«Να κοιτάξουμε να το βγάλουμε σε βινύλιο!»

Αυτή την ατάκα την ακούω  από σχεδόν κάθε συνεργαζόμενο καλλιτέχνη κάθε φορά που συνεννοούμαστε για μια νέα κυκλοφορία άλμπουμ στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της Puzzlemusik.

Την καταλαβαίνω πολύ καλά αυτήν την επιθυμία. Κι εγώ φίλος του βινυλίου είμαι. Και μάλιστα είμαι φίλος πρακτικά, όχι θεωρητικά. Εννοώ ότι ακόμη και την περίοδο της κυριαρχίας του cd, τότε που το βινύλιο είχε περιοριστεί δραματικά, αγόραζα  τις τότε νέες κυκλοφορίες είτε σε βινύλιο, είτε σε cd σε ποσοστό περίπου 50% – 50% .

Αυτός είναι ας πούμε ένας από τους μύθους που έχουν επικρατήσει σχετικά με το βινύλιο. Γιατί η αλήθεια είναι ότι η επιστροφή του βινυλίου έχει συνοδευτεί από μια σειρά μύθων, όπως για παράδειγμα αυτός: το ότι κάποια στιγμή – εκεί στις αρχές του αιώνα μας – το βινύλιο  εξαφανίστηκε … εντελώς.

Ποτέ δεν εξαφανίστηκε τελείως το βινύλιο. Ακόμη και στην μικρή ελληνική αγορά πάντα έβρισκες νέες κυκλοφορίες σε βινύλιο, χωρίς κόπο, αρκεί να πήγαινες σε συγκεκριμένα καταστήματα. Φυσικά, δεν έβρισκες ότι έκανες κέφι. Ήταν μεγάλο το ποσοστό των κυκλοφοριών που έβγαινε αποκλειστικά σε cd με αποτέλεσμα αρκετά από τα άλμπουμ που ήθελες να μην είναι διαθέσιμα στις 33 στροφές. Αλλά πάντα κάτι θα έβρισκες να αγοράσεις από αυτά που ήθελες.

Όσο είναι μύθος ότι το  βινύλιο κάποια στιγμή εξαφανίστηκε τελείως, άλλο τόσο είναι μύθος  (και μάλιστα μεγαλύτερος) ότι το cd πλησιάζει το τέλος του και ότι σύντομα θα κυκλοφορούν μόνο βινύλια. Αυτός ο μύθος οφείλεται σε μία … παρεξήγηση. Τα στατιστικά στοιχεία των τελευταίων χρόνων δείχνουν μία πολύ μεγάλη ετήσια ποσοστιαία αύξηση του βινυλίου. Τα πρώτα χρόνια της αναγέννησης του βινυλίου αυτή η ποσοστιαία ετήσια αύξηση των πωλήσεων βινυλίου ήταν της τάξης των 3 ως 5%. Σταδιακά αυξήθηκε το ποσοστό και για το 2017 η Nielsen έδειξε ποσοστό αύξησης 9% στις Ηνωμένες Πολιτείες που αποτελεί και το  ιστορικό υψηλό   από το 1991 και μετά που η Nielsen άρχισε τις στατιστικές για τις πωλήσεις άλμπουμ.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η παρεξήγηση. Οι πωλήσεις άλμπουμ βινυλίου σημείωσαν αύξηση 9% το 2017, οι πωλήσεις cd σημείωσαν μείωση αλλά συνολικά μιλώντας και κοιτάζοντας ολόκληρη την «πίτα» των πωλήσεων οι πωλήσεις βινυλίου αντιπροσωπεύουν μόλις το 14% των συνολικών πωλήσεων φυσικών φορέων άλμπουμ για το 2017.

Η αλήθεια δηλαδή είναι ότι το βινύλιο τα τελευταία 12 χρόνια γνωρίζει σε ετήσια βάση σημαντική αύξηση των πωλήσεων του.  Αλλά η εντύπωση που έχει σχηματιστεί ότι  το format που πουλάει περισσότερο διεθνώς είναι το βινύλιο είναι απλώς ένας …μύθος.

Διεθνώς, το cd και το digital download εξακολουθούν να έχουν μεγαλύτερα μερίδια της πίτας. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι η εικόνα της ελληνικής αγοράς παρουσιάζεται διαφορετική σε σχέση με την διεθνή εικόνα. Στην Ελλάδα σχεδόν όποιον δισκοπώλη και να ρωτήσεις θα σου πει ότι οι πωλήσεις κυμαίνονται περίπου στο 75% για τα βινύλια και στο 25% για τα cd. Αλήθεια είναι αυτό φυσικά, με τη διαφορά ότι σε αυτήν την ποσόστωση (ή οποία διαμορφώνεται στα μεσαία και μικρά δισκοπωλεία) δεν λαμβάνεται υπόψη η εικόνα που εμφανίζεται στα μεγάλα δισκοπωλεία και στις αλυσίδες πολυκαταστημάτων η οποία είναι διαφορετική. Επίσης δεν λαμβάνεται υπόψη το «βουβό» κοινό που αγοράζει cd (αλλά και βινύλια σε ένα βαθμό) κατευθείαν από το εξωτερικό καθώς τα τελευταία χρόνια η διανομή στην Ελλάδα (ακόμη και σημαντικών) εταιρειών του εξωτερικού  είναι υποτυπώδης και αρκετές φορές ανύπαρκτη.

Παρεμπιπτόντως – να το αναφέρω με την ευκαιρία αν και το έχω αναφέρει ξανά στο παρελθόν – όλα τα στατιστικά δείχνουν ότι αν κάποιο format κινδυνεύει  να πέσει σε αχρηστία ή έστω να συρρικνωθεί τόσο που να μοιάζει σαν  να μην υπάρχει, είναι το mp3 του digital download και όχι το cd. Είμαι πολύ περίεργος τι θα συμβεί όταν πολύ σύντομα (συντομότερα από το 2020 που είχε αρχικά εξαγγελθεί) το i-tunes θα σταματήσει την πώληση mp3. Το i-tunes πιστεύει ότι δεν υπάρχει πλέον κανένας λόγος  να συνεχίσει η πώληση mp3 από τη στιγμή που υπάρχει το streaming, το οποίο μάλιστα βρίσκεται σε άνοδο. Αν ισχύσουν τα παραπάνω το mp3 θα επιζήσει μόνο ως μορφή αρχείου για επαγγελματική χρήση (αποστολή promo κλπ).

Αν δεν υπάρξει κάποια ανατροπή, το mp3 δείχνει λοιπόν να βρίσκεται στα τελευταία του.  Κατά τα άλλα εδώ και μία δεκαετία για το … cd ακούω ότι  «πέθανε». Αυτό που έχω να πω για το θέμα είναι πως αν ήταν να πεθάνει πραγματικά, θα είχε εξαφανιστεί εδώ και κάποια χρόνια. Μπορεί μεν να κυκλοφορούν πολλά άλμπουμ πλέον μόνο σε βινύλιο, αλλά εξακολουθούν να είναι περισσότερα τα άλμπουμ που κυκλοφορούν και σε βινύλιο και σε cd, ενώ εξακολουθούν  να υπάρχουν πολλά άλμπουμ που κυκλοφορούν μόνο σε cd.

Οι πωλήσεις του βεβαίως έχουν πέσει και εξακολουθούν να πέφτουν, αλλά άλλο είναι αυτό και άλλο το ότι «εξαφανίστηκε», «πέθανε» και τα λοιπά.

Θα μου πεις… τα γράφεις όλα αυτά για να πεις ότι τελικά προτιμάς το cd αντί για το βινύλιο; Ελπίζω όσοι έχετε φτάσει να διαβάζετε ως εδώ να μην έχετε βγάλει αυτό το συμπέρασμα.

Τα γράφω αυτά γιατί έχω  αρχίσει να κουράζομαι από όλη αυτήν την κουβέντα για τα format η οποία μας εμποδίζει να ασχοληθούμε με το ίδιο το … περιεχόμενο αυτών των format! Αντί να γράφονται περισσότερα και ουσιαστικότερα κείμενα  για νέες καλλιτεχνικές προτάσεις, νέα ρεύματα, συγκροτήματα κλπ , και αντί να συζητάμε στις παρέες για αυτά, πολύ κουβέντα γίνεται για το αν πέθανε το cd ή όχι ακόμη, για την ανωτερότητα του βινυλίου, για τους χιπστεράδες που  αγοράζουν τα βινύλια  και τα αφήνουν με το σελοφάν τους μιας και δεν έχουν καν πικάπ , και άλλα τέτοια.

Υπάρχουν άλμπουμ που αγόρασα σε βινύλιο και για διάφορους λόγους το μετάνιωσα μετά (όπως για παράδειγμα πολύ πρόσφατα το «Landfall» των Laurie Anderson & Kronos Quartet που τελικά για μια σειρά συγκεκριμένων λόγων  θα το προτιμούσα σε cd) και υπάρχουν άλμπουμ που τα αγόρασα σε cd και τελικά θα τα προτιμούσα σε βινύλιο. Αγαπώ το βινύλιο αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πάντα η πιο κατάλληλη επιλογή για όλες τις ακροάσεις μου. Και δεν καταλαβαίνω γιατί προκειμένου κάποιος να υποστηρίξει το βινύλιο θεωρεί απαραίτητο (αν όχι αυτονόητο)  ότι πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να απαξιώσει το cd.

Από πότε δηλαδή και γιατί δημιουργήθηκε η … γηπεδική (μερικές φορές επιπέδου αγώνα … κατς) εντύπωση ότι πρέπει το ένα να αφανίσει το άλλο προκειμένου να επιβιώσει;

Από πότε και γιατί δημιουργήθηκε η εντύπωση (και καλλιεργήθηκε σαν κλίμα) ότι δεν μπορούν να συνυπάρξουν αυτά τα δύο;

Και για να κλείσω κατά κάποιον τρόπο όπως ξεκίνησα (δηλ. με την οπτική γωνία του καλλιτέχνη απέναντι στην επιλογή κυκλοφορίας ανάμεσα σε βινύλιο / cd) θα αναφέρω το εξής:

Σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες θα θέλαμε τα άλμπουμ μας να κυκλοφορούν και σε βινύλιο και σε cd. Σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες (σε συντριπτικό ποσοστό) επωμιζόμαστε εκτός των άλλων και το εργοστασιακό κόστος κατασκευής του άλμπουμ μας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τις περισσότερες φορές μας είναι αδύνατον να χρηματοδοτήσουμε την έκδοση και  των δύο format.

Κάθε φορά που ένας καλλιτέχνης αποφασίζει να κυκλοφορήσει το νέο του άλμπουμ μόνο σε βινύλιο ή μόνο σε cd – και ανεξαρτήτως του τι τελικά θα επιλέξει – παίρνει  ένα σημαντικό ρίσκο.  Κυκλοφορώντας το μόνο σε cd παίρνει το ρίσκο ότι εκδίδει τη δουλειά του σε ένα format που κατασκευαστικά είναι μεν πολύ φτηνότερο από το κόστος κατασκευής του βινυλίου αλλά  βρίσκεται σε σημαντική ύφεση όσον αφορά τις πωλήσεις του. Κυκλοφορώντας την μόνο σε βινύλιο σχεδόν διπλασιάζει το κατασκευαστικό κόστος και ταυτόχρονα αυτόματα αποκλείει την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού (αυτό που λέμε «ευρύ κοινό») από το να αγοράσει το άλμπουμ του. Γιατί μπορεί να μας σοκάρει ίσως σαν σκέψη εμάς του βινυλιόφιλους αλλά … η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού δεν έχει – και πιθανότατα δεν προτίθεται να αποκτήσει – πικάπ.

Οι δισκοπώλες θα  προτείνουν στον καλλιτέχνη  να εκδώσει το άλμπουμ σε βινύλιο. Από την δική τους οπτική γωνία έχουν δίκιο. Αλλά η θέση του καλλιτέχνη είναι εκ φύσεως διαφορετική από αυτή του δισκοπώλη. Ο δισκοπώλης θα πουλήσει λ.χ. 1.000 τεμάχια δίσκων βινυλίου το χρόνο (τυχαίο το νούμερο χάριν επιχειρήματος). Αυτά τα 1.000 τεμάχια όμως θα αντιστοιχούν ενδεχομένως σε 400 διαφορετικούς τίτλους καθώς ο δισκοπώλης θα πουλήσει 1 τμχ. από το τάδε άλμπουμ, 3 από το άλλο, 5 από εκείνο κ.ο.κ. Είναι εξαιρετικά σπάνια η περίπτωση να πουλήσει π.χ. 20 τεμάχια από ένα συγκεκριμένο άλμπουμ. (Σημ.: το παράδειγμα αναφέρεται στην ελληνική αγορά). Ο καλλιτέχνης όμως πώς θα πουλήσει 300 ή έστω 200 αντίτυπα από τον έναν τίτλο του;   (που είναι το μίνιμουμ κοπής στα περισσότερα από τα εργοστάσια πλέον)

Με δυο λόγια: Δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί η ελαφρά την καρδία απαξίωση του cd τα τελευταία χρόνια –  ένα format εύχρηστο, φιλικό, με υψηλή ηχητική απόδοση και αντοχή στον χρόνο. Δεν καταλαβαίνω γιατί προκειμένου κανείς να δηλώσει τη χαρά του για την ανάκαμψη του βινυλίου και την προτίμηση του σε αυτό, αρέσκεται στο να «σκοτώνει» το cd. Το οποίο αντικειμενικά μιλώντας απέχει από το να είναι «νεκρό» έτσι κι αλλιώς.

Νομίζω ότι είναι μια καλή στιγμή να αφήσουμε στην άκρη την – πολλές φορές στηριζόμενη σε μύθους και παρεξηγήσεις  – αντιπαράθεση και να μεταφέρουμε την κουβέντα στο ίδιο το περιεχόμενο.

Τη μουσική.