Έχει περάσει σχετικά λίγος καιρός από την πρώτη φορά που το όνομά της άρχισε να συζητιέται έντονα στην καλλιτεχνική Αθήνα. Ήταν Σεπτέμβριος του 2017 και στο μεγάλο Γκαλά όπερας για την Μαρία Κάλλας που είχε οργανώσει η Εθνική Λυρική Σκηνή, καταχειροκροτήθηκε από το κοινό μια νέα σοπράνο με υπέροχη φωνή, η οποία ερμήνευσε σε συναυλιακή μορφή την διάσημη Σκηνή της Τρέλας από τη «Λουτσία ντι Λαμμερμούρ». Ο χρόνος ήδη μετρούσε αντίστροφα για την ερμηνεία του ρόλου της Λουτσία σε ολοκληρωμένη παραγωγή όπερας. Αυτό συνέβη θριαμβευτικά την άνοιξη του 2018, στο ΚΠΙΣΝ, όπου τα απανωτά sold out και το άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, οδήγησαν στην επαναφορά της παραγωγής και το 2019.

Για την Χριστίνα Πουλίτση βέβαια, η επιτυχημένη διαδρομή είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα. Κερδίζοντας τις δύο μεγαλύτερες ελληνικές υποτροφίες για το λυρικό τραγούδι, τη «Μαρία Κάλλας» και την «Αλεξάνδρα Τριάντη», έφυγε στο εξωτερικό όπου σπούδασε, διέγραψε μια πολύ επιτυχημένη πορεία, ερμηνεύοντας ρόλους-ορόσημα όπως η «Βασίλισσα της Νύχτας», ενώ παράλληλα απέσπασε και σημαντικά βραβεία. Η ίδια, είναι διακριτική, αριστοκρατική, χαμηλών τόνων, όμως φλέγεται ολόκληρη όταν μιλά για την όπερα και όσα ονειρεύεται να πετύχει μέσα από αυτήν. «Θέλω να μπορέσω να κάνω την τέχνη ένα μέσο θεραπείας, έτσι ώστε κάθε παράσταση να αποτελεί εμπειρία για τον θεατή που έρχεται να την παρακολουθήσει και να φεύγει από το θέατρο πιο πλούσιος στην ψυχή του», δηλώνει με ήρεμο αλλά και αποφασιστικό τρόπο.

Με αφορμή την επανάληψη της «Λουτσία ντι Λαμμερμούρ» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα την Χριστίνα Πουλίτση, συζητώντας μαζί της για τις φιλοδοξίες, τα όνειρα, τους ρόλους, αλλά και το μέλλον της στο διεθνές λυρικό τραγούδι, που προδιαγράφεται κάτι παραπάνω από λαμπρό.


– Το 2017 έμελλε να συναντηθείτε με την Λουτσία, έναν από τους πιο απαιτητικούς και αξιοζήλευτους ρόλους της όπερας. Θέλετε να μας πείτε πώς βλέπετε αυτήν την ηρωίδα, έπειτα και από τη θριαμβευτική ερμηνεία σας στη Λυρική πριν ένα χρόνο;

Η Λουτσία ανήκει σε μια κατηγορία ιδιαίτερη: αυτή των γυναικών με πολύ μεγάλο βάθος χαρακτήρα. Και επειδή έχει σφραγιστεί από την ερμηνεία της Μαρία Κάλλας, φαντάζει κάπως μυθικός σαν ρόλος. Αποτελεί δε, σταθμό στην καριέρα οποιουδήποτε καλλιτέχνη «αναμετράται» μαζί της. Όταν άρχισα να κάνω πρόβες στη συγκεκριμένη σκηνοθεσία της Κέιτι Μίτσελ, αυτό που διαπίστωσα είναι ότι πρόκειται για μια εντελώς ανθρώπινη ηρωίδα. Είναι πρόσωπο με το οποίο μπορεί κάποιος να ταυτιστεί, ακόμα και στη δική μας εποχή. Αυτή η κοπέλα παραμένει πιστή στη δική της αλήθεια – δεν μπορεί να μπει μέσα σε χρυσό κλουβί, ούτε να περιοριστεί. Επιμένει στη δική της ταυτότητα, κάτι που κάθε γυναίκα στις μέρες μας επιζητά.

Η Χριστίνα Πουλίτση ως Λουτσία Ντι Λαμμερμούρ | Φωτογράφος: Ανδρέας Σιμόπουλος

– Πώς είναι η συνεργασία με μια τόσο σημαντική σκηνοθέτιδα, όπως η Μίτσελ και τι αποκομίσατε από αυτήν;

Η Κέιτι Μίτσελ στην πρώτη μας συζήτηση μού εξήγησε ότι ενώ η όπερα αυτή αφορά μια γυναικεία φιγούρα, οι ανδρικοί ρόλοι είναι μεγαλύτεροι σε χρόνο δράσης και τραγουδιού. Οι γυναίκες τραγουδούν πολύ λιγότερο σε σχέση με τους άνδρες. Έφτιαξε λοιπόν αυτό το σκηνοθετικό τρικ, με το να υπάρχουν ταυτόχρονα οι δύο σκηνές, για να μπορέσει να ισορροπήσει την κατάσταση και να δώσει με αυτόν τον τρόπο φωνή στη Λουτσία. Η Μίτσελ πιστεύει ότι το συγκεκριμένο έργο είναι γραμμένο από ανδρική οπτική γωνία. Έτσι λοιπόν, ήθελε να αναδείξει τη γυναικεία ματιά σε όλο αυτό, προσθέτοντας βουβές σκηνές, όπου πάντα βλέπεις τι κάνει και τι σκέφτεται η Λουτσία.

Όσον αφορά στη συνεργασία, εγώ δε δούλεψα με την ίδια εδώ στην Αθήνα, αλλά είχα την τύχη, όταν ήμουν στο Covent Garden για παραστάσεις του Μαγικού Αυλού, παράλληλα να γίνονται οι πρόβες για την εκεί αναβίωση, όπου είχε έρθει η ίδια προσωπικά για να αλλάξει κάποια πράγματα. Τη γνώρισα, μιλήσαμε και παρατήρησα τον τρόπο εργασίας της. Είναι πολύ ακριβής στις σκηνοθετικές της οδηγίες και πάρα πολύ αυστηρή σε αυτό που θέλει. Με εντυπωσίασε το γεγονός πως σέβεται την καλλιτεχνική σου προσωπικότητα και προσπαθεί να σε κάνει να νιώσεις άνετα μέσα στο πλαίσιο που εκείνη επιθυμεί. Πάντα ζητά τη γνώμη σου και έχει φοβερό σεβασμό απέναντι στους καλλιτέχνες. Ήταν πολύ ανοιχτή σε ιδέες, αλλά πάντα σε πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο που έχει ορίσει η ίδια.

Η Χριστίνα Πουλίτση ως Λουτσία Ντι Λαμμερμούρ | Φωτογράφος: Ανδρέας Σιμόπουλος

– Πώς δουλέψατε πάνω στην περιβόητη «Σκηνή της Τρέλας» που είναι και το μεγάλο «ατού» του συγκεκριμένου έργου;

Από μουσικής πλευράς, είχα την τύχη την πρώτη φορά που τραγούδησα τη «Σκηνή της Τρέλας» τον Ιούλιο του 2017 στο Τελ Αβίβ να βρίσκεται στη μουσική διεύθυνση ο Ζούμπιν Μέτα. Έτσι, μελέτησα μαζί του ένα πολύ μεγάλο μέρος του ρόλου και νιώθω τυχερή για αυτό. Όταν ήρθε η ώρα της περιβόητης καντέντσας, ζήτησα τη γνώμη του. Ξέρετε, πολλές σοπράνο προσπαθούν να βάλουν ένα δικό τους χαρακτήρα, αλλάζοντας και το χαρακτήρα του τραγουδιού. Σε αυτό που καταλήξαμε με το μαέστρο, είναι ότι η συγκεκριμένη καντέντσα είναι τόσο όμορφα γραμμένη, ένα σκέτο αριστούργημα, που όταν προσπαθείς να κάνεις κάτι δικό σου, καταλήγεις να μην το αγγίξεις ουσιαστικά. Οπότε, εγώ μένω πιστή στην αρχική δημιουργία και η διαφορά γίνεται μέσα από την προσωπικότητά μου. Πιστεύω ότι εκεί έγκειται η διαφοροποίηση κάθε καλλιτέχνη.

Ως προς την σκηνοθετική πλευρά, η Κέιτι Μίτσελ σου δίνει πάρα πολλά εργαλεία να «παίξεις» ώστε να μπορέσεις να εκφραστείς μέσα από αυτήν την καντέντσα. Το κύριο και βασικό εργαλείο πέρα από τα φαντάσματα τα οποία βλέπει, είναι η αποβολή. Υπάρχει πόνος και θρήνος. Οπότε όλες οι κραυγές που υπάρχουν πριν και μετά, σχετίζονται με κάποιο πόνο. Αυτό είναι πολύ χρήσιμο εργαλείο για έναν τραγουδιστή για να μπορέσει να δώσει μια ροή στην ερμηνεία του. Όσον αφορά στο υπόλοιπο μέρος της σκηνής, το δουλέψαμε μέσα στα σκηνοθετικά πλαίσια που έδωσε και εκείνη. Και πρέπει να πω πως οι δικές της οδηγίες προσωπικά μου ταίριαξαν απόλυτα.

– Το όνομά σας φιγουράρει ανάμεσα στους κορυφαίους Έλληνες λυρικούς τραγουδιστές. Πώς είναι για έναν ερμηνευτή του συγκεκριμένου ρεπερτορίου να αναγνωρίζεται στην Ελλάδα, μια χώρα που μέχρι πρότινος είχε περιορισμένη σχέση με την όπερα;

Όπως ίσως γνωρίζετε, ξεκίνησα από το εξωτερικό. Πριν τραγουδήσω στην Ελλάδα, είναι αρκετά τα χρόνια που διέγραψα μια σημαντική πορεία έξω. Στην ουσία «συστήθηκα» στο ελληνικό κοινό το 2016, στη συναυλία μου με τον Ζούμπιν Μέτα στο Μέγαρο Μουσικής. Από εκεί και έπειτα, ξεκίνησε μια πιο στενή συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Χαίρομαι ιδιαίτερα που μπορώ να καταθέτω και εγώ τη δική μου οπερατική ερμηνεία εντός συνόρων. Θεωρώ ότι για κάθε Έλληνα καλλιτέχνη, σε όσο μεγάλα θέατρα και εάν έχει τραγουδήσει ανά τον κόσμο, το να τραγουδά στον δικό του τόπο, προσφέρει ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση.

Τώρα ως προς το ελληνικό κοινό, η αλήθεια είναι πως η όπερα δεν αποτελεί μέρος της παράδοσής μας. Από την άλλη βέβαια, η όπερα έχει εμπνευστεί από τους δικούς μας αρχαίους μύθους. Επί της ουσίας, παρόλο που θεωρούμε το δίπολο «Ελλάδα και όπερα» εντελώς αντιθετικό, στην ουσία αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα! Εκείνο λοιπόν, που θα ήθελα πολύ να πετύχω τα επόμενα χρόνια είναι να καταφέρω να σπάσω τα τείχη που υπάρχουν γύρω από την όπερα, μιας και αρκετοί θεωρούν πως για να την ακούσουν απαιτείται μια ιδιαίτερη εκπαίδευση. Εγώ πιστεύω πως η τέχνη και ειδικά η μουσική δεν έχει φραγμούς, ούτε όρια και δεν κάνει διακρίσεις. Θα ήθελα να δω πολύ κόσμο, διαφορετικό κόσμο, να παρακολουθεί τις παραστάσεις με ανοιχτή καρδιά και ανοιχτό μυαλό. Και θέλω ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους να τους κάνουμε να καταλάβουν ότι η όπερα είναι… κουλ και κάτι το οποίο σίγουρα θα ικανοποιήσει τις βαθιές τους ψυχαγωγικές ανάγκες!

– Αν λάβουμε υπόψη τη δική σας εμπειρία, τι θα λέγατε πως χρειάζεται ένας ερμηνευτής για να προχωρήσει και να ανοίξει τα φτερά του σε Ελλάδα και εξωτερικό, εκτός φυσικά από το ταλέντο;

Το ταλέντο αποτελεί μια προϋπόθεση για κάποιον που θέλει επαγγελματικά να ασχοληθεί με το οπερατικό τραγούδι αλλά φυσικά δεν αρκεί αυτό. Χρειάζεται πολλή προσπάθεια σε τεχνικό επίπεδο για να μπορέσεις να το υποστηρίξεις και έπειτα μεγάλη δουλειά με τον εαυτό σου. Εγώ όταν άρχισα να κάνω τις πρώτες μου ακροάσεις, αυτό που αναρωτιόμουν ήταν το εξής: Αν ήμουν στη θέση αυτού που επιλέγει, γιατί να επιλέξω τον έναν ή τον άλλον; Ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και υψηλός. Εκείνο που κατάλαβα, είναι πως η απάντηση κρύβεται στην ενέργεια που βγάζεις ως άνθρωπος. Για να στέκεσαι πάνω στη σκηνή και να σε ακούν 1000, 2000 ή 3000 από κάτω, είναι να έχεις να πεις κάτι ως άτομο. Θα πρέπει λοιπόν, ο καθένας μας να ψάξει να βρει ποιο είναι το διαφορετικό που έχει μέσα του, τι είναι αυτό που θέλει να εκφράσει, να το δουλέψει και μέσα από την τεχνική και ερμηνευτική διεργασία να μπορέσει να το φέρει σε μια ροή. Από εκεί και έπειτα, χρειάζεται πολλή υπομονή και επιμονή και αυτό που πάντα λέω στους νέους είναι αυτό που υποστήριζε και ο Θίοντορ Ρούζβελτ: «Να έχεις τα μάτια σου στα αστέρια και τα πόδια σου στο πάτωμα».

Επιπλέον, θέλω να τονίσω πως η πορεία ενός καλλιτέχνη φαίνεται πολύ ρόδινη για τους «απ’ έξω». Για αυτόν που τη βιώνει όμως, σίγουρα δεν είναι όλες οι στιγμές ευχάριστες. Ειδικά στην τέχνη, που βρίσκεσαι συνέχεια στο επίκεντρο της προσοχής και κριτικής, θα πρέπει να αναπτύξεις μια γερή ψυχολογία για να ξέρεις ποιος είσαι και τι κάνεις και να μην επηρεάζεσαι από όσα λέει ο καθένας.

– Ένας πασίγνωστος ρόλος – ορόσημο στην παγκόσμια όπερα είναι η «Βασίλισσα της νύχτας». Εσείς την έχετε ερμηνεύσει σε πάμπολλα θέατρα της υφηλίου. Αισθανθήκατε κάποιες φορές έναν κορεσμό; 

Ο ρόλος της «Βασίλισσας της Νύχτας» είναι πολύ ιδιαίτερος. Η αλήθεια είναι όμως, ότι επειδή αυτή η όπερα είναι παραμύθι, σου δίνει φοβερή φαντασία στο να τον ερμηνεύσεις με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, όχι στερεοτυπικά. Οπότε, παρόλο που έχω συμμετάσχει ήδη σε δεκατέσσερις διαφορετικές παραγωγές, θα έλεγα ότι κάθε φορά η «Βασίλισσα της Νύχτας» είναι μια άλλη γυναίκα.

Παρόλα αυτά, δεν σας κρύβω πως έχω αρχίσει να νιώθω έναν κορεσμό, δεδομένου ότι έχω κάνει πάνω από διακόσιες παραστάσεις. Θέλω να ανοίξω τα φτερά μου και να γνωρίσω καινούργιους «τόπους», πράγμα που έχω ήδη ξεκινήσει και θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια… Θα παρομοίαζα το ρόλο της «Βασίλισσας» με το ρόλο του Τζέιμς Μποντ στις ταινίες, από την άποψη ότι πρόκειται για ρόλο-ταμπέλα για κάθε καλλιτέχνη. Αν έχεις δει έναν ηθοποιό να υποδύεται τον ήρωα, μετά λες «αυτός είναι ο Τζέιμς Μποντ»! Κάπως έτσι είναι και με εμάς! Ο ρόλος αυτός επίσης είναι και αρκετά… αθλητικός. Απαιτεί να βρίσκεσαι σε πολύ καλή φυσική κατάσταση για να τον ερμηνεύεις. Κάθε βράδυ είναι σαν να αγωνίζεσαι στους Ολυμπιακούς. Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη είναι μεγάλη. Από ένα σημείο και έπειτα, έχεις καταθέσει αυτό που μπορείς και θέλεις να πας παρακάτω.

Η Χριστίνα Πουλίτση σε ένα από τα ανεβάσματα του «Μαγικού Αυλού» ως «Βασίλισσα της νύχτας»

– Τι ήταν αυτό που σάς γέννησε την αγάπη για τη μουσική και εν τέλει πώς οδηγηθήκατε στα λυρικά μονοπάτια;

Εγώ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα μια φοβερή ανάγκη έκφρασης μέσα από το τραγούδι. Είναι κάτι που συμβαίνει αυτόματα. Ο λόγος που βρίσκομαι πάνω στη σκηνή και τραγουδάω είναι η ανάγκη για έκφραση συναισθημάτων. Αυτό φυσικά το αντιλήφθηκαν οι γονείς μου, μιας και προέρχομαι από μια οικογένεια που αγαπά τη μουσική. Ο μπαμπάς μου με πήγε σε ένα μουσικό νηπιαγωγείο και έτσι άρχισα να αποκτώ κλασική παιδεία. Όταν αργότερα αποφάσισα να ασχοληθώ με το τραγούδι, αναπόφευκτα η πρώτη μου επιλογή ήταν η όπερα. Πάντως λέω συχνά ότι δεν αισθάνομαι τραγουδίστρια με την στυγνή έννοια του επαγγέλματος. Δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες ή οι ομαδοποιήσεις. Κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή, αισθάνομαι απλά ένας άνθρωπος που του αρέσει πολύ να εκφράζεται μέσα από την τέχνη.

– Ποιοι ρόλοι ή έργα αποτελούν ερμηνευτικές προκλήσεις για εσάς και θέλατε να αναμετρηθείτε μαζί τους;

Η Λουτσία ήταν πάντα ρόλος που ήθελα να κάνω. Και νιώθω ευγνώμων που την ερμήνευσα και τώρα επαναλαμβάνεται. Επίσης είμαι πολύ ευγνώμων για το ντεμπούτο μου στο ρόλο της Βιολέττας στην Τραβιάτα που θα γίνει του χρόνου το Φεβρουάριο στην όπερα του Αμβούργου. Είναι φυσικά μια μεγάλη πρόκληση και εξίσου αποτελεί ορόσημο στην πορεία κάθε ερμηνευτή. Από εκεί και έπειτα άλλοι ρόλοι που θα ήθελα να συναντηθώ μαζί τους, είναι η Κονστάντσε στην Απαγωγή από το Σεράι, η Ελβίρα, η Αμίνα… Γενικώς όλο το Μπελ κάντο με ενθουσιάζει!

– Υπάρχουν καλλιτέχνες-πρότυπα για εσάς;

Φυσικά. Πάντα το πρώτο όνομα που μου έρχεται στο μυαλό είναι η Μαρία Κάλλας. Είμαστε ιδιαίτερα συνδεδεμένοι μαζί της όλοι οι Έλληνες καλλιτέχνες. Αυτό που εμένα με συνεπαίρνει είναι η συνέπειά της απέναντι στη μουσική και τον συνθέτη, ενώ καταφέρνει πάντα να εκφράζει την δική της αλήθεια μέσα από τις ερμηνείες. Και φαντάζομαι ότι θα ήταν καθηλωτικό το να την παρακολουθείς ζωντανά σε κάποιο θέατρο. Από εκεί και πέρα θαυμάζω ανθρώπους και φωνές όπως ο Λουτσιάνο Παβαρότι, η Μαριέλλα Ντεβία, η Τζόαν Σάδερλαντ… Γενικά όλους τους καλλιτέχνες που βάζουν το δικό τους λιθαράκι και μέσα από την προσφορά τους, βρίσκεις και εσύ τη δική σου αλήθεια.

– Απομυθοποιήσατε πρόσωπα, ερχόμενη σε επαφή με μεγάλες προσωπικότητες της διεθνούς σκηνής;

Θεωρώ πως αυτό είναι αναπόφευκτο όταν γνωρίζεις από κοντά καλλιτέχνες τους οποίους θαυμάζεις και έχεις χτίσει μια εικόνα για αυτούς που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ναι, μου έχει συμβεί, αλλά είναι φυσικό και επόμενο.

– Ισχύει ότι σε λίγο καιρό θα κάνετε την πρώτη σας μεγάλη ηχογράφηση; Θέλετε να μας μιλήσετε περισσότερο για αυτό;

Ναι, θα γίνει στο Λονδίνο. Πρόκειται για ζωντανή ηχογράφηση από δύο συναυλίες στο Royal Festival Hall με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Gianandrea Noseda και θα τραγουδήσουμε Carmina Burana. Αυτή θα είναι η πρώτη μου ηχογράφηση με το label της Ορχήστρας και είμαι πολύ – πολύ χαρούμενη για αυτό.

– Τι άλλο σας ευχαριστεί στην καθημερινότητα, εκτός φυσικά από τη δουλειά σας;

Λόγω των πολλών ταξιδιών και λόγω του ότι περνάω αρκετό χρόνο με τον εαυτό μου, έχω ανακαλύψει ξεχωριστές ομορφιές μέσα σε αυτή τη… μοναξιά! Διαβάζω πάρα πολλά βιβλία, κάνω γιόγκα και διαλογισμό, ενώ απολαμβάνω να έρχομαι σε επαφή με τη φύση. Σε όποια πόλη και εάν πηγαίνω προτεραιότητά μου είναι να πηγαίνω στα πάρκα και τις εξοχές της. Επίσης κάνω… ιστιοπλοΐα!

– Πώς ονειρεύεστε ιδανικά την παρουσία σας στο λυρικό τραγούδι;

Αυτό που θα ήθελα να πετύχω, είναι να έχω τη δυνατότητα επιλογής. Να συνεργάζομαι με ανθρώπους με τους οποίους έχουμε καλή επικοινωνία και καλό σημείο επαφής. Θα ήθελα να καταφέρω μέσα από ρόλους να μπορέσω να βρω αυτό το ιδιαίτερο και διαφορετικό που έχω και να εκφράζω την αλήθεια μου πάνω στη σκηνή. Από εκεί και πέρα, επιθυμώ να μπορέσω να κάνω την τέχνη ένα μέσο θεραπείας, έτσι ώστε κάθε παράσταση να αποτελεί εμπειρία για τον θεατή που έρχεται να την παρακολουθήσει και όταν αυτός φεύγει από το θέατρο, να νιώθει πιο πλούσιος στην ψυχή του!


Διαβάστε επίσης:

Η Λουτσία ντι Λαμμερμούρ του Γκαετάνο Ντονιτσέττι επιστρέφει θριαμβευτικά στην Εθνική Λυρική Σκηνή