Συχνά μιλάμε για τα όρια και τις δυνατότητες της τέχνης, για το κατά πόσο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Στις Φυλακές Κορυδαλλού, αυτή η συζήτηση αποκτά μια πολύ απτή διάσταση. Την Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026, μετά την ολοκλήρωση της παράστασης «Όρνιθες» από τη Θεατρική Ομάδα Κρατουμένων του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κορυδαλλού Ι, η σκηνοθέτις Αικατερίνη Παπαγεωργίου σχολιάζει πως το θέατρο δεν παραγράφει το παρελθόν κανενός. Στέκεται, όμως, στη σημασία που έχει το εργαστήρι για το παρόν και το μέλλον των συμμετεχόντων.
Κάνει μερικά βήματα πίσω για να χωρέσει όλους τους ηθοποιούς στο βλέμμα της. Δεν απευθύνεται στο κοινό, αλλά στην ομάδα της. Τους ευχαριστεί για τη γενναιοδωρία τους, για την επιμονή και τη διάθεσή τους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες — που, όπως παραδέχεται, δεν ήταν καθόλου λίγες. Και στο τέλος τους κάνει την πιο όμορφη ευχή, «Καλή λευτεριά».
Βρισκόμαστε σε ένα κομμάτι του προαυλίου με γκαζόν, μέσα στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κορυδαλλού, με τα μάτια στραμμένα στον πολύχρωμο θίασο. Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που οι Φυλακές Κορυδαλλού έχουν ανοίξει τις πόρτες τους σε δημοσιογράφους, πολιτικούς, καλλιτέχνες και θεσμικούς εκπροσώπους για μια πολιτιστική εκδήλωση.

Πριν από την παράσταση
Η άφιξη στο σωφρονιστικό κατάστημα γίνεται αρκετή ώρα πριν από την έναρξη της παράστασης, ώστε να ολοκληρωθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Παίρνω μια καρτέλα επισκέπτη και αφήνω υποχρεωτικά το κινητό μου τηλέφωνο στην είσοδο. Από εκείνη τη στιγμή, κοιτάζω γύρω μου, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω κάτι από την καθημερινότητα πίσω από τους τοίχους της φυλακής.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Δεν πρόκειται, βέβαια, για μια συνηθισμένη μέρα. Η 25η Ιουνίου έχει έναν γιορτινό, ή έστω διαφορετικό, χαρακτήρα για ορισμένους από τους κρατούμενους. Όταν φτάνω στον προαύλιο χώρο όπου θα παρουσιαστεί η παράσταση, συναντώ κάποια από τα μέλη της θεατρικής ομάδας. Οι περισσότεροι φορούν ήδη τα κοστούμια τους, πουκάμισα με φτερά στερεωμένα στα μανίκια, καθώς είναι μέλη του κελαηδιστού χορού των «Ορνίθων», και μιλούν σε χαλαρή διάθεση.
Κάθομαι μαζί τους και η κουβέντα ξεκινά σχεδόν αβίαστα. Είναι ευγενικοί και φιλόξενοι. Μου προσφέρουν μια θέση κοντά τους, ακόμη και κέικ.
Αναρωτιέμαι πώς επιλέγονται τα μέλη της ομάδας, αφού αριθμητικά είναι ελάχιστα σε σχέση με το σύνολο των κρατουμένων. «Ακρόαση», μου απαντούν. Χρειάζονται μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβω πως δεν εννοούν θεατρικό casting αλλά εισαγγελική ακρόαση. Έτσι επιλέγονται άτομα που δεν έχουν πειθαρχικές ποινές. Από εκεί και πέρα, χρειάζεται κανείς να μιλά ελληνικά, ενώ οι ρόλοι μοιράζονται με κριτήρια όπως η άρθρωση, η μνήμη και η σκηνική παρουσία.
Υπάρχει μία φράση που ακούω ξανά και ξανά: ο χρόνος μέσα στη φυλακή κυλά διαφορετικά. «Στη φυλακή ο χρόνος έχει άλλο βάρος», μου λέει ένας από αυτούς, κι άλλος προσθέτει πως το θέατρο προσφέρει «μια μικρή απόδραση». Για μήνες, η ομάδα κάνει πρόβες δύο φορές την εβδομάδα, αφιερώνοντας συνολικά τέσσερις ώρες στο εργαστήρι. Ώρες πολύτιμες, κατά τις οποίες η δημιουργική διαδικασία έρχεται να διαρρήξει μια καθημερινότητα που συχνά μοιάζει στάσιμη και άνευ ουσίας.
Η ευεργετική επίδραση του προγράμματος δεν περιορίζεται στις πρόβες, ούτε αποκλειστικά στα μέλη του θιάσου. Χαρακτηριστικό αυτό που μου αναφέρει ένας από τους πρωταγωνιστές της παράστασης, πως στην προσπάθειά του να μάθει τα λόγια του, έκανε πρόβες με διάφορους συγκρατούμενούς του, με αποτέλεσμα αρκετοί άνθρωποι στη φυλακή, που δεν συμμετέχουν στη θεατρική ομάδα, να γνωρίζουν πλέον αριστοφανικά αστεία.
Η επιλογή του έργου δεν ήταν τυχαία. Τα μέλη της θεατρικής ομάδας είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε τρία έργα και αποφάσισαν πως οι «Όρνιθες» του Αριστοφάνη ταίριαζαν περισσότερο στον Κορυδαλλό. Ήθελαν, όπως μου εξηγούν, να χαρίσουν γέλιο στους συγκρατούμενούς τους, και φυσικά και στους ίδιους.
Ένας από τους ηθοποιούς παραδέχεται πως ο ίδιος είχε ψηφίσει τον «Φιλοκτήτη». Μου εξηγεί ότι το έργο του Σοφοκλή, με τον ήρωα που εγκαταλείπεται όταν παύει να είναι χρήσιμος, του φαινόταν πως συνομιλεί πιο άμεσα με την εμπειρία του εγκλεισμού, σα πιο ταιριαστή παραβολή για τη συνθήκη της φυλακής. Άλλωστε, όπως ο ίδιος σχολιάζει, το γέλιο ενίοτε λοξοδρομεί, «Είναι λεπτή η γραμμή ανάμεσα στην πλάκα και στην παρεξήγηση», μου λέει. Κάνει μια μικρή παύση. «Ιδίως εδώ»… Έπειτα προσθέτει πως τους «Όρνιθες» τους είχε παίξει και παλαιότερα, σε γνωστή θεατρική σκηνή της χώρας.
Ρωτώ κάποιον πώς αποφάσισε να μπει στην ομάδα. Χαμογελά. Στην αρχή, μου λέει, είχε καταλάβει εσφαλμένα πως επρόκειτο για δήλωση συμμετοχής σε πρόγραμμα παρακολούθησης θεατρικών παραστάσεων εκτός φυλακής. Όταν συνειδητοποίησε τι πραγματικά ήταν, σε μια περίοδο πολλών προσαρμογών, αναρωτήθηκε πού «πήγε κι έμπλεξε». Πολύ γρήγορα, όμως, η αίσθηση αυτή ανατράπηκε.
Όλοι μιλούν με ευγνωμοσύνη για τη δυνατότητα συμμετοχής τους στο πρόγραμμα. Μου εξηγούν ότι πολλοί συγκρατούμενοί τους είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, όμως οι διαθέσιμες θέσεις ήταν ελάχιστες. Τα τελευταία χρόνια, όπως λένε, τα προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης στις φυλακές έχουν περιοριστεί σημαντικά, ενώ αντίστοιχες θεατρικές ομάδες δεν λειτουργούν σε κάθε σωφρονιστικό κατάστημα.
Τους ρωτώ αν τους αγχώνει η παράσταση που θα δώσουν σε μερικά λεπτά, παρουσία επισήμων. Για εκείνους μοιάζει αυτή να είναι απλώς άλλη μία παράσταση. Έχουν ήδη παρουσιάσει τους «Όρνιθες» στους συγκρατούμενούς τους, κάτι που μοιάζει να χάρηκε εξίσου και το κοινό και η ομάδα. Το πραγματικό άγχος, μου λένε, είναι για όταν θα παίξουν μπροστά στους συγγενείς και τους οικείους τους.
«Γιατί να έχω άγχος; Κανονικοί άνθρωποι είναι κι αυτοί», μου απαντά ένας από τον θίασο, όταν επανέρχομαι στο θέμα των επισήμων. Και προσθέτει: «Το θέμα είναι να καταλάβουν πως το ίδιο ισχύει και για εμάς».
Για λίγες ώρες, η φυλακή σηκώνει το πέπλο αορατότητας που συνήθως καλύπτει την καθημερινότητά της και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έναν διάλογο ανάμεσα σε όσους βρίσκονται μέσα και σε όσους βρίσκονται έξω από τα τείχη — έναν διάλογο που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδυάζει το καυστικό χιούμορ του Αριστοφάνη με σύγχρονες πινελιές, βγαλμένες από την επικαιρότητα.

Η υπόθεση
Οι «Όρνιθες», του Αριστοφάνη σε ελεύθερη διασκευή της Αικατερίνης Παπαγεωργίου, πραγματεύονται τη φυγή δύο φίλων από τον κόσμο των ανθρώπων. Η επιθυμία του Πεισθέταιρου και του Ευελπίδη να απαλλαγούν από τα εγκόσμια βάσανα, όπως τα χρέη και οι διαρκείς έγνοιες, τους οδηγεί στον κόσμο των πουλιών. Εκεί πείθουν τον φτερωτό χορό να ιδρύσει μια πολιτεία στους αιθέρες, ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, τη «Νεφελοκοκκυγία».
Η νέα αυτή πολιτεία παρουσιάζεται ως ιδιαίτερα συμφέρουσα για τα πουλιά, καθώς ανακόπτει την άμεση επικοινωνία ανθρώπων και θεών, επιβάλλοντας, τρόπον τινά, «διόδια» στη μεταξύ τους επικοινωνία. Ωστόσο, η νέα τάξη πραγμάτων γεννά σύντομα καινούργια προβλήματα. Τα μέχρι πρότινος αδύναμα και περιθωριοποιημένα πουλιά αποκτούν εξουσία, αλλά μαζί με αυτήν και νέες ευθύνες, ενώ η ίδια τους η ελευθερία αρχίζει να διακυβεύεται.
Η παράσταση
Λίγο πριν από την έναρξη, οι ηθοποιοί συγκεντρώνονται σε κύκλο. Για λίγα δευτερόλεπτα επικρατεί σιωπή. Ύστερα, όλοι μαζί φωνάζουν τη λέξη «Ελευθερία».
Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο ηθοποιός Φάνης Μιλλεούνης, ο οποίος, πέρα από τη πολυπαραγοντική συμβολή του στην υλοποίηση του προγράμματος, αντικαθιστά έναν κρατούμενο ηθοποιό που στο μεταξύ αποφυλακίστηκε.
Το κείμενο του Αριστοφάνη παρουσιάζεται διασκευασμένο, μιας και ο Αθηναίος κωμωδιογράφος ενδείκνυται για επικαιροποιήσεις και προσαρμογές, ώστε να διατηρηθεί στο ακέραιο το κωμικό – σατιρικό του πνεύμα. Έτσι, παρεμβάλλονται αναφορές στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και σε εγκλήματα επιφανών συμπολιτών μας που παραμένουν ατιμώρητα. Άλλωστε, ο Αριστοφάνης ποτέ δεν έπαψε να σατιρίζει την εξουσία, τη δικαιοσύνη και τις αντιφάσεις της ίδιας της κοινωνίας.
Η ίδια η συνθήκη της φυλακής γίνεται επίσης μέρος της παράστασης. Η λέξη «κελί» αποκτά διπλή σημασία, καθώς αφορά εξίσου τα κλουβιά των πουλιών και τα κελιά των κρατουμένων, δημιουργώντας έναν παραλληλισμό που δύσκολα περνά απαρατήρητος.

Μια εξαιρετική στιγμή έρχεται στο Χορικό. Ένας-ένας οι ηθοποιοί αφαιρούν τις μάσκες τους και απευθύνονται στο κοινό, σχολιάζοντας ο καθένας με μια φράση κάτι για την ελευθερία, το πείσμα να επιμένεις, την έννοια της αλήθειας, και της δικαιοσύνης. Αναγνωρίζω και τον στίχο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, από το «Αερικό»: «Όσες κι αν χτίζουν φυλακές, όσο κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είναι αληταριό που όλο δραπετεύει». Ύστερα ένας από τους ηθοποιούς μάς επιστρέφει ξανά στη δράση. Οι μάσκες φοριούνται εκ νέου και ο θίασος “επανέρχεται” στη συνθήκη της Νεφελοκοκκυγίας.
Παρότι δεν λείπουν οι στιγμές έντονης συγκινησιακής φόρτισης και προβληματισμού, το γέλιο κυριαρχεί. Είναι ένα αλέγκρο και ζωντανό ανέβασμα, με γρήγορο ρυθμό. Σημαντικό επίσης που η σκηνοθέτις κατορθώνει να υπάρχουν στιγμές που το βλέμμα στρέφεται σε κάθε μέλος του θιάσου ξεχωριστά. Όταν δε, στον φτερωτό εορτασμό της Νεφελοκοκκυγίας, ένας από τους ηθοποιούς εκτελεί μια ρόδα με αξιοθαύμαστη άνεση, το κοινό ξεσπά αυθόρμητα σε χειροκρότημα και επιφωνήματα. Ο ίδιος ενθουσιασμός επικρατεί και στο τέλος της παράστασης, όπου το χειροκρότημα είναι παρατεταμένο και πολλοί από τους θεατές σηκώνονται όρθιοι.
Λίγο πριν αποχωρήσω από τη φυλακή, χαιρετώ τους ηθοποιούς. Τότε ένας από τους θεατές πλησιάζει έναν από τους κρατούμενους, του σφίγγει το χέρι και του λέει: «Ξέρεις, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος πάντα υποστήριζε πως οι ερασιτέχνες ηθοποιοί μπορεί να είναι οι καλύτεροι. Σήμερα επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά».
Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω.
Photo Credit: Ελίνα Γιουνανλή