Το έργο

Το «Haribo Kimchi» αφορά σε έναν μικροπωλητή, ο οποίος διηγείται κομμάτια της ζωής του. Παράλληλα με την προσωπική του περιδιάβαση φωτίζονται πλευρές της ανθρώπινης ζωής που υπογραμμίζουν τη συλλογική μνήμη και αίσθηση.

Με βάση ένα μικρό μαγαζάκι, το οποίο αποτελεί νυχτερινό στέκι και  εξυπηρετεί σερβίροντας τοπικά ποτά και φαγητά, ο ήρωας της παράστασης, ο Jaha Koo, ξεδιπλώνει το νήμα της προσωπικής του αφήγησης, η οποία καταλήγει να αφορά στο σύνολο των θεατών.

Η παράσταση

Μια κατασκευή που θυμίζει διάφανο κύβο περίμενε τον θεατή στην Πειραιώς 260. Η σκηνική κατασκευή υποδέχεται μια σειρά βιντεοπροβολών που έδειχναν την Κορέα, τους δρόμους και την κίνηση στις πόλεις, αλλά και τους ανθρώπους της. Οι ήχοι της πόλης επέτειναν την αίσθηση της κορεάτικης πραγματικότητας, της οποίας ο θεατής αρχίζει να αισθάνεται ότι γίνεται μέρος. Σταδιακά οι ήχοι κοπάζουν και οι εικόνες σταματούν να διαδέχονται η μία την άλλη. Τότε, ο Jaha Koo εμφανίζεται στη σκηνή και αποκαλύπτει το μικρό μαγαζάκι του, το οποίο κρύβεται κάτω από την σκηνική κατασκευή.

Για την επόμενη μία ώρα, ο ήρωας θα αφηγούνταν διάφορα κομμάτια της ζωής του, όπως η μετανάστευσή του στο Βερολίνο, αλλά και η επιστροφή του στην Κορέα μετά από δέκα χρόνια, τις μνήμες του από τους γονείς και τη γιαγιά του, όπως και από την τωρινή του ζωή. Κάθε του ανάμνηση συνοδευόταν από ένα πιάτο ή ποτό που ο Jaha Koo ετοίμαζε και σέρβιρε στους «πελάτες» του. Οι μυρωδιές, αλλά και οι ήχοι από το μαγείρεμα καθιστούσαν την παράσταση αληθινή εμπειρία για τους θεατές, οι οποίοι μετατρέπονταν σε κοινωνούς των όσων διαδραματίζονταν στη σκηνή.

Η αφήγηση του Jaha Koo ήταν πολύ προσωπική. Κατέληξε όμως στο ότι σημασία έχουν οι διαδρομές και όχι οι τόποι. Το καβαφικής συλλογιστικής απόφθεγμα που συνήθιζε να του λέει η γιαγιά του, αναδεικνύει τη σημασία που έχουν στη ζωή του καθενός οι άνθρωποι και οι μεταξύ τους σχέσεις. Στη συνέχεια, ο Jaha Koo υπογράμμισε ότι οι ρίζες του καθενός δε βρίσκονται στους τόπους, αλλά τις φέρει μέσα του, τις κουβαλάει και τις μοιράζεται με τους εκάστοτε συνοδοιπόρους στη ζωή.

Η σκηνοθεσία

Ο Jaha Koo εξ αρχής κατέστησε σαφές ότι η περφόρμανς περίκλειε τους θεατές. Οι βιντεοπροβολές που προβάλλονταν στις γιγαντοοθόνες, με τις εικόνες και τους ήχους, σκόπευαν να μετατρέψουν την παράσταση σε αληθινή εμπειρία για το κοινό. Την αίσθηση αυτή επέτεινε, στην αρχή της παράστασης, το γεγονός ότι άναψαν τα φώτα στην πλατεία, αμέσως μόλις συστήθηκε στους θεατές ο Jaha Koo. Γκρεμίζοντας τον τέταρτο τοίχο της θεατρικής ψευδαίσθησης, ο Jaha Koo ζήτησε από δύο εκ των θεατών να τον ακολουθήσουν στη σκηνή εντάσσοντάς τους στη διάδραση που θα λάμβανε χώρα.

Οι δύο θεατές αποτέλεσαν τους «πελάτες» του ήρωα, καθόλη τη διάρκεια της παράστασης. Παράλληλα, ο Jaha Koo ετοίμαζε πιάτα τα οποία τοποθετούσε μπροστά σε ένα τρίτο κάθισμα, το οποίο παρέμεινε άδειο καθόλη τη διάρκεια της παράστασης. Το άδειο αυτό κάθισμα, προορισμένο για κάθε ενδεχόμενο επισκέπτη, υπενθύμισε τα έθιμα των αρχαίων Ελλήνων προς τιμήν του Ξένιου Δία, κρατώντας ένα πιάτο φαγητό για όποιον τύχαινε να ζητήσει φιλοξενία.

Οι δύο επί σκηνής «πελάτες» ήταν οι πρώτοι που γεύθηκαν τα όσα ετοίμασε ο Jaha Koo στο μαγαζάκι του. Ωστόσο, οι μυρωδιές που αναδύονταν από την κουζίνα του ήρωα συμπεριέλαβαν στην παραστασιακή εμπειρία και το υπόλοιπο κοινό. Κάθε πιάτο του Jaha Koo συνοδευόταν από μια ιστορία συνδεδεμένη με τη ζωή του. Κάθε ανάμνηση που διηγούνταν όμως ο ήρωας μετατρεπόταν αυτόματα σε συλλογική μνήμη την οποία μοιραζόταν με τους θεατές-πελάτες του. Έτσι, ο Jaha Koo μετέτρεψε το κοινό σε κοινωνούς της μαγειρικής του και, μέσω αυτής, των αναμνήσεών του. Θύμισε λοιπόν στους θεατές ότι το ταξίδι της ζωής συνδέεται άρρηκτα με το βιωματικό ταξίδι της γεύσης η οποία περικλείει αναμνήσεις, επιθυμίες και προπάντων ανθρώπους -που χάθηκαν ή που υπάρχουν ακόμα στη ζωή μας.

Εν κατακλείδι

Η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία η διαδικασία προετοιμασίας του φαγητού, αλλά και η κατανάλωσή του κατέχει συνήθως πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή μας. Είτε πρόκειται για τραπέζι που στρώνεται στο σπίτι, είτε σε ένα εστιατόριο ή σε ένα ταβερνάκι, ο λαός μας απολαμβάνει το φαγητό. Και μαζί με αυτό απολαμβάνει τους συνδαιτημόνες του στο τραπέζι, την οικογενειακή διαδικασία της προετοιμασίας του φαγητού, ακόμα και του στρωσίματος του τραπεζιού. Οι μεγαλύτερες διαμάχες και τα πιο γλυκά συναισθήματα εκφράζονται πάνω σε ένα τραπέζι φαγητού. Επειδή η διαδικασία αυτή συνδέεται τόσο με τη συντήρηση του ανθρώπου, όσο και, πολύ περισσότερο, με την απόλαυσή του. Η παράσταση του Jaha Koo συμπλήρωσε ότι συνδέεται επίσης πολύ και με την διαπολιτισμική παράδοση, αλλά και με την πανανθρώπινη επικοινωνία, ανεξαρτήτως γεωγραφικών, πολιτικών ή ακόμα και θρησκευτικών διαφορών.

Το φαγητό λοιπόν αποτελεί άλλοτε παρηγοριά, άλλοτε χαρά και ενίοτε πόνο. Σε κάθε περίπτωση όμως το φαγητό ξυπνάει μνήμες, συνδέει ανθρώπους και τους ενώνει. Η παράσταση «Haribo Kimchi» κατάφερε με απλότητα, ζεστασιά και «αλήθεια» να μιλήσει για την αξία της προσωπικής ελευθερίας, τη μοναξιά, τη μετανάστευση, την οικογένεια και εν γένει τον άνθρωπο. Και όλα αυτά, γύρω από ένα «μαγαζάκι», το οποίο, σαν ένα τραπέζι φαγητού, στρώθηκε περιμένοντας τους ανθρώπους να καθίσουν γύρω του περιμένοντας να γευτούν το επόμενο πιάτο και να μοιραστούν κομμάτια της ζωής τους.

Photo Credit: @ beaborgersphotography

Διαβάστε επίσης:

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026: Τα AΦTER της Πειραιώς 260
Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026: Εορτές Αποχαιρετισμού για το Ηρώδειο
Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026: Τι θα δούμε το καλοκαίρι στο Αρχαίο Θέατρο στην Επίδαυρο