Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Παναγιώτης Κερασίδης: Ποίηση της ουτοπίας

Παναγιώτης Κερασίδης: Ποίηση της ουτοπίας

Ο άνθρωπος παίρνει δύναμη από τα ορατά και αόρατα συνώνυμα της ουτοπίας με τα οποία έρχεται σε κάποιου είδους επαφή. Και έτσι, με αυτό το σφρίγος, σαν φλόγα ζωής , επιχειρεί να καταστρατηγήσει τις ιδιότητες της φθοράς και να απενεργοποιήσει τις όποιες παγίδες της πραγματικότητας. Αν τα καταφέρει, ενδέχεται να χειραγωγήσει, τουτέστιν να χρησιμοποιήσει, το άγνωστο. Το οποίο, συχνά πολύτιμο και απρόσμενο, δεν έχει συναίσθηση των δυνατοτήτων που του παραχωρεί ακαταπαύστως η ουτοπία. Μόνον έτσι υπάρχει περίπτωση να ξυπνήσει το ναρκωμένο ένστικτο του σώματος. Και κατά συνέπεια να αποκτήσει το σώμα οντότητα επιθετική και να ανοίξει το δρόμο για να χτυπήσουμε συνθηματικά την πόρτα του παραθύρου που βλέπει παντού.


Όχι με ελπίδες, επιθυμίες, με όνειρα. Αλλά με τα μάτια, τα αυτιά, με τα δάχτυλα, τα χείλη. Με τη γλώσσα. Με τη μνήμη και τη λήθη. Με όλο το δυνάμει είναι. Που δίνει προοπτική στα παραμύθια , όχι τέλος. Με αδιαφιλονίκητο δεδομένο πως ό, τι δε γίνεται πράξη ζωής γίνεται πράξη τέχνης. Έστω και σκέψη. Και αυτό που μας δυσκολεύει κάπως αλλά και μας ανοίγει την όρεξη είναι η ερήμην μας αντανάκλαση του εαυτού μας στα πράγματα και το αντίθετο. Αυτή η αμφίδρομη κίνηση εκκολάπτει το ανολοκλήρωτο. Που αποτελεί δημιουργική σταθερά για τη ζωή και την τέχνη.



«Να εξοικειωθώ λοιπόν αν γίνεται με το κενό που μου αναλογεί. Τίποτα σπουδαίο δηλαδή. Μια στιγμή ουτοπίας στον τόπο του εγκλήματος, που φωταγωγείται στους αιώνες με δάχτυλα κομμένα και ραμμένα στη σιωπή. Αφού λίγο πολύ όλα γίνονται για το μέλλον, για το βουνό του παραδείσου που περιφράξαμε για να εξευμενίσουμε το άγνωστο, πριν μας τραβήξουν το αυτί τα όρια της νίκης και της ήττας και μας δέσουν κόμπο στα βήματα προς τα αθάνατα μνήματα».


(Ενηλικίωση της ουτοπίας, Γαβριηλίδης 2014, σελ. 9)

Info: Ο Παναγιώτης Κερασίδης γεννήθηκε το 1955 στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά. Είναι επιμελητής βιβλίων. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφορεί (2014) το βιβλίο του «Ενηλικίωση της ουτοπίας».

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 32

 
Σχετικές ειδήσεις
Βασίλης Γκουρογιάννης: Σενάριο αθανασίας
07.04.2016 11:35
Η διαδικασία της γραφής μυθιστορήματος ποικίλλει από συγγραφέα σε συγγραφέα. Οι περισσότεροι πριν αρχίσουν να το γράφουν έχουν κατά νου μια βασική ιδέα που σιγά σιγά γίνεται σχέδιο και συνεχώς εξελίσσεται στο μυαλό και στο χαρτί προς ορισμένη κατεύθυνση σχηματίζοντας πρωταγωνιστή και δευτερεύοντες ήρωες, σκιτσάροντας τους επιμέρους χαρακτήρες, την εξέλιξη της πλοκής, καταλήγοντας ακόμη και στο τέλος του μύθου πριν καν αρχίσουν να γράφουν την αρχή. Σε μένα τα πράγματα λειτουργούν εντελώς διαφορετικά.
Γιώργος Κ. Ψάλτης: Στο καφέ Ombre
11.03.2016 13:18
Στα δάχτυλά μου
μυρίζω από το πρωί 
τον ύπνο μίας Μαρίας.
 Γράφω στο κινητό
 "Πόσο ωραία που δεν έχω πλύνει ..."
 και σβήνει. Ξαφνικά,
 μ' ένα goodbye στην οθόνη.

Ευτυχία Παναγιώτου: Περιοχή κινδύνου
12.02.2016 13:07
Η δουλειά του ποιητή είναι δύσκολη, μα δεν το ξέρεις ακόμη. Μια ενστικτώδης πράξη σε ωθεί να περισώσεις λέξεις. Μα, όταν ακούγεται φρικτή μια μουσική, κουνάς δεξιά κι αριστερά το κεφάλι: δεν είμαι εγώ αυτό. Ανοίκεια, ακατοίκητη, αυτή η νέα γλώσσα σε καλωσορίζει σε μια περιοχή κινδύνου.
Δημήτρης Σωτάκης: Λογοτεχνικός αυτισμός
13.01.2016 13:04
Εγκλωβισμένοι σε μια ταχύτητα χωρίς συνοχή και έναν ολοένα ασαφέστερο ρυθμό, η λογοτεχνική σοδειά του πραγματικού χρόνου που διανύουμε και εν τέλει η ζωή ενός συγγραφέα, μού μοιάζει σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, με μια αρένα μιας αδιευκρίνιστης κοσμικής μάχης.
Ρέα Βιτάλη: Ενδιαφέρουσες χώρες οι άνθρωποι
17.12.2015 17:06
Τήνος. Πού ακριβώς; Αδύνατο να θυμηθώ. Ίσως γιατί οι λέξεις που ακολούθησαν, διέγραψαν τον τόπο. Άλλωστε ότι ακολούθησε ήταν εξω-στεριανό, ήταν ουράνιο. Όπως οι μοιραίες συναντήσεις. «Να δω, εσάς, ποιος θα σας γράψει τη βιογραφία σας;» τον ρώτησα ενώ μέσα μου αναρωτιόμουν πώς πήρα αυτό το θάρρος. Κι ήρθε ένα «Εσύ» που με εξανάγκασε να ανοιγοκλείσω τα βλέφαρα των ματιών μου σαν εκείνες τις πορσελάνινες κούκλες που κατοικούν πια σκονισμένες μόνο σε καταστήματα με αντίκες. Άκουσα καλά; Το εννοούσε; Πώς το χειρίζομαι; «Πότε ξεκινάμε;», «Αύριο».