Σκηνοθετώ τη «Σωτηρία», εμπνευσμένος από το ομώνυμο διήγημα της Χαράς Ρόμβη γιατί νιώθω ότι περιγράφει με ακρίβεια το τοπίο στο οποίο ζούμε. Δεν μιλά για μεγάλες ιστορίες, αλλά για τη φθορά που κουβαλά η καθημερινότητα. Μια γυναίκα μέσα σε έναν χώρο δουλειάς, σε μια χώρα που έχει κουραστεί. Τίποτα το εντυπωσιακό, τίποτα το ηρωικό. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φαινομενική απλότητα, κρύβεται ολόκληρος ο μηχανισμός μιας κοινωνίας που έχει μάθει να επιβιώνει χωρίς να κοιτάζει γύρω της.
Η γραφή της Ρόμβη έχει κάτι αδυσώπητα καθαρό. Δεν ζητά συγκίνηση. Παρακολουθεί τον άνθρωπο με απόσταση και αγάπη. Η Σωτηρία δεν είναι σύμβολο. Είναι μια γυναίκα της εποχής της που μετράει τις μέρες της, που προσπαθεί να τακτοποιήσει τον εαυτό της, τη ζωή της. Σιγά σιγά, το περιβάλλον γύρω της γίνεται απειλητικό, όχι γιατί αλλάζει, αλλά γιατί αποκαλύπτεται. Ό,τι θεωρούσε οικείο αρχίζει να τη ρουφάει.
Το σκηνικό είναι ένας χώρος πωλήσεων. Λάβαρα, ταμπέλες, προϊόντα. Μια συνηθισμένη εικόνα ελληνικής πραγματικότητας. Ένα περιβάλλον γεμάτο πράγματα που υπόσχονται ευκολία, τάξη, ασφάλεια. Μέσα σε αυτή τη στοίβα υλικών αγαθών, η Σωτηρία χάνει σιγά σιγά το σχήμα της. Στο τέλος, ο χώρος την καταβροχθίζει. Δεν υπάρχει βία, υπάρχει μόνο απορρόφηση. Τα ίδια τα αντικείμενα που τη συνόδευαν γίνονται το τέλος της.

Μέσα στην παράσταση υπάρχει και μια φωνή. Δεν έχει σώμα, δεν έχει προέλευση. Κάποιες φορές μοιάζει με εντολή, άλλες με ανάμνηση. Μπορεί να είναι το σύστημα που της μιλά, μπορεί να είναι η ίδια που επαναλαμβάνει αυτά που της έμαθαν. Δεν είναι ο «κακός» που έρχεται απ’ έξω· είναι ο ήχος του έξω που έχει εγκατασταθεί μέσα της. Μια φωνή που της λέει τι να κάνει, τι να μην κάνει, πότε να σταματήσει. Η Σωτηρία την ακούει ακόμη κι όταν γύρω της επικρατεί σιωπή. Είναι η φωνή που την κρατά όρθια και ταυτόχρονα την πνίγει.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Αυτό το σκηνικό και αυτή η φωνή είναι για μένα ο πυρήνας της ελληνικής εικόνας σήμερα. Ζούμε ανάμεσα σε εμπορεύματα, σε υποχρεώσεις, σε μικρές τελετουργίες συντήρησης. Δεν έχουμε έλλειψη πραγμάτων, έχουμε έλλειψη αέρα. Ο χώρος της παράστασης είναι κλειστός, σχεδόν αποστειρωμένος, και όσο προχωράει ο χρόνος, αρχίζει να θυμίζει κάτι ανάμεσα σε αποθήκη και εκκλησία. Μια άδεια, ιερή μηχανή. Εκεί, η Σωτηρία αναπνέει με δυσκολία, αλλά επιμένει.
Μου αρέσει το πληρωμένο, σέξι και ειλικρινές θέατρο. Το θέατρο του επιβιώσαντος. Το θέατρο του μαχόμενου. Το θέατρο του ηττημένου. Το θέατρο που εμπεριέχει το πολύ προσωπικό. Το θέατρο που κατέχει τον χρόνο· το αυτόφωτο θέατρο, που δεν δανείζεται από άλλες τέχνες για να υπάρξει, αλλά τις χρησιμοποιεί για την αποθέωση του ζωντανού όντος πάνω στη σκηνή. Το θέατρο που δεν είναι φωτογραφίες αλλά εικόνες τόσο ζωντανές, που σε κάνουν να τριπάρεις. Μου αρέσει το θέατρο των ανθρώπων που λυσσάνε να μιλήσουν με τον Λόγο για κάτι που επείγει να ειπωθεί από μόνο του. Το αύταρκες θέατρο, που δεν έχει ανάγκη τη διπλωματία. Το θέατρο που σε κάθε σκηνή διακινδυνεύει τη ζωή του. Το θέατρο που είναι απέναντι σε κάθε κομφορμισμό και μόδα. Ένα θέατρο επί της ουσίας πολιτικό και θρησκευτικό τόσο, που να ενέχει και τον φόβο, το ρίσκο, το στοίχημα και των ηθοποιών και των θεατών. Το θέατρο των ανθρώπων. Το ανδρόγυνο θέατρο.

Αυτό προσπαθώ να κάνω με τη Σωτηρία: Ένα θέατρο που κάθε του στιγμή διακινδυνεύει κάτι πραγματικό, όσο μικρό κι αν είναι. Δεν με ενδιαφέρει να ψάξω τον χαρακτήρα της, αλλά να δείξω πώς η πραγματικότητα λειτουργεί πάνω της. Το φως, ο ήχος συνηγορούν σε αυτό. Μια ρουτίνα που σταδιακά μετατρέπεται σε παγίδα. Έτσι θέλω να λειτουργεί η παράσταση: σαν κάτι που γνωρίζεις, αλλά δεν το έχεις προσέξει ποτέ πραγματικά.
Η Σωτηρία δεν είναι τραγική φιγούρα. Είναι μια γυναίκα που έχει μάθει να αντέχει. Δεν φωνάζει, δεν διαμαρτύρεται, δεν ζητά τίποτα. Συνεχίζει. Και αυτή η συνέχιση είναι η πιο σκληρή μορφή πίστης. Στο τέλος, όταν όλα έχουν χαθεί, η μόνη της δύναμη είναι η προσευχή. Όχι σαν θρησκευτική πράξη, αλλά σαν σιωπηλή επιμονή. Η προσευχή της είναι μια αναπνοή μέσα στην ασφυξία. Ένα μικρό κομμάτι ζωής που δεν παραδίδεται.
Η παράσταση δεν προσπαθεί να συγκινήσει. Θέλει να παρατηρήσει. Να αφήσει τον θεατή να σταθεί απέναντι σ’ αυτό που βλέπει και να αναγνωρίσει κάτι οικείο. Δεν υπάρχει λύτρωση, μόνο μια ησυχία που έρχεται μετά την εξάντληση. Εκεί, μέσα στη σιωπή, ακούγεται ο ρυθμός της αναπνοής της Σωτηρίας. Ίσως αυτή να είναι η μόνη μορφή σωτηρίας που μας απομένει: η αναπνοή μας μέσα στη νύχτα.
Διαβάστε επίσης:
Σωτηρία, της Χαράς Ρόμβη σε σκηνοθεσία Θανάση Δόβρη στο Από Μηχανής Θέατρο