Η γλώσσα, λέει ο σοφός λαός, κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει. Ο Michele Serra, από τους πιο διάσημους και σατιρικούς σχολιαστές της πολύβουης καθημερινότητας, γράφει ένα βιβλίο όπου αντιπαραθέτει τον «πόλεμο» και την «ειρήνη» ανάμεσα στις γενιές Νέων και Ηλικιωμένων με έμμεση αναφορά στον Τολστοϊκό κόσμο. Με ένα καυστικό αφηγηματικό ύφος – η μετάφραση της Δήμητρας Δότση αναδεικνύει την δυναμικότητα του κειμένου – που ξετυλίγεται σαν καμβάς επάνω στον μουσαμά, ο συγγραφέας με αυτοαναφορική διάθεση σχολιάζει εύστοχα και έξυπνα την σχέση ανάμεσα σε πατέρα και γιο, ανάμεσα στην παλιά γενιά και την νέα γενιά. Ο λόγος του πολλές φορές αιχμηρός εκεί που πρέπει αλλά παράλληλα με χιουμοριστική διάθεση καταδεικνύει το χάσμα που διέπει αυτούς τους δύο κόσμους. Δεν διυλίζει τον κώνωπα ούτε καταπίνει την κάμηλο, δεν χαρίζεται, δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει την πένα του για να καυτηριάσει τον τρόπο ζωής των νέων, να ψέξει την ευκολία των μεγάλων να φορτώσουν στους νέους τις δικές τους αμαρτίες και να περιγράψει γλαφυρά πως ένας πατέρας βλέπει τον τρόπο συμπεριφοράς του παιδιού του και την πολλές φορές ανυπόφορη αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ τους.

Ο αφηγητής στην αρχή του βιβλίου απορεί και αναρωτιέται εύλογα «Που είσαι; Σου έχω τηλεφωνήσει τουλάχιστον τέσσερις φορές και δεν απαντάς ποτέ. Το κινητό σου χτυπά στο κενό, σαν τα τηλέφωνα των μοιχών αντρών και των θιγμένων ερωμένων […]». Από την πρώτη κιόλας φράση του ο συγγραφέας επιστρατεύει αυτό για το οποίο είναι δεινός, δηλαδή τον φλεγματικό και σατιρικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Προσπαθεί μάταια να κατανοήσει κάτι ξένο για εκείνον, μία πραγματικότητα αλλόκοτη και φτιαγμένη από στοιχεία που για έναν πατέρα του σήμερα μοιάζουν όχι μόνο ανεξήγητα αλλά και αλλοπρόσαλλα, σχεδόν εξωπραγματικά. Είναι η γλώσσα, οι κινήσεις, οι συνήθειες, οι αντιδράσεις, η νεανική συμπαντική επικράτηση που μοιάζει να είναι τόσο απόμακρη σε σημείο που ο ίδιος ο αφηγητής πατέρας εκλιπαρεί για λίγη επαφή, αν αυτό είναι δυνατόν. Και εκεί κάπου αρχίζει να απολογείται για τα δικά του πεπραγμένα, να μέμφεται τον εαυτό του, να αυτοχαστουκίζεται, να αναρωτιέται τις πταίει και όλα βαίνουν λάθος στα μάτια του. Φταίει όμως όντως κάποιος; Με στοχαστική διάθεση μονολογεί: «Λένε ότι χρειαζόσουν έναν Πατέρα. Έναν πραγματικό Πατέρα. Ό,τι χρειαζόσουν τη σωστά οργανωμένη, τη σωστά κωδικοποιημένη πειθαρχία του, έτσι ώστε ή να τον κάνεις δικό σου ή να τον αντικρούσεις και να τον πολεμήσεις, και πολεμώντας τον να ωριμάσεις».

Στην πορεία της αφήγησης του πρωταγωνιστή πατέρα που μοιάζει από την μία με παρατηρητή των πεπραγμένων του γιου του και από την άλλη με απολογητή τύπου Σωκράτη για λογαριασμό των δικών του, ο ευφυής Serra μας μεταφέρει σε έναν μεταφυσικό και φανταστικό πόλεμο μεταξύ Ηλικιωμένων και Νέων και παραθέτει όλο το παρασκήνιο, την μάχη που μαίνεται για την τελική επικράτηση του ενός ή του άλλου στρατοπέδου. Θα υπάρξει ανακωχή ή θα επέλθει αφανισμός του μάχιμου πληθυσμού των Νέων ή των Ηλικιωμένων; Ποιος θα υποχωρήσει και ποιος θα καταφέρει να κυριαρχήσει; Στις πρώτες σελίδες βρίσκεται η απάντηση: «ή θα νικήσουν οι Νέοι ή η ανθρωπότητα θα πάει κατά διαβόλου, μαζί με όλα τα δοξασμένα ερείπια που σέρνονται μαζί της». Ο επίσης συγγραφέας Ζαν Ζενέ ήθελε κάποτε να «αδράξει τη δόξα των εν κινήσει σωμάτων». Η νιότη όμως δεν ξανάρχεται και δεν ξανακερδίζεται, δεν είναι αιώνια, έρχεται η ώρα που το γήρας οφείλει να αποχωρήσει και να δώσει τόπο στους νέους καρπούς, στην φρεσκάδα της ζωής που ακολουθεί. Η κατακλείδα φράση του βιβλίου είναι χαρακτηριστική: «Σου φώναξα – Περίμενέ με! – μα δεν απάντησες. Δεν με άκουγες πια. Τώρα επιτέλους μπορούσα να γεράσω». Σκληρή αλήθεια και όχι σύνθημα!

«Η φροντίδα του κόσμου είναι μια συνήθεια που την κληρονομείς».

«Η νιότη μπορεί να είναι αιώνια, συλλογίστηκα. Αρκεί να δεχτούμε ότι δεν μας ανήκει πια. Ό,τι μας προσπερνάει, σαν τα νερά των ποταμιών. Μόνο και μόνο επειδή η νιότη ανήκει στους άλλους, εμείς πρέπει να την μισούμε;».


Το βιβλίο του Michele Serra, Οι αραχτοί, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.