Η δουλειά του ποιητή είναι δύσκολη, μα δεν το ξέρεις ακόμη. Μια ενστικτώδης πράξη σε ωθεί να περισώσεις λέξεις. Μα, όταν ακούγεται φρικτή μια μουσική, κουνάς δεξιά κι αριστερά το κεφάλι: δεν είμαι εγώ αυτό. Ανοίκεια, ακατοίκητη, αυτή η νέα γλώσσα σε καλωσορίζει σε μια περιοχή κινδύνου.

Το μολύβι φέρει τα δαχτυλικά σου αποτυπώματα αλλά οι λέξεις δεν είναι δικές σου. Ίσως ο λυγμός, όχι οι λέξεις, να σε γδέρνει κάπου πιο μέσα. Έχεις παγιδευτεί στα λασπόνερα κάποιας μνήμης. Ενόσω το παρατεταμένο βουητό των στίχων σβήνει τους εξωτερικούς ήχους, απ’ την απέναντι όχθη η ζωή σού νεύει, ανέμελη, να ξεχάσεις. Πάλι με φρίκη, κουνάς το κεφάλι: δεν είμαι εγώ αυτή.

Ποιό θεϊκό μυαλό συνέλαβε εκείνο τον τόπο τού μεταξύ (ύπνου και ξύπνιου / υποταγής και επιθυμίας) όπου συγκεκριμένα ανθρώπινα σώματα, καθηλωμένα στην απραξία, κινδυνεύουν να τρελαθούν;    

«Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει»*

Ποιό δαιμόνιο μυαλό σκαρφίστηκε, ως απάντηση ίσως, τις παραπάνω λέξεις; Το ρήμα κάθεται ανύποπτο στη μέση ενός στίχου. Φωνή: παθητική. Τι πάει να πει παθητική όταν ο στίχος κλυδωνίζει;    

Υπερασπίζεσαι έναν κόσμο που δεν υπάρχει ούτε έξω ούτε μέσα σου, αλλά είναι αληθινός. Αυτή η γνώση μπορεί να σε στοιχειώσει. Έκτοτε η γλώσσα γίνεται το λαχάνιασμα, το καρδιοχτύπι, η αγωνία ενός κόσμου που μόνο στο χαρτί μπορεί να υπάρξει:

«Ο τρόπος να κινδυνεύομε είναι ο τρόπος μας σαν ποιητές»*

Σκίζοντας χαρτιά, καίγοντας σκληρούς δίσκους, εγκαταλείποντας στίχους σε όνειρα, ανακαλύπτεις όμως πως ποίηση δεν είναι μόνο τα ποιήματα αλλά κι ένας επιμελής τρόπος να τα καταστρέφεις.

Κάποιοι ποιητές ζουν τη στιγμή που έχουν πεθάνει (η πρόταση διαβάζεται με δύο τρόπους). Ευτυχώς που η ποίηση, ως μεταφορά, είναι και μια φονευμένη κυριολεξία.  

[Το να γράφεις ποιήματα δεν είναι μια κατ’ ανάγκην ιδιωτική και ευχάριστη ενασχόληση, κάτι στο οποίο έχει κανείς κλίση ή ένα οικογενειακό-κοινωνικό προνόμιο (πλούσιος, μορφωμένος κ.λπ.), αλλά μια κοινή γλωσσική υπόθεση με αστυνομική πλοκή: όποιος εισέλθει για τα καλά στη λογική των ποιημάτων, κινδυνεύει – ως ήρωας, αναγνώστης, δημιουργός ή και όλα μαζί – να μην ξαναβγεί.]

* Οι στίχοι σε εισαγωγικά ανήκουν, ο πρώτος, στον Διονύσιο Σολωμό, ο δεύτερος, στην Ελένη Βακαλό. Η λέξη «κλυδωνίζει», παραβαίνοντας τους γραμματικούς κανόνες, εδώ σε ενεργητική φωνή.

Info: Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Έγραψε το βιβλίο ποίησης μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007) ενώ από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν τα βιβλία της Μαύρη Μωραλίνα (2010) και Χορευτές (2014). Έχει μεταφράσει τα Ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον (Μελάνι, 2010). Ζει στην Αθήνα.

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 30