Η επίσημη ανακοίνωση της documenta πριν από τρία χρόνια ότι θα παρουσιαστεί παράλληλα με το Κάσελ και στην Αθήνα, προκάλεσε μεγάλη έκπληξη και στις δύο πόλεις. Η τολμηρή ιδέα ανήκε στον Πολωνό Ιστορικό Τέχνης, και διευθυντή της Kunsthalle Basel, Adam Szymczyk, ο οποίος επιλέχθηκε από την επιτροπή της διοργάνωσης ως καλλιτεχνικός διευθυντής της πιο εμβληματικής έκθεσης παγκοσμίως που πραγματοποιείται κάθε πέντε χρόνια στο Κάσελ, στην καρδιά της Γερμανίας. Η έκθεση ξεκίνησε το 1955 με πρωτοβουλία του καλλιτέχνη Arnold Bode (σπάνια έργα του οποίου με θέμα τις Ελληνικές αρχαιότητες βρίσκουμε στη Neue Galerie) με σκοπό την ανάδειξη της ελευθερίας της τέχνης και την προώθηση της πρωτοπορίας, στο πρώην πριγκιπάτο της Έσσης, όπου, για την ιστορία, κατασκευάζονταν τα περίφημα Tiger τανκς των Ναζί και η οποία τον Οκτώβριο του 1943 ισοπεδώθηκε από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων. Στην πρώτη συνέντευξη τύπου ο Adam Szymczyk δήλωσε εμφατικά ότι ο σκοπός της διεξαγωγής της documenta για πρώτη φορά εκτός από το Κάσελ και στην Αθήνα δεν αφορά τη διάθεση της καταστροφολαγνείας- ‘poornography’ όπως χαρακτηριστικά το έθεσε- που κυριαρχεί στα μίντια για μία χώρα που διέρχεται τον έβδομο χρόνο βαθιάς οικονομικής κρίσης και κοινωνικής εξαθλίωσης. Αντιθέτως η κρίση  λειτουργεί ως έναυσμα για να ερευνηθούν, μέσα από το γόνιμο διάλογο της τέχνης, οι συνθήκες, ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, που οδηγούν στην ανάγκη αντίστασης μέσα από την καλλιτεχνική έκφραση. Μέσω του ‘μαθήματος’ που παρέχει η Αθήνα, η documenta ανατρέχει πίσω στις αρχές της πρώτης έκθεσης, καθώς η ιστορική συγκυρία ανασύρει γνώριμες θύμισες, απαιτώντας την ανάκτηση της αίσθησης του επείγοντος από την τέχνη, και την άμεση αντίδραση και συνέργειά της στην ανατροπή και αλλαγή του παρόντος.

Αναμφισβήτητα, τώρα που καταλαγιάζει ο αχός από τις πρώτες μέρες των εγκαινίων, πρώτα στην Αθήνα και πριν μιάμιση εβδομάδα στο Κάσελ, κι έχουμε επισκεφτεί ξανά και ξανά τους χώρους, 82 συνολικά, έχοντας αναπόφευκτα παραλείψει δρώμενα που συνέβαιναν ταυτόχρονα και κάποια που ξεκινούν τώρα, αντιλαμβανόμαστε ότι η φετινή documenta πρόκειται για ένα εγχείρημα επικών διαστάσεων, μία μέγα-έκθεση που δεν εξαντλείται σε μία ανάγνωση αλλά αποτελεί ένα παράδειγμα πολυεπίπεδης έκθεσης σε δύο πράξεις όπως και opus ακαδημαϊκής μελέτης για τις επόμενες γενιές. Οι 100 μέρες της έκθεσης γίνονται φέτος 163, 260+ διεθνείς καλλιτέχνες, συνθέτουν τη σημερινή εικόνα των εικαστικών τεχνών, σε γόνιμο διάλογο με χώρους έκφρασης όπως ο πειραματικός κινηματογράφος, η ποίηση, η δημόσια συζήτηση, ο ήχος ως αυτόνομη οντότητα. Συγκεκριμένα οι συναντήσεις με τις 34 Ασκήσεις Ελευθερίας προλείαναν το έδαφος από τον περασμένο Σεπτέμβριο στο ειδικά επιλεγμένο φορτισμένο χώρο του Κέντρου Τεχνών Δήμου Αθηναίων/ Μουσείο Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης του Πάρκου Ελευθερίας, το οποίο διαμορφώθηκε από τον Αντρέα Αγγελιδάκη σαν ένας σύγχρονος Δήμος και ονομάστηκε Βουλή των Σωμάτων, κι έδωσαν το στίγμα ενός πολιτιστικού γεγονότος που δεν θεωρεί τίποτα θέσφατο και βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το κοινό.

Ο λόγος και το έργο αλληλοσυμπληρώνονται σε μία επιτελεστική πραγματεία δρώμενων, ακουσμάτων, εικόνων και νοημάτων, ιστορικών αναδρομών και σύγχρονων προτάσεων, που προχωρά πιο μακριά από το σύνηθες πλαίσιο και στήσιμο μίας έκθεσης τέχνης. Ασχέτως αν καταφέρνει να αντιπαλέψει με όλα τα θέματα που έχει τοποθετήσει επάνω στο τραπέζι, η documenta 14 κατορθώνει να παραμείνει στη σκέψη του θεατή και μετά την έξοδό του από τον εκθεσιακό χώρο.

Βορράς και Νότος- μία σχέση πάθους

Η αφήγηση ξεκινά με την documenta 14 να επιλέγει ως σημείο αναφοράς μία χαρακτηριστική πόλη του Νότου, στοιχείο που έχει να κάνει με μία μετατόπιση ιδεολογιών που φέρουν αρνητικά προθέματα μπροστά από στερεότυπα: ξε-μαθαίνω, απο-αποικιοποίηση, αντι-πατριαρχία. Οι αποικιακές σχέσεις ισχύος αρέσκονται στο να επινοούν έναν Νότο, όχι αναγκαστικά γεωγραφικό, (αν κρίνουμε κι από άλλες ‘ευπαθείς’ κοινότητες που παρουσιάζονται στην έκθεση όπως οι Σάμι της Νορβηγίας ή οι γηγενείς του Βόρειου Καναδά). Ο Νότος αυτός αποτελεί ταυτόχρονα αποδιοπομπαίο τράγο και αντικείμενο εκμετάλλευσης, θυματοποιείται και διαφεντεύεται, λοιδορείται και εξιδανικεύεται από έναν αυτοαποκαλούμενο αμερόληπτο και ισχυρό Βορρά. Σύμφωνα με τον εύγλωττο επιμελητή του Προγράμματος Δημοσίων Δράσεων Paul B. Preciado, ο Νότος, στο πλαίσιο της δυτικής ηγεμονικής επιστημολογίας, είναι ζωώδης, θηλυκός, παιδικός, queer, μαύρος, όπως και αδύναμος, ανόητος, οκνηρός και φτωχός με πολλά εγγενή ελλείμματα αλλά και πηγή εξόρυξης ενέργειας, νοήματος, απόλαυσης και υπεραξίας του Βορρά. Είναι ‘δέρμα και μήτρα, λάδι και καφές, σάρκα και χρυσός’. Ο Βορράς συγκεντρώνει όλα τα αντίπαλα σημεία: λευκότητα, υγεία, εξυπνάδα, αποτελεσματικότητα, παραγωγικότητα. Είναι ‘η ψυχή και ο φαλλός, το σπέρμα και το νόμισμα, το μουσείο, το αρχείο, η τράπεζα’.¹ Σύμφωνα με τον Preciado τα πάντα έχουν ένα Νότο, ακόμα και το ίδιο μας το σώμα, και κάθε κοινωνία ορίζει τον δικό της. Αν φέρουμε τα πάνω κάτω πολλές φορές δεν θα υπάρχουν πια κάθετα γεωγραφικά σημεία. Κι ίσως θα πρέπει να αφήσουμε αυτό που ονομάζεται Νότος να αποφασίσει για τον ίδιο.Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο νεόδμητος ιστορικά Βορράς, στην προσπάθεια δημιουργίας μίας ανώτερης φυλετικής ταυτότητας, διεκδίκησε τη συγγένειά του με την κανονιστική αξία της Ελληνικής κλασικής τέχνης (όπως εκφράζεται μέσα από τα φιλελληνικά ιστορικά χειρόγραφα και σπανιότατες πρώτες εκδόσεις του φιλόσοφου του Γερμανικού Διαφωτισμού Johann Joachim Winckelmann, 1717-1768 στη Neue Galerie), την αφομοίωσε, την υιοθέτησε και προχώρησε στην τέλεια πατροκτονία, χτίζοντας τον 18ο αιώνα το δικό του ανεξάρτητο ηγεμονικό αφήγημα, κατασκευάζοντας εκ νέου την ιστορία της δυτικής τέχνης, χαρακτηρίζοντας τα καλλιτεχνικά στυλ από το ‘αίμα’. Ο Νότος που συμβόλιζε η πάλαι ποτέ μυθοποιημένη κοιτίδα της Ελληνικότητας, το σταυροδρόμι της Ευρωπαϊκής σκέψης και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης, μετατοπίστηκε ανατολικότερα και πλέον άρχισε να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία, υπεροψία, και στην καλύτερη των περιπτώσεων επινοήθηκε εκ νέου ως κοιτίδα εξωτισμού, κάπου ανάμεσα στο Πρώτο και στον Τρίτο Κόσμο, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη αυθαίρετη και προσβλητική αρίθμηση σύμφωνα με το ΑΕΠ, το χρέος της χώρας και το κατά κεφαλήν εισόδημα. Η ανταπόκριση του Νότου στη διφορούμενη στάση του Βορρά υπήρξε, και ακόμα είναι, αντίστοιχα σπασμωδική- οι Βόρειοι λαοί θεωρούνται πότε σωτήρες και πότε δυνάστες. Με τις μετατοπίσεις πληθυσμών, την κατάργηση της δουλείας και τη μαζική μετανάστευση στο Νέο Κόσμο, η ίδια η Ανατολή αποτέλεσε επενδυτικό δέλεαρ για τη Δύση που έψαχνε ευκαιρίες να μοιράσει ξανά την τράπουλα του παγκόσμιου χάρτη δημιουργώντας νέες αντιπαραθέσεις. Καθώς προετοιμάζεται ο 2ΠΠ, ο καλλιτέχνης Karl Leyhausen, που μαζί με τον Bode (που φιλοτέχνησε το πορτραίτο στη Neue Gallery και το οποίο είναι από τα λίγα που διασώθηκαν από τους βομβαρδισμούς), υπήρξε δημιουργός της πρωτοποριακής τοπικής σκηνής του Kassel Secession, το 1931 αυτοκτονεί αφήνοντας πίσω το μήνυμα: ‘Μία απερίσκεπτη, βάρβαρη εποχή ξεκινά’. Η Leni Riefenstahl έχει βεβαίως αντίθετη γνώμη για όλα αυτά και, υιοθετώντας ξανά το νεοκλασικό ιδίωμα, προετοιμάζει το magnus opus των Ολυμπιακών του Βερολίνου, φωτογραφίζοντας νέους που φέρουν τη μορφή αρχαίων Ελληνικών αγαλμάτων και στις οποίες επεμβαίνει ο Piotr Uklanski στο The Greek Way για να δημιουργήσει ομοερωτικά πορτραίτα αγγίζοντας το ζήτημα ομοφυλοφιλία και Τρίτο Ράιχ, στο ΕΜΣΤ.

Το άλγος της Ιστορίας

Αυτά τα φαντάσματα του όχι και τόσο μακρινού Γερμανικού παρελθόντος έρχονται να στοιχειώσουν με ποικίλους τρόπους και τη φετινή documenta. Τι πιο στομαχικό από την εικονογραφημένη αφήγηση Live and Die as Eva Braun από την αποκάλυψη θεωρώ της φετινής documenta του Ισραηλινού ζωγράφου, συγγραφέα και σκηνοθέτη Roee Rosen, στο πιο πολιτικό κομμάτι της έκθεσης που στεγάζει το Μουσείο Μπενάκη. Ο καλλιτέχνης παρουσιάζει με γραπτό λόγο και ασπρόμαυρα σχέδια μία φανταστική ανατριχιαστική αφήγηση γύρω από τις τελευταίες στιγμές της ερωμένης του Φύρερ λίγο πριν το γάμο και την από κοινού αυτοκτονία τους στο μπούνκερ του Βερολίνου, προκαλώντας το θεατή να μπει στη θέση της όταν αναστατώνεται επάνω στον τελευταίο τους εναγκαλισμό καθώς την/σε αγγίζει το μουστάκι του, καθώς φουσκώνουν ‘σαν πορφυρά φίδια’ οι φλέβες στο λαιμό του, και ύστερα καθώς η ψυχή αποχωρίζεται το σώμα για ένα αλλόκοτο ταξίδι σαν από έργο του Ιερώνυμου Μπος. Στη Βουλή των Σωμάτων το Μάιο ο Roee Rosen είχε παρουσιάσει το ειρωνικό βίντεο Dust Channel που είδαμε και στο Palais Bellevue στο Κάσελ μαζί με την επίσης συγκλονιστική εγκατάσταση γραπτού λόγου και εικόνας Blind Merchant στο Μουσείο των Αδελφών Γκριμ όπου ο ίδιος υιοθετούσε το ρόλο του Έμπορου της Βενετίας. Αν όμως ήταν να διαλέξω ένα έργο του θα διάλεγα το δεύτερο βίντεο Hilarious που παρουσιάστηκε στο Πάρκο Ελευθερίας όπου μία stand-up κωμικός κάνει όλο το ακροατήριο να ανατριχιάσει με τα ηθελημένα προκλητικά αστεία της που παίζουν με τα στερεότυπα που μας κατακλύζουν.

Το ίδιο μπούνκερ, επάνω στο οποίο ένα ανυποψίαστο σύγχρονο πάρκινγκ σβήνει επιμελώς τη μνήμη, την ξετυλίγει ξανά ο αισθαντικά πονεμένος χορός ενός ζευγαριού υπό την αφήγηση του εγγονού του Ταϊλανδού Πρέσβη στη Χιτλερική Γερμανία, ο οποίος εκφράζει την εντύπωση που του έκανε σαν παιδί αυτός ο στιβαρός άντρας με το διαπεραστικό βλέμμα και τη σίγουρη φωνή, στο βίντεο And then there were none του Arin Rungjang, μέρος εγκατάστασης που ακόμα περιλαμβάνει τη ρεπλίκα από την τελευταία σελίδα του Βιβλίου Επισκεπτών του Χίτλερ, έργο το οποίο στεγάζεται στο παλιό ταχυδρομείο του Κάσελ και προσφάτως Neue Neue Galerie. Ο ίδιος καλλιτέχνης στο Μουσείο Μπενάκη κάνει αναφορά στους κοινούς αγώνες Ελλάδας και Ταϋλάνδης το 1973, όταν οι νέοι και των δύο χωρών εξεγέρθηκαν μέσα στο πανεπιστήμιο. Συγκλονιστικό το ιστορικό βίντεο Μνήμες της Δίκης του Eichmann, 1979, με αληθινό footage και συνεντεύξεις από επιζώντες του Ολοκαυτώματος και τη γενιά που ακολούθησε από τον Ισραηλινό David Perlov (1930-2003), συγκλείνοντας με την αιρετική άποψη της Arendt σχετικά με τη μπαναλιτέ του κακού που αντιπροσώπευε ο Eichmann. Εξάλλου το παρελθόν είναι πάντα κοντά, με το ειδεχθές στρατόπεδο συγκέντρωσης Breitenau να απέχει μόλις μερικά χιλιόμετρα από το Kassel, και τα σημαντικά έργα της έκθεσης που αναφέρονται σε αυτό το παρελθόν αν μη τι άλλο δείχνουν ότι οι Γερμανοί έχουν πλέον αποδεχτεί και μπορούν να διαχειριστούν το γεγονός ότι το βδελυρό αυτό κομμάτι της ιστορίας τους δεν το έκαναν κάποιοι άλλοι μακριά από αυτούς αλλά οι πρόσφατοι πρόγονοί τους.

Ένας Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος Μετακινείται

Μετά τον πόλεμο η πτώση των τειχών μέσα στην ίδια την Ευρώπη σταδιακά ύψωσε καινούργια τείχη, διαφανή μεν, ισχυρότερα δε. Η ολική επικράτηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αγορών που είχε ως αποτέλεσμα τη βαθιά κρίση των τελευταίων ετών, απέρριψε ξανά τον αδύναμο Νότο. Νέα τείχη υψώθηκαν αυτή τη φορά στα σύνορα του δυτικού κόσμου για να εμποδίσουν την εισροή των ανθρώπων που βρέθηκαν ανάμεσα στα ηλεκτρισμένα εδάφια της προηγούμενης μοιρασιάς. Η βιντεοσκοπημένη όπερα An Opera of the World του Manthia Diawara σε συνεχόμενες προβολές στο Bali Kino στον παλιό Σταθμό του Κάσελ και η οποία παρουσιάστηκε πρώτα στο Bamako του Μάλι αποτελεί ένα αληθινό διαμάντι. Η πρωταγωνίστρια, ένα νεαρό κορίτσι που μένει βίαια έγκυος μέσα στη θηριωδία μεταξύ ένοπλων παραστρατιωτικών ομάδων στην Αφρική, αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ευρώπη για μία καλύτερη μοίρα. Με την άφιξή της στη ‘γη της επαγγελίας’ θανατώνει σαν νέα Μήδεια το νεογέννητο μωρό της και αυτοκτονεί γιατί γνωρίζει ότι ούτε αυτός ο κόσμος την έχει ανάγκη. Πριν από αυτό, στο Μέγαρο Μουσικής τον Απρίλιο που μας πέρασε, η Symphony of Sorrowful Songs των Ross Birrell/David Harding μαζί με μία ορχήστρα Σύριων μεταναστών μουσικών υπήρξε βάλσαμο για ώτα και ψυχή μαζί.

Douglas Gordon and Jonas Mekas

Το ταξίδι ενός άλλου μετανάστη του μεγάλου Λιθουανού κινηματογραφιστή ή καταγραφέα όπως του αρέσει να αποκαλείται Jonas Mekas παρουσιάζεται σε Αθήνα και Κάσελ με το super 8 film του Σκωτσέζου καλλιτέχνη Douglas Gordon στο I Had Nowhere to Go. Η ταινία είναι στο μεγαλύτερο μέρος της σκοτεινή καθώς ακούμε τη λυρική φωνή του Mekas να αφηγείται τις εμπειρίες του από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και αργότερα από τα πολύχρονα ταξίδια του αποφεύγοντας το πολίτευμα της χώρας του, πάντα με μία κάμερα στον ώμο. Ήταν μία από τις πιο ωραίες στιγμές η εμφάνιση του γεννημένου το 1922 Mekas να υπογράφει το βιβλίο της ταινίας ρωτώντας μας πως μας φάνηκε μία ταινία δίχως εικόνα. Στην πλατεία των διαδηλώσεων όπως είναι γνωστή η Konigsplatz o Αφρικανός Olu Oguibe εγγράφει στον οβελίσκο την ευχαριστία του Ήμουν Ξένος και Με Δέχτηκες, ενώ η εγκατάσταση When We Were Exhaling Images του Ιρακινού κουρδικής καταγωγής, Κοινωνικού Ρεαλιστή και αποδέκτη του βραβείου Arnold Bode το 2016 στο Κάσελ, Hiwa K στη Friedrichsplatz όπου μεγάλοι σωλήνες αποχέτευσης που με τη βοήθεια σπουδαστών της Σχολής Καλών Τεχνών του Κάσελ έχουν μετατραπεί σε κατοικία τεσσάρων ορόφων και είκοσι διαμερισμάτων θυμίζουν τα πρόχειρα καταλύματα που έβρισκε ο καλλιτέχνης όταν ταξίδευε ως παράνομος πρόσφυγας από την Ελλάδα στη Γερμανία, ενώ στην εσωτερική αυλή του Μουσείου Μπενάκη της οδού Πειραιώς προσφέρει για διαμονή, με χιούμορ και τραγικότητα, ένα αντίστοιχο ‘ρετιρέ’. Ο ίδιος καλλιτέχνης στο Stadtmuseum στο βίντεο View from Above, κινηματογραφεί αργά τη μεγάλη μακέτα του βομβαρδισμένου Κάσελ που εκτίθεται στην κεντρική αίθουσα του Μουσείου η οποία μέσα από την υποβλητική αφήγηση προσομοιώνεται με τα διαμελισμένα εδάφη του Κουρδιστάν ανάμεσα Συρία, Ιράκ και Ιράν. Στο ίδιο ίδρυμα η Regina Jose Galindo μας καλεί να σκοπεύσουμε τον υποτιθέμενο εχθρό στην αίθουσα στόχου El Objectivo ή ακόμα να μπούμε κι εμείς μέσα, θυμίζοντας το εξαιρετικό βίντεο για τη θέση των ελεύθερων σκοπευτών στην προηγούμενη documenta από τον Rabih Mroue.Η εικόνα της μετανάστευσης αγγίζει λεπτές χορδές στις φωτογραφίες της Παλαιστίνιας Ahlam Shibli στη σειρά Heimat-Τραύμα. Οι Γερμανοί που εκδιώχθηκαν από τα ανατολικά εδάφη του γερμανικού Ράιχ μετά τον 2ΠΠ μοιάζουν συνοδοιπόροι των Ελλήνων και άλλων γκασταρμπάιτερ από τη Νότια Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική τις δεκαετίες 50-70 που τους παρακολουθούμε μέσα στα νοικοκυριά  και στην καθημερινότητά τους. Όλες αυτές οι μετακινήσεις που θεωρήθηκαν ότι μοιράζουν την οικονομική πίτα σε πάρα πολλά κομμάτια ξαναέφεραν στο προσκήνιο το στυγνό πρόσωπο των φασιστικών κινημάτων στην Δύση και οι συχνές επιθέσεις εναντίον μη λευκών όπως η εν ψυχρώ δολοφονία στο Κάσελ, ένατη κατά σειρά, του νεαρού Halit το 2006 δημιούργησε την Society of Friends of Halit με βιωματικά έργα ενάντια στο νέο εθνικισμό. Επάνω σε αυτό το εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα της διαφυλετικής βίας θα θέλαμε να είχαμε τη δυνατότητα να δούμε και την άλλη φλέγουσα πλευρά του νομίσματος, την κριτική της documenta για την άνοδο του ισλαμικού φονταμενταλισμού που τόσο συχνά πια διεκδικεί αθώες ψυχές σε όλον τον κόσμο. Ίσως όμως εκεί η documenta να θέτει κάποια όρια μη θέλοντας να ρισκάρει τα γνωστά μακάβρια αντίποινα των σκίτσων του Μωάμεθ ή του Charlie Hebdo… Ένα μεγάλο θέμα που επίσης δεν θίγει η documenta και που αφορά άμεσα το σκεπτικό του ‘Learning from Athens’ αφορά ένα έτερο σαρωτικό κύμα μετανάστευσης, αυτή των ατόμων παραγωγικής ηλικίας που φεύγουν από την Ελλάδα για το εξωτερικό, σε σημείο που για παράδειγμα, στα δημοτικά σχολεία να μην εγγράφεται πια επαρκής αριθμός νέων μαθητών.

Η Αθήνα διδάσκει

Η documenta ως εκφραστής πολιτικής τέχνης έχει συχνά στραμμένο το βλέμμα της εκτός Γερμανίας σε πολιτικά φορτισμένους τόπους, όπως για παράδειγμα η documenta 13 όπου είδαμε τα αποτελέσματα παράλληλων δράσεων από το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια και την Καμπούλ, σε αντιδιαστολή με δυτικά περιβάλλοντα όπως το Καναδέζικο θέρετρο Μπανφ. Η επιλογή της Αθήνας στην πρώτη επίσημη έξοδο της έκθεσης από τη γενέτειρά της (θα ακολουθήσουν και άλλες πόλεις σύμφωνα με τη συνέντευξη τύπου στο Κάσελ) φέρει πολλές ερμηνείες, ενώ έχει ενδιαφέρον ότι η επιρροή της γίνεται περισσότερο εμφανής στο Κάσελ παρά στον ίδιο της τον τόπο. Εκεί η Αθήνα σαν ιδέα, μνήμη, αισθητική έχει εισχωρήσει στα περισσότερα έργα. Η documenta, ως η ζωντανή καταγραφή της ιστορίας της τέχνης των ημερών μας, επιχειρεί να επιστρέψει στο Ελληνικό τοπίο τα δάνεια που αναφέραμε νωρίτερα τα οποία έκαναν κτήμα τους οι δημιουργοί της κουλτούρας που τη γαλούχησε, τοποθετώντας τα σε μία νέα κατάσταση πραγμάτων που συνθέτει το σημερινό πρόσωπο και των δύο εκθεσιακών τόπων. Και εδώ πραγματικά έγκειται το ενδιαφέρον του σκεπτικού της έκθεσης. Ότι για πρώτη φορά σε έκθεση τέχνης βλέπουμε πως χτίζονται οι πολιτισμοί, στρώμα πάνω σε στρώμα, λέξη δίπλα σε λέξη, μνήμη πάνω σε μνήμη. Ο μνημειακός και πολυφωτογραφημένος Παρθενώνας των Βιβλίων της Αργεντινής Marta Minujin στην κεντρική πλατεία του Κάσελ Friedrichplatz, ένα από τα πιο συγκινητικά έργα τέχνης παγκοσμίως που πρωτοδημιουργήθηκε ενάντια στην αργεντινή λογοκρισία, αποτελεί μία αντίστοιχη περίπτωση, ο οποίος προσομοιάζει το σύμβολο της δημοκρατίας, χτισμένος από χιλιάδες βιβλία που έχουν απαγορευτεί από ολοκληρωτικά καθεστώτα ανά την υφήλιο και συνεχώς εμπλουτίζονται, και τοποθετημένος στον ίδιο προαύλιο χώρο όπου το 1933 ο Χίτλερ έκαψε για παραδειγματισμό 2000 βιβλία ελεύθερης σκέψης.Οι 4 κεντρικοί Ελληνικοί χώροι από τους συνολικά 40 είναι σε γενικές γραμμές πολύ καλά δομημένοι και μοιρασμένοι σε θεματικές: Το Ωδείο Αθηνών παρουσιάζει έργα που εκτίνονται στο πραγματικό ή φαντασιακό φάσμα του ήχου- ξεχωρίσαμε την Τελευταία Βωβή Ταινία της Susan Hiller μία άυλη προβολή από ρυθμικές γλώσσες που έχουν σχεδόν ή τελείως εξαφανιστεί, την εγκατάσταση Missing Link της Pelagie Gbaguidi με μακρόστενα αιμάτινα πανό που αιωρούνται επάνω από σχολικά θρανία στηλιτεύοντας τον παραλογισμό του απαρτχάιντ, και το Μουσικό Δωμάτιο με αυτοσχέδια μουσικά όργανα από έπιπλα και κουζινικά του Nevin Aladag. Στον ίδιο χώρο η βραχύβια αλλά άκρως πειραματική Scratch Orchestra του Cornelius Cardiew ζωντανεύει μέσα από τις γραφιστικές παρτιτούρες της, ενώ εμφανίζεται και το σπάνιο αναλογικό συνθεσάιζερ ΕΜS Synthi 100 που φτιάχτηκε στο Λονδίνο και αγοράστηκε από το Κέντρο Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας. Στο ΕΜΣΤ αντίστοιχα παρουσιάζεται ένα γιγάντιο τμήμα της έκθεσης που σχετίζεται με την Ιστορία της Τέχνης και την πρωτοπορία της. Στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς κυριαρχεί η μνήμη και η πολιτική, ενώ στον Εκθεσιακό χώρο «Νίκος Κεσσανλής» της ΑΣΚΤ αναπτύσσεται όπως είναι φυσικό ένας διάλογος επάνω στον εκπαιδευτικό πειραματισμό, μέσα από έργα που εκφράζονται με την έντονη υλικότητά τους. Σε όλους τους χώρους, και στις δύο πόλεις, είδαμε πολύ ζωγραφική, αφηρημένη και παραστατική, και πολλά έργα με έντονη την αίσθηση του χειροποίητου και του φυσικού όπως η Παρτιτούρα για το Πλανητάριο Συνόρων, από σημαίες που χρησιμοποιήθηκαν για ανθρωπιστική βοήθεια στα σύνορα ΗΠΑ Μεξικού, από τον βαθιά πολιτικοποιημένου Guillermo Galindo.

Guillermo Galindo – Παρτιτούρα για το Πλανητάριο Συνόρων

Κομμάτια ιστορίας, πειραματισμών και απεικονίσεων του ‘ξένου’

Στο Κάσελ οι χώροι λειτουργούν περισσότερο μέσω του διαλόγου μεταξύ έργων και όχι με τόσο ξεκάθαρες εννοιολογικές συντεταγμένες με εξαίρεση την έμφαση στην αφήγηση στο παραμυθόκοσμο του νέου κτηρίου των Γκριμ. Στην Neue Galerie που φιλοξενεί τον κύριο όγκο έργων στο Κάσελ είδαμε ιστορικά έργα της πρώην ΕΣΣΔ, όπως 37 έργα από τη σειρά Atlas of Russian History του 1953 του George Maciunas, 1931-1978, και το Victory over the Sun, 1913, του Mikhail Matyushin 1861-1934, με ότι έχει απομείνει από την πρώτη Φουτουριστική Όπερα που χαρακτήριζε τον δυναμισμό των αρχών του αιώνα. Ειδικά στο ΕΜΣΤ μας ενθουσίασε το σπάνιο υλικό της ίδιας εποχής όπως τα έργα της Maria Ender, 1897-1942, από τη συλλογή Κωστάκη, με τη μετεγγραφή του ήχου σε οπτική εικόνα, αλλά και η ιστορία του καινοτόμου Arseny Avraamov (1886-1944) που το 1916 εισήγαγε τη μικροτονική παγχρωματική και τρισδιάστατη μουσική. Η ταράτσα από την οποία διηύθυνε τη Συμφωνία στη Μόσχα διακρίνεται σε ένα Kino-Pravda 35mm film, το πρώτο του Sergei Eisenstein για το Proletkult Θέατρο της Μόσχας το 1923 με τη συνεργασία του πρωτοπόρου του cinema verite και του μοντάζ Dziga Vertov, από τον οποίο παίρνουν τα πρώτα τους μαθήματα οι σύγχρονοι κινηματογραφιστές και η διαφήμιση. Στον ίδιο χώρο το συγκλονιστικό βίντεο του 1963 μίας κοινωνίας λεπρών The House is Black από τον Forough Farrokhzad, (1935-1967) καταγράφει την κανονικότητα μέσα από μία σκληρή διαφορετικότητα.

Forugh Farrokhzad – The House Is Black

Επάνω στο θέμα της διαφορετικότητας εκπληκτικές είναι οι φωτογραφίες άγνωστης ταυτότητας με αντικείμενο τον πατέρα της μοντέρνας ανθρωπολογίας Franz Boas, 1858-1942, ο οποίος σεβόμενος τους αυτόχθονες της κοινότητας Kwakwaka’wakw της Βορειοδυτικής ακτής της British Columbia του Καναδά, από όπου καταγόταν και ο Beau Dick, προσπαθεί να εκτελέσει μία τελετή μύησης και πνευματικής ισορροπίας στο κλινικό περιβάλλον του Ινστιτούτου Smithsonian στη Νέα Υόρκη. Σε αντιπαραβολή το αποικιοκρατικό άρωμα του περίφημου Τραγουδιού της Κεϋλάνης, 1934, είναι επιμελώς μεθυστικό για λογαριασμό του Ceylon Tea Propaganda Board με την κάμερα του Basil Wright στην κατασκευή του νοσταλγικού αποικιακού κλίματος. Παράλληλα οι Λονδρέζες Rosalind Nashashibi και Lucy Skaer στο φιλμ Why Are You Angry? στήνουν Ταϊτινές γυναίκες σε νωχελικές πόζες ανάκλησης μέσα σε ξεθωριασμένα τεχνικολόρ καλοκαιρινά περιβάλλοντα σαν πρωτόγονες Οδαλίσκες του Gauguin για να προκαλέσουν τις προσδοκίες μίας διαρκούς ανδροκρατούμενης ματιάς που θεωρεί ότι το raison d’ etre του εξωτισμού είναι η πρόκληση. Για τον πατέρα του ρεαλισμού Gustave Courbet, 1819-1877, οι απόβλητοι της κοινωνίας δεν τυγχάνουν ρομαντικής μεταχείρισης αλλά ούτε γκροτέσκο-ποίησης, στο παράδειγμα του Οβολού από Ζητιάνο στη Neue Galerie. Ο Tom Seidmann-Freud (1892-1930) στο Μουσείο των Αδελφών Γκριμ αποτελεί άλλη μία έκπληξη της έκθεσης. Η ανιψιά του Sigmund Freud εξελίσσεται σε διεμφυλικό μποέμ καλλιτέχνη και δημιουργεί υπέροχα σουρεαλιστικές ιστορίες εικονογραφώντας βιβλία για παιδιά. Ο Walter Benjamin επαίνεσε το έργο της ενώ η ίδια πειραματίστηκε με τεχνικές στένσιλ και pop-up. Στο Μουσείο Grimmwelt απολαμβάνουμε έναν εκφραστικό πλούτο τόσο μοντέρνο και τόσο ιδιαίτερο μαζί, σαν μια παιδική αποκάλυψη. Μετά τον πρώιμο θάνατό της, ακολουθώντας το σύζυγό της στην αυτοχειρία, οι Ναζί επιχείρησαν να καταστρέψουν το έργο της το οποίο όμως διέσωσε η οικογένειά της.

Κάποιες Παρατηρήσεις

Η διπλή εμφάνιση κάποιων έργων σε Αθήνα και Κάσελ, κάποιες φορές δεν έχει την ίδια βαρύτητα και στα δύο μέρη. Η επική παρέλαση στο ΕΜΣΤ των χειροποίητων Μασκών και τοτέμ του πρόσφατα εκλιπόντος, ‘Δημιουργού τεράτων’ όπως μεταφράζεται το όνομά του αυτόχθονα καλλιτέχνη του Βορείου Καναδά Beau Dick, με την επιβλητική παρουσία τους στο ισόγειο του ΕΜΣΤ επισκίασε όλα τα υπόλοιπα έργα, ενώ κάποια απλά δεν ταίριαζαν πλάι του, όπως η επιλογή του κάπως βαρύ και κλινικού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού για το Εριχθόνιο Μουσείο της Ακρόπολης του αρχιτέκτονα Χρήστου Παπούλια που δεν αναδείκνυε την ακατέργαστη υλικότητα που γοητεύει τον αρχιτέκτονα- προσωπικά θα προτιμούσα να δω στο ΕΜΣΤ τα παιχνιδιάρικα σκίτσα και τις μακέτες για παιδική σοφίτα που εκτίθενται στο Bellevue. Επίσης το έργο με neon της Χρύσας που κοιτούσε τις μάσκες από ψηλά φάνηκε αμήχανο και τεχνητό, ενώ τα πόδια των Όψεων του Ρατσισμού του Βλάσση Κανιάρη, ένα σημαντικότατο έργο, χάθηκε κόντρα στον τοίχο, αφημένο στη γωνία δίπλα από την έξοδο. Οι Μάσκες όμως στο στενό διάδρομο της μέτριας σε ενδιαφέρον Documenta Halle αποδυναμώνονται, σκουντιόνται από τους περαστικούς και μοιάζουν μελαγχολικές. Το έργο της Pelagie Gbaguidi επίσης μίκρυνε και στριμώχτηκε στον υπέρ-φωτεινό διάδρομο της Neue Galerie, ενώ τα κόκκινα απαλά μάλλινα σκοινιά της Χιλιανής Cecilia Vicuna που κρέμονταν αγέρωχα από το ταβάνι του ΕΜΣΤ, στο Κάσελ έμοιαζαν να μην χωρούν στην Documenta Halle ειδικά την ώρα της περφόρμανς που καθώς η καλλιτέχνιδα προσπαθούσε μέσα από περφόρμανς να τυλίξει τον κόσμο σε ένα απαλό κόκκινο κουκούλι, οι επιτηρητές του χώρου έκαναν συνεχώς συστάσεις να μην ακουμπάμε το έργο. Τα λιγοστά έργα στο πάρκο Karlsaue χάθηκαν μέσα στους θαυμαστούς κήπους του, όπως και γενικά οι περφόρμανς που σε ένα βαθμό παρέμειναν στην εφήμερη τους διάσταση χωρίς να αφήσουν κάτι πίσω, κάποια δυνατή ανάμνηση. Κάποιες μικρές οργανωτικές αστοχίες όπως έλλειψη σήμανσης των έργων στο Κάσελ, άγνοια του εκεί προσωπικού σε σχέση με τα έργα, αλλά και η έλλειψη δημόσιας και ΜΜΕ διαφήμισης στην Αθήνα, όπου θα έπρεπε να ενημερωθούν τα ταξιδιωτικά πρακτορεία, τα ξενοδοχεία, ακόμα και τα ταξί για τους διάφορους προορισμούς, και να προβάλλονται παράλληλα και οι άλλες μεγάλες και πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις της πόλης (ο Δήμος Αθηναίων κυκλοφόρησε ένα μικρό booklet με κάποια ιδρύματα) αυτά θα τα παραβλέψουμε.

Επίλογος-Επίκυκλος

Σε αυτό το άρθρο δεν προτείνουμε τα best της έκθεσης. Προτείνουμε την ίδια τη documenta! Η documenta 14 προσφέρεται, και ειδικά στην Αθήνα δωρεάν, για άπειρες ώρες εξερεύνησης συντροφιά με τον Επίκυκλο του Γιάννη Χρήστου και την Whispering Campaign του Pope. L, που δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες ενατένισης και προσωπικού διάλογου με τα έργα. Η documenta στην Αθήνα είναι γεγονός και δεν θα μπορούσε να υπάρχει μεγαλύτερη ιστορική στιγμή στα εικαστικά δρώμενα  από αυτή. Ενεργοποίησε δε χώρους από το ΕΜΣΤ μέχρι το Μουσείο Τσαρούχη στο Μαρούσι προσφέροντας μεγάλη υλικοτεχνική υποστήριξη. Ορμώμενοι από τις επιλογές των έργων της έκθεσης και των καλλιτεχνών, πολλοί από αυτούς άγνωστοι στο φιλότεχνο κοινό, αντιλαμβανόμαστε ότι η documenta 14 δεν προωθεί μία παγκοσμιοποιημένη τέχνη αλλά δημιουργεί ένα υφαντό κεντημένο από/με πολλούς ‘Νότους’, το οποίο όταν ειδωθεί από απόσταση ενώνει αντί να διαιρεί το ήδη κατακερματισμένο μοτίβο του σύγχρονου πολιτισμού μας. Και αυτό είναι το ζητούμενο- ένας παγκόσμιος αληθινός ιστός με εξαιρετική πολιτισμική ‘βιοποικιλότητα’, με σπάνια και ιδιαίτερα χρώματα και ήχους που φέρνουν μαζί τους οι διαφορετικές κουλτούρες όταν συνδιαλέγονται αρμονικά μεταξύ τους.

Οι Έλληνες καλλιτέχνες που συμμετέχουν στο επίσημο πρόγραμμα της έκθεσης είναι 30, ενώ αρκετοί παρουσιάζονται και στην συλλογή του ΕΜΣΤ που εκτίθεται στο κεντρικό Μουσείο της πόλης Fridericianum. Για την παρουσία των Ελλήνων και τη συλλογή του ΕΜΣΤ θα μιλήσουμε στο επόμενο άρθρο.

¹ Paul B. Preciado Let Your South Walk, Dance, Listen and Decide, Issue no 2, documenta 14 Public Paper, April 21-May 4, 2017.

* Φωτογραφία θέματος: Ο Παρθενώνας των Βιβλίων – Marta Minujin


Info: documenta 14, Learning from Athens | Αθήνα 6/4-16/7 – Kassel  7/6-17/9


Διαβάστε επίσης: 

Ξετυλίγοντας τα νήματα της Documenta 14 – “Οι Παρτιτούρες”