Η τραγική φιγούρα του Γκούσταφ Άσενμπαχ πρωταγωνιστεί σε αυτό το αριστούργημα του Τόμας Μαν. Στα σοκάκια της πόλης της Βενετίας, που είναι η κόλαση και ο παράδεισός του, κυκλοφορεί άρρωστα μασκαρεμένο το τέλος του πετυχημένου συγγραφέα και δημιουργού. Επιδιώκει τον πόθο, τον κυνηγά, τον λαχταρά και με κίνδυνο της ζωής ενώ θολωμένος παραμένει στην πόλη ακόμα και όταν ελλοχεύει η απειλή του θανάτου. Είναι δυνατόν ο έρωτας να αναχαιτίσει και να ανακόψει τον επερχόμενο θάνατο που ξεπροβάλλει μυστήρια και ύπουλα κινούμενος, θα μπορέσει να αντισταθεί και να επιστρέψει στην πατρίδα του πριν σημάνει το προδιαγεγραμμένο τέλος ή μήπως αυτό το ποθητό ον που τον παρασέρνει δίχως άλλο είναι η αρχή του τέλους; Ένα φιλοσοφημένο κείμενο του Τόμας Μαν για την διαδρομή και την πάλη του ίδιου του δημιουργού με το είναι του και τις αδυναμίες του, τα πάθη του, την ίδια του την άστατη ύπαρξη.

Η μοναχική μορφή του δημιουργού

Ο ήρωας του Μανν βιώνει μία βουβή μοναχικότητα, ένα δραματικό παρόν και ένα δυσοίωνο μέλλον, φυλακισμένος στα πάθη του αναζητά διόδους διαφυγής και για αυτό επισκέπτεται για δεύτερη φορά την πόλη της Βενετίας παρόλο που γνωρίζει πως η πόλη/φάντασμα δεν του ξυπνά ευχάριστες μνήμες ούτε και του παρέχει εμπράκτως την ελπίδα και την χαρά μιας δεύτερης ευκαιρίας που για εκείνον θα ήταν εξαιρετικά πολύτιμη. Θα ταξιδέψει στην πόλη της γόνδολας και των στενών δρομάκων για να πάρει ανάσες ζωής αφού πλήττει και αναζητά λόγους να αναγεννηθεί πνευματικά μακριά από την βαριά και ανυπόφορη για αυτόν ατμόσφαιρα του Μονάχου. Ένας δημιουργός έχει πάντα την ανάγκη να νιώθει ζωντανός και αυτό είναι ένα ατέρμονο και ατελείωτο στοίχημα που βασανίζει και καταρρακώνει την άπληστη φιλοδοξία του για καλλιτεχνική επιβίωση με κάθε κόστος. Εκείνος δέσμιος των καλλιτεχνικών του διεργασιών προστρέχει μανιωδώς προς εξερεύνηση νέων λυτρωτικών οριζόντων και εμπνεύσεων. Ο Δημήτρης Στεφανάκης στον πρόλογό του θα γράψει: «Ο φον Άσενμπαχ είναι ένας μοναχικός, σιωπηλός άνθρωπος και κατά τον Μαν «η μοναξιά παράγει το αυθεντικό, το τολμηρά και ιδιόρρυθμα ωραίο, το ποίημα. Η μοναξιά όμως παράγει και το άσχημο, το δυσανάλογο, το παράλογο και το ανεπίτρεπτο».

Επικίνδυνες απολαύσεις

Με αναφορές στον Νίτσε και τον Πλάτωνα, ο Μανν χτίζει μία εξαιρετική αφήγηση που πατάει εξ’ ολοκλήρου στον πενηντάρη Άσενμπαχ, αυτόν τον αμετανόητο αυτοκαταστροφικό σχοινοβάτη. Γιατί διαφαίνεται μέσα από το κείμενο πως η μετάβασή του στην πόλη της Βενετίας θα είναι η τελειωτική αλήθεια που θα βιώσει, η αλήθειας της δικής του προσωπικής αδυναμίας να τιθασεύσει τα πάθη του. Εδώ ανακαλύπτει το πάθος του έρωτα και αυτό θα αποδεχθεί σαφέστατα καταδικαστικό για τον ίδιο. «Ο φον Άσενμπαχ παρασύρεται στο θανάσιμο παιχνίδι του πόθου ίσως γιατί «ο πόθος είναι απόρροια της ελλιπούς γνώσης για τον άλλο» όπως αναφέρει ο δημιουργός του». Έτσι, όταν έρθει η ώρα – και δεν είναι έτοιμος ψυχολογικά για αυτό – να ανταμώσει τον δικό του πλατωνικό Φαίδρο, τον Τάτζιο, τότε βυθίζεται στις αγωνίες του και τις ορέξεις του για αυτό το νεαρό αλλά άπιαστο κάλλος. Σε πυρετώδη κατάσταση και με έντονο το αίσθημα της επιθυμίας να αγγίξει αυτό το ιδανικό σώμα κινητοποιεί το πνεύμα του και επιταχύνει τις φαντασιώσεις του με τέτοια επικίνδυνα ιλιγγιώδη ταχύτητα μόνο και μόνο για να ξεπεράσει την αδυναμία της εσωτερικής κατάρρευσης που εγκυμονεί μέσα του. Και βέβαια να εκπληρώσει μέσα του ίσως όσα δεν επέτυχε στην νιότη του, να ανάψει δηλαδή την φλόγα της δημιουργίας που ακόμα σιγοκαίει ή που τουλάχιστον έτσι θα επιθυμούσε.

Η ζωή του πλέον στην Βενετία είναι ένας ενδελεχής μαραθώνιος αντάμωσης με το αντικείμενο του πόθου του, ξυπνάει και κοιμάται, ικανοποιείται με την θέα του, αφού γνωρίζει καλά πως δεν μπορεί να γευτεί την πραγματική και αυθεντική σαρκική ικανοποίηση. «…άφηνε τώρα την αναζωογόνηση που του χάριζε καθημερινά ο ήλιος, η απραξία κι ο θαλασσινός αέρας, να εκρέει στο συναίσθημα και την έκσταση». Παροπλισμένος από τον φλογοβόλο και λυτρωτικό για αυτόν έρωτα παρουσιάζεται ανίκανος να απολαύσει την παραμικρή στιγμή στην πόλη, φυλακισμένος μέσα στην ίδια του την ελευθερία. Ένας άνθρωπος νεκρός από δράση αναμένει ένα νεύμα, ένα βλέμμα, ένα πέρασμα αυτού του αγαλματένιου νεαρού για να του εμφυσήσει έστω και μία σύντομη πνοή ζωής στον θάνατο που ήδη αισθάνεται να τον κυριεύει σωματικά και πνευματικά. Αναμφίβολα, ξεκομμένος και από κάθε έννοια δημιουργικής διάθεσης βουτάει στην αδυναμία λήψης αποφάσεων καθώς «η αναχώρηση του φαίνεται αδιανόητη και άλλο τόσο αδιανόητη η επιστροφή».

Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον

Τελικά, θα παραμείνει ένας άβουλος κύριος των πόθων του και θα ακυρώσει κάθε ικμάδα πιθανής επιβολής της εναπομείνασας αξιοπρέπειάς του  πάνω στον διαλυμένο εαυτό του χαρίζοντας καθετί που κατέχει και διαθέτει στον βωμό του έρωτα που τον έχει πια περικυκλώσει. «Αυτή ήταν η Βενετία, η πλανεύτρα, ύποπτη καλλονή, αυτή η πόλη, μισή παραμύθι, μισή παγίδα, όπου κάποτε στον αποπνικτικό αέρα της είχε ανθήσει ασυγκράτητη η τέχνη και οι μουσικοί της είχαν εμπνευστεί μελωδίες που σε νανούριζαν ύπουλα. Κι εκείνος, που είχε ριχτεί στην περιπέτεια, με την ακοή του πλανεμένη από τις ίδιες μελωδίες, με την όρασή του να ξεδιψάει απ’ αυτή την πλησμονή, αναλογιζόταν ότι η πόλη αυτή νοσούσε κι από απληστία το έκρυβε και κοίταζε τη γόνδολα που λικνιζόταν μπροστά του ακόμα πιο ασύστολα». Η μετάφραση του Βασίλη Τσαλή συμβάλει τα μέγιστα ώστε ο αναγνώστης να αφουγκραστεί ένα θεμελιώδες και σημαντικό κείμενο εμβάθυνσης στην ανθρώπινη φύση του ανθρώπου και δημιουργού.


Αποσπάσματα

«Σχεδόν κάθε καλλιτεχνική φύση έχει έμφυτη την προδοτική τάση να αποδέχεται την αδικία που φτιάχνει ομορφιά και να της αναγνωρίζει το αριστοκρατικό προνόμιο»

«Οι άνθρωποι δεν ξέρουν γιατί επαινούν ένα έργο τέχνης. Μη όντας ειδήμονες, πιστεύουν ότι ανακαλύπτουν σ΄αυτό εκατοντάδες προτερήματα για να δικαιολογήσουν την προτίμησή τους ͘  όμως ο πραγματικός λόγος της επιδοκιμασίας τους είναι κάτι απρόσμενο, είναι ότι συμπάσχουν».


Διαβάστε επίσης:

Θάνατος στη Βενετία – Thomas Mann