αποτέλεσμα αυτών των πρακτικών είναι.
-Έχετε σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες. Βλέπετε το έργο και ως μια μικρογραφία μηχανισμών πολιτικής και θεσμικής εξουσίας;
Έτσι νομίζω. Αν και τα πράγματα είναι πλέον τόσο εξόφθαλμα που δεν χρειάζεται να ειδικεύεσαι πάνω σε αυτούς τους μηχανισμούς για να τους νιώθεις πάνω σου ή στο εργασιακό σου περιβάλλον.
-Η προηγούμενη και πρώτη σκηνοθετική σας δουλειά «Pavlov ή δύο δευτερόλεπτα πριν το έγκλημα» του Gustavo Ott, άγγιζε τη χειραγώγηση και τα ΜΜΕ. Υπάρχει κάποια θεματική συνέχεια με το Bull;
Θεωρώ πως υπάρχει, ναι… Λατρεύω τα έργα με τους αντιήρωες, τους απόκληρους και όλους τους χαρακτήρες που είναι θύματα της παγκοσμιοποίησης. Δηλαδή όλους εμάς σαν να λέμε.
-Έχετε πει ότι σας ενδιαφέρουν οι ρόλοι που «σας πηγαίνουν παρακάτω». Σε αυτήν την παράσταση τι σας πήγε παρακάτω λοιπόν;
Να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω ακόμα τι με πήγε παρακάτω μέσα από την συγκεκριμένη διαδικασία! Ενδεχομέμως είναι ακόμα πολύ νωρίς, και όλο αυτό δεν έχει “κάτσει” μέσα μου… Αν έπρεπε να απαντήσω θα έλεγα την εξάσκηση στην υπομονή.
-Στα επόμενα βήματά σας νιώθετε ότι θα ισορροπήσετε ανάμεσα στη σκηνοθεσία και την υποκριτική ή βλέπετε ήδη μια κατεύθυνση να υπερισχύει;
Γενικά, νομίζω πως θα τα ήθελα και τα δύο στην ζωή μου. Δε μπορώ να τα διαχωρίσω και δεν θέλω, ίσως όχι ακόμα… Ακόμα “μπουσουλάω”. Νιώθω πάντως, πως κυνηγάω περισσότερο τον χώρο να υπάρχω καλλιτεχνικά με κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους, παρά να μεταφέρομαι από παράσταση σε παράσταση σα μονάδα. Το οποίο είναι και κάτι που δεν κάνω συχνά (να είναι καλά η τηλεόραση που με θρέφει οικονομικά).

-Ως νέος δημιουργός, τι πιστεύετε ότι χρειάζεται περισσότερο το ελληνικό θεατρικό τοπίο σήμερα — και τι δεν θα θέλατε να αλλάξει;
Κατά την ταπεινή μου άποψη αυτό που χρειάζεται είναι χρόνος και έμπνευση (και λίγη ποίηση), πράγμα δύσκολο να συμβεί κάτω απ΄ τις συνθήκες τις οποίες ζούμε. Αυτό που δεν θα άλλαζα είναι ο αυθορμητισμός και το θράσος της γενιάς μου. Είναι μια μορφή αντίστασης.
Πληροφορίες παράστασης
Bull του Mike Bartlett
Από Μηχανής Θέατρο – ΠΑΝΩ ΣΚΗΝΗ, Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο
Δευτέρα & Τρίτη 21:00
Προπώληση: more.com
Διαβάστε επίσης:
Bull, του Μάικ Μπάρτλετ σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αποστολόπουλου στο Από Μηχανής Θέατρο