Το “Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία” του Στάθη Γκότση είναι ένα βιβλίο για τη μουσειακή εκπαίδευση, για τις οργανωμένες και στοχοθετηµένες εκπαιδευτικές/ερμηνευτικές δράσεις που υλοποιούνται στο μουσείο, στο μνημείο ή στον αρχαιολογικό χώρο, σε κάθε τόπο όπου ανιχνεύονται η διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και η δημιουργία μέσα από τα υλικά της ίχνη.

Ένα corpus κειμένων για τη μουσειακή εκπαίδευση ως μια εφαρμοσμένη και επιστημονικά σχεδιασμένη παιδαγωγική διαδικασία που επιδιώκει να εκπληρώσει τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό ρόλο του μουσείου, διαμεσολαβώντας ανάμεσα σε έναν χώρο µη τυπικής μάθησης και στις ποικίλες και ετερόκλητες ομάδες κοινού, µε τα διαφορετικά (κοινωνικά, ηλικιακά, πολιτισμικά, μορφωτικά κ.λπ.) χαρακτηριστικά, τις διαφορετικές ανάγκες, αγωνίες και προσδοκίες τους.

Ένα βιβλίο για τις δράσεις που επιχειρούν να μετατρέψουν το μουσείο σε σημείο συνάντησης, κατανόησης, διαλόγου και συμμετοχής, σε τόπο όπου το παρελθόν επικοινωνεί µε το παρόν, δίνοντας νόημα στη ζωή µας, σε χώρο ενεργητικής μάθησης ανοιχτό σε μικρούς και μεγάλους, στα Άτομα µε Αναπηρία και στις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, στις «άλλες» κοινότητες που κινούνται στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού.

Διαβάστε τι μας είπε ο ίδιος ο συγγραφέας για αυτό.

***

-Μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια δουλειάς στον χώρο της μουσειακής εκπαίδευσης, τι σας ώθησε να συγκεντρώσετε κείμενα δύο και πλέον δεκαετιών σε αυτόν τον τόμο; Ήταν περισσότερο μια προσωπική αποτίμηση ή μια παρέμβαση στο παρόν;

Μεγαλύτερο μου κίνητρο ήταν η διαπίστωση πως στις συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα, με την κατίσχυση των νόμων της αγοράς και την αναζήτηση της κερδοφορίας στην διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, είναι αναγκαίο να συζητήσουμε και να διεκδικήσουμε εκ νέου τον πρωταρχικά κοινωνικό και μορφωτικό ρόλο των μουσείων, των αρχαιολογικών χώρων, των μνημείων και των ιστορικών τόπων. Από την άποψη αυτή, στην έκδοση του βιβλίου μου η προσωπική μου ανάγκη για αποτίμηση μιας πολύχρονης διαδρομής συγκλίνει απόλυτα με την πεποίθησή μου πως είναι εξαιρετικά επείγουσα η ανάγκη για παρέμβαση στο παρόν.

-Αν έπρεπε να συνοψίσετε σε μία πρόταση τι ελπίζετε να «αφήσει» αυτό το βιβλίο σε έναν νέο μουσειοπαιδαγωγό ή σε έναν εκπαιδευτικό, ποια θα ήταν αυτή;

Να συμβάλλει ώστε να ξεπεραστούν συντηρητικές και στερεοτυπικές αντιλήψεις για το μουσείο και να το ιδωθεί ως ένα δυναμικό εργαλείο κριτικής μάθησης και αναστοχασμού.

-Μιλάτε για το μουσείο ως χώρο όπου το παρελθόν «δίνει νόημα στη ζωή μας». Με ποιους τρόπους μπορούμε να προσδώσουμε ζωή στην ύλη του παρελθόντος ώστε, και να αποφύγουμε τη νοσταλγία, και να ταυτιστούμε με το εδώ και τώρα;

Το παρελθόν δεν είναι αυθύπαρκτο. Νοηματοδοτείται κάθε φορά από τη σχέση του με το παρόν. Το μουσείο εκθέτει τα υλικά ίχνη του παρελθόντος και αφηγείται ιστορίες για τους ανθρώπους που συνδέονται με αυτά. Μπορεί να το κάνει είτε με νοσταλγική διάθεση είτε με περισσότερο κριτική ματιά. Αλλά είναι οι επισκέπτες που κάθε φορά, μέσα από τις δικές τους ανάγκες και τα δικά τους ερωτήματα, με τα δικά τους λιγότερο ή περισσότερο αποτελεσματικά ερμηνευτικά κλειδιά, αποκρυπτογραφούν και δίνουν νόημα τελικά στα εκθέματα και τις μουσειακές αφηγήσεις. Από την άποψη αυτή, το δίλημμα που τίθεται στο ερώτημά σας παύει να υφίσταται. Αν λ.χ. οι επισκέπτες εμπνέονται από νοσταλγική διάθεση για ένα εξιδανικευμένο παρελθόν ή αναζητούν παρηγορητικές ιστορίες ένδοξων προγόνων που θα τους γεμίσουν περηφάνια, αυτά είναι τα στοιχεία που θα ψάξουν να βρουν και στο μουσείο. Υποστηρίζω την άποψη πως η μουσειακή εκπαίδευση, με τα εργαλεία που έχει διαμορφώσει και εμφορούμενη από τις ιδέες της κριτικής παιδαγωγικής, μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά και απελευθερωτικά ως προς την –ενίοτε καταπιεστική ή συμπλεγματική– σχέση των σημερινών ανθρώπων με το παρελθόν και να γίνει κοινωνικά χρήσιμο στο παρόν.

-Στο βιβλίο υποστηρίζετε ότι η μουσειακή εκπαίδευση δεν είναι απλώς μια «δραστηριότητα» αλλά μια επιστημονικά σχεδιασμένη παιδαγωγική διαδικασία. Πού βλέπετε σήμερα τη μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε αυτή τη μεθοδολογία και στην καθημερινή πρακτική των ελληνικών μουσείων;

Στην ελληνική μουσειακή πραγματικότητα καταγράφεται πληθώρα εκπαιδευτικών προγραμμάτων και συναφών δράσεων, παρότι στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτά δεν παρέχονται σε σταθερή βάση. Πέρα, ωστόσο, από την συχνότητα ή την σταθερότητα υλοποίησης των σχετικών εφαρμογών, εκτιμώ πως επί της ουσίας –και ανεξάρτητα από τις προθέσεις των εμπλεκόμενων– σε πολλές περιπτώσεις η ελλιπής επιμόρφωση σε θεωρητικό και μεθοδολογικό επίπεδο σχετικοποιεί τα αποτελέσματα και υπονομεύει τη δυναμική της μουσειακή εκπαίδευση ως επιστημονικά σχεδιασμένης και στοχοθετημένης παιδαγωγικής διαδικασίας.

-Στο εξωτερικό, τα μουσεία είναι πάντα γεμάτα παιδιά από σχολικές επισκέψεις. Πώς θα περιγράφατε σήμερα τη σχέση σχολείου και μουσείου στην Ελλάδα; Είναι πιο ώριμη από ό,τι πριν είκοσι χρόνια ή παραμένει σε μεγάλο βαθμό ευκαιριακή;

Στην ελληνική περίπτωση η σχέση σχολείου και μουσείου παραμένει δυστυχώς προβληματική. Χωρίς μάλιστα να φαίνεται στον ορίζοντα κάποια προοπτική αλλαγής πορείας, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες ανάταξης της κατάστασης αυτής, προσπάθειες κατά κανόνα αποσπασματικού ή περιφερειακού χαρακτήρα. Δεν είναι μόνο η απουσία σταθερής και μακρόπνοης συνεργασίας σε κεντρικό θεσμικό επίπεδο, που ευθύνεται για αυτό νομίζω, αλλά συχνά και οι αντιλήψεις και νοοτροπίες που διέπουν τους δύο θεσμούς και το προσωπικό που υπηρετεί σε αυτούς.

-Στο βιβλίο σας ασκείτε κριτική στην τάση τα μουσεία να μετατρέπονται σε χώρους «φευγαλέας κατανάλωσης» πολιτιστικών προϊόντων. Πιστεύετε ότι σήμερα η διοίκηση των μεγάλων δημόσιων μουσείων στην Ελλάδα έχει ήδη αποδεχθεί αυτή τη λογική ή ακόμα αντιστέκεται;

Η τάση αυτή, που θα πρέπει να σημειώσουμε πως είναι διεθνής και συνδέεται εν πολλοίς τόσο με την επιχειρηματική/εμπορική λειτουργία των μουσείων στο πλαίσιο της «πολιτιστικής βιομηχανίας» και της «βιομηχανίας του ελεύθερου χρόνου», όσο και στην γιγάντωση των τουριστικών ροών, γενικεύεται νομίζω πλέον και στην Ελλάδα. Η μετατροπή, άλλωστε, το 2023 των πέντε μεγαλύτερων κρατικών μουσείων της χώρας (το Εθνικό Αρχαιολογικό, το Βυζαντινό και Χριστιανικό, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη και τα Αρχαιολογικά Μουσεία Θεσσαλονίκης και Ηρακλείου), από υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), με διορισμένες από τον εκάστοτε υπουργό διοικήσεις, αποκρυσταλλώνει την κατεύθυνση αυτή και σε θεσμικό επίπεδο.

-Σε σχέση με αυτή τη νέα πραγματικότητα, θεωρείτε ότι η μουσειακή εκπαίδευση σήμερα κινδυνεύει περισσότερο από την υποχρηματοδότηση (η οποία αφήνει “ωφέλιμο χώρο” στο patronage μεγάλων ιδιωτικών ιδρυμάτων) ή από την εμπορευματοποίηση του πολιτισμού;

Νομίζω πως πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η υποχώρηση της κρατικής χρηματοδότησης στα μουσεία και συνολικά η σταδιακή απέκδυση του κράτους από τις ευθύνες του στην διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς ως δημόσιου αγαθού, ανοίγει το δρόμο τόσο στην κάλυψη του «κενού» από ιδιώτες όσο και στην εμπορευματική «αξιοποίηση» του πολιτισμού με οδηγό τους κανόνες της αγοράς. Η κατεύθυνση αυτή αποτελεί έναν πραγματικό κίνδυνο για την μουσειακή εκπαίδευση. Όπως σημείωνε, ήδη το 1993, ο καθηγητής Θεωρητικής Μουσειολογίας στο Άμστερνταμ και τότε πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής για τη Μουσειολογία (ICOFOM) Peter van Mench: «Τα μουσεία στο δυτικό κόσμο προσανατολίζονται ολοένα και περισσότερο προς την αγορά. Πρώην Τμήματα Εκπαιδευτικών Δραστηριοτήτων μετατράπηκαν σε Τμήματα Μάρκετινγκ και Δημοσίων Σχέσεων. Το μάρκετινγκ κυριάρχησε, σε βάρος της παροχής υπηρεσιών για το κοινό. Οι επικοινωνιακές μουσειακές δράσεις προσαρμόστηκαν στις ανάγκες του ‘’πελάτη’’ (όπου η έμφαση δίνεται στην ψυχαγωγία), και όχι στις ανάγκες της κοινότητας (όπου η έμφαση δίνεται στην εκπαίδευση). Και όταν η Εκπαίδευση με την Ψυχαγωγία βρεθούν μαζί κάτω από την ίδια στέγη, ο μεγάλος χαμένος είναι σίγουρα η Εκπαίδευση».

-Πρόσφατα, με νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, ιδρύθηκε μια Ανώνυμη Εταιρεία με δηλωμένο στόχο «τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη ολοκληρωμένης εμπορικής πολιτικής για την προβολή, προώθηση και διάθεση στο κοινό και στους ιδιώτες εμπόρους προϊόντων και υπηρεσιών» του κρατικού Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ}. Αυτή η πολιτική επιλογή ευνοεί ή αντιστρατεύεται το μουσείο που οραματίζεστε;

Η ίδρυση της ανώνυμης εταιρείας «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Hellenic Heritage Organisation SA) που θα διαχειρίζεται, χωρίς ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο, την κινητή και ακίνητη περιουσία του υπουργείου Πολιτισμού και όλα τα έσοδα από εισιτήρια σε μουσεία, αρχαιολογικού χώρους και μνημεία, πωλητήρια, αναψυκτήρια, ακριβή αντίγραφα, εκδόσεις, σηματοδοτεί την πλήρη κατίσχυση μιας αγοραίας αντίληψης για την nδιαχείριση των πολιτιστικών αγαθών. Είναι ένα ακόμη βήμα, αποφασιστικότερο αυτή τη φορά, προς τη χυδαία εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τη λειτουργία της με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, μια πορεία που την είδαμε ήδη να υλοποιείται με την μετατροπή του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠ) σε ΟΔΑΠ προ εξαετίας και τις πρωτοβουλίες που αυτός πήρε: υπέρμετρη αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων, πριβέ ξεναγήσεις στην Ακρόπολη έναντι 5.000 ευρώ, ενοικίαση για δείπνα πολυτελείας εμβληματικών χώρων, ανάμεσα στους οποίους και τόποι μαρτυρίου όπως το Επταπύργιο και η Σπιναλόγκα κοκ. Η κατεύθυνση αυτή, της μετατροπής μουσείων και μνημείων σε brand προς εξουθενωτική εμπορική εκμετάλλευση και της συνακόλουθης συγκρότησης γύρω από την πολιτιστική κληρονομιά μιας οικονομικής και κοινωνικής ελίτ προσπορισμού κέρδους και επίδειξης πλούτου, είναι προφανές πως κινείται στον αντίποδα του ανοιχτού, δημοκρατικού και κοινωνικά χρήσιμου μουσείο για το οποίο συζητάμε. Στον πυρήνα της, εξάλλου, η κατεύθυνση αυτή αντιστρατεύεται την ίδια την ουσία και το νόημα της πολιτιστικής κληρονομιάς ως δημόσιο αγαθό.

-Ας αλλάξουμε κλίμα. Έχετε σχεδιάσει προγράμματα για πολύ διαφορετικές ομάδες: παιδιά μειονοτήτων, Ρομά, ψυχικά ασθενείς, φυλακισμένους, πρόσφυγες. Υπάρχει κάποια συνάντηση ή γεγονός που σας άλλαξε οριστικά τον τρόπο που βλέπετε τον ρόλο του μουσείου;

Είχα τη τύχη και την ευκαιρία από τα πρώτα μου βήματα στη μουσειακή εκπαίδευση να εμπλακώ ενεργά, από τη θέση του επιστημονικού υπευθύνου και συντονιστή, στο πρόγραμμα «Ο πολιτισμός ως μέσον κοινωνικής ένταξης – μια διαπολιτισμική προσέγγιση», έναν ευρύ κύκλο μουσειακών εκπαιδευτικών δράσεων για παιδιά μουσουλμανικών οικογενειών που κατοικούσαν στο κέντρο της Αθήνας (Γκάζι, Κεραμεικό, Βοτανικό κοκ), το οποίο σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από το Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού την περίοδο 1994-1998. Η εμπειρία εκείνη, μέσα από τον πειραματικό και διαπολιτισμικό χαρακτήρα του προγράμματος, τα ιδιαίτερα εθνοπολιτισμικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της ομάδας εφαρμογής με την οποία ήρθαμε σε επαφή, τις πολλαπλές δράσεις που αναπτύχθηκαν σε ένα εκτεταμένο δίκτυο μουσείων, μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, σημάδεψε καθοριστικά τη ματιά μου απέναντι στα μουσεία και την μουσειακή εκπαίδευση, εδραιώνοντας την πίστη μου στην μετασχηματιστική και χειραφετική τους δύναμη.

-Σε σχέση με την προηγούμενη ερώτηση, όταν μιλάτε για δράσεις που στοχεύουν σε ομάδες που βρίσκονται «στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού», πόσο έτοιμα είναι σήμερα τα δημόσια μουσεία να φιλοξενήσουν πραγματικά δύσκολες, αντιφατικές ή συγκρουσιακές φωνές;

Οπωσδήποτε πολύ πιο έτοιμα από το παρελθόν! Δεν είναι μόνο το γεγονός πως υπάρχει πια μια σχετικά εκτενής καταγεγραμμένη και αξιοποιήσιμη εμπειρία συναφών δράσεων στα ελληνικά μουσεία, αλλά και η ευτυχής σύμπτωση πως η κατεύθυνση για την οποία κάνουμε λόγο συγκαταλέγεται και στις προτεραιότητες των συναδέλφων που στελεχώνουν την αρμόδια κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, δηλαδή το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Επικοινωνίας της Διεύθυνσης Μουσείων. Το δεύτερο αυτό στοιχείο είναι εξαιρετικά σημαντικό και γεννά αισιοδοξία, καθώς δεν μένει απλώς σε εξαγγελίες αλλά προχωρά συστηματικά και σε ανάλογες επιμορφωτικές δράσεις και πιλοτικές εφαρμογές σε πολλές περιοχές της χώρας. Αυτό είναι ενθαρρυντικό.

-Πολλοί μουσειακοί οργανισμοί σήμερα προβάλλουν με ενθουσιασμό τη «συμπερίληψη» και τις δράσεις για ευάλωτες ομάδες. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η μεγαλύτερη παρεξήγηση που υπάρχει ακόμα γύρω από την έννοια της «συμπερίληψης» στα ελληνικά μουσεία; Εσείς, με την εμπειρία σας, θεωρείτε ότι πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή προσανατολισμού ή συχνά για επικοινωνιακή βιτρίνα που αφήνει ανέγγιχτες τις δομές και τις προτεραιότητες των ιδρυμάτων;

Η επισήμανσή σας είναι εξαιρετικά εύστοχη. Η αλήθεια είναι πως συχνά υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην εξαγγελία και στην εφαρμογή μιας «συμπεριληπτικής» πολιτικής στα μουσεία. Αν με την συμπερίληψη εννοούμε την ανάπτυξη κοινών κοινοτήτων για όλους τους ανθρώπους, με έμφαση στο «μαζί», έναντι των «ειδικών σχεδιασμών» για τις λεγόμενες ευάλωτες ή τις υποεκπροσωπούμενες κοινωνικές ομάδες, τότε, πράγματι αυτό που συμβαίνει αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα στα περισσότερα μουσεία –και όχι μόνο τα ελληνικά– είναι μάλλον ελλειμματικό ή ψευδεπίγραφο ή –ακόμη χειρότερα– κινείται στο πλαίσιο μιας επικαιροποιημένης μορφής φιλανθρωπίας, μεταμφιεσμένης σε συμπερίληψη. Ασφαλώς, το ζήτημα αυτό, στην πολυπλοκότητα που το χαρακτηρίζει, δεν αφορά μόνο το μουσείο. Είναι ευρύτερα κοινωνικό και συνδέεται με το γενικότερο ζητούμενο της καλλιέργειας συμπεριληπτικής κουλτούρας σε όλα τα επίπεδα. Για το μουσείο αυτό συνεπάγεται την υιοθέτηση εκείνων των μουσειολογικών, εκθεσιακών, επικοινωνιακών και εκπαιδευτικών πρακτικών που χαρακτηρίζουν αυτό που ονομάστηκε «σχεδιασμός για όλους» ή «καθολικός σχεδιασμός». Και αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει την προώθηση και εγκόλπωση πεποιθήσεων και συστημάτων αξιών που δημιουργούν μια ασφαλή, αποδεκτή, ενθαρρυντική κοινότητα για όλους τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Και κυρίως κοινότητα συνεργατική. Από αυτό πρέπει να παραδεχτούμε πως απέχουμε πολύ, παρά την δουλειά που γίνεται συχνά αθόρυβα, από πολλούς και πολλές, στις ρωγμές του συστήματος και των δομών.

-Αναφέρεστε στο σεμινάριο της UNESCO του 1954 στο Βυζαντινό Μουσείο ως μια χαμένη ευκαιρία. Αν κοιτάξετε τη δεκαετία του ’90 –με τα σεμινάρια «Μουσείο-Σχολείο», το ΜΕΛΙΝΑ και το «Σχολείο υιοθετεί ένα Μνημείο»– τι πιστεύετε ότι μας εμπόδισε να θεσμοθετήσουμε σταθερά τη μουσειακή εκπαίδευση; Με τις περικοπές, την υποστελέχωση και την ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από χορηγίες, δεν κινδυνεύουμε να μιλάμε πλέον όχι για χαμένες ευκαιρίες, αλλά για οριστική παράδοση του κοινωνικού ρόλου του μουσείου;

Οι χαμένες ευκαιρίες στις οποίες αναφερθήκατε δεν χάθηκαν τυχαία, αλλά από επιλογή. Εκείνο που παρατηρεί κανείς σε όλες τις περιπτώσεις είναι, πέρα από τις ενδεχόμενες εσωτερικές θεσμικές αδυναμίες, τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις ή τις ανεπάρκειες προσώπων, η διαχρονική απουσία πολιτικής βούλησης για την θεσμοθέτηση και εδραίωση της μουσειακής εκπαίδευσης. Η κατάσταση που διαμορφώνεται τώρα, με τα χαρακτηριστικά που αναφέρετε, σηματοδοτεί πράγματι έναν κίνδυνο οριστικής παράδοσης του κοινωνικού ρόλου του μουσείου. Αυτός είναι και ο λόγος που κάνει, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά επείγουσα την ανάγκη επανεκκίνησης μιας ουσιαστικής συζήτησης που να επικεντρώνεται σε αυτό ακριβώς: τον επαναπροσδιορισμό και την εκ νέου συλλογική διεκδίκηση, στην πράξη και όχι θεωρητικά, του κοινωνικού και εκπαιδευτικού ρόλου του μουσείο. Σε αυτό, εξάλλου, ευελπιστώ πως μπορεί να βοηθήσει και η έκδοση του βιβλίου μου.

-Αν μπορούσατε να προτείνετε μία συγκεκριμένη θεσμική αλλαγή που θα έκανε τη μουσειακή εκπαίδευση πραγματικά σταθερή και δωρεάν σε όλα τα δημόσια μουσεία, ποια θα ήταν αυτή; Για να το θέσω πιο προσωπικά, αν ένα μουσείο αύριο αποφάσιζε να οργανώσει ολόκληρη την πολιτική του γύρω από τις ιδέες του βιβλίου σας, ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να αλλάξει;

Μια βασική θεσμική παρέμβαση προς την κατεύθυνση αυτή θα ήταν η υποχρεωτική ίδρυση και λειτουργία σε κάθε μουσείο Τμήματος ή Γραφείου Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων, επαρκώς στελεχωμένου με εξειδικευμένο προσωπικό και εφοδιασμένου με τους απαραίτητους πόρους και μέσα, ώστε ο σχεδιασμός και η υλοποίηση δωρεάν παρεχόμενων ερμηνευτικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων και δράσεων προσέγγισης των κάθε λογής κοινοτήτων να ήταν συνεχής, σταθερή και αναπτυσσόμενη.

-Πώς βλέπετε τον ρόλο της τεχνολογίας και της ψηφιακής εμπειρίας στη μουσειακή εκπαίδευση; Αποτελεί εργαλείο ουσιαστικής εμβάθυνσης ή κίνδυνο επιφανειακής κατανάλωσης;

Ο ρόλος της τεχνολογίας στη μουσειακή εκπαίδευση νομίζω πως συχνά υπερτονίζεται ή υπερεκτιμάται. Ορισμένες εφαρμογές μπορούν ασφαλώς να βοηθήσουν στην κατανόηση δεδομένων, στην διασαφήνιση εννοιών ή και στον εμπλουτισμό της μουσειακής εμπειρίας. Φοβούμαι, ωστόσο πως η κυρίαρχη τάση στα μουσεία κινείται περισσότερο προς την χρήση τεχνολογικών εφαρμογών χάριν του εντυπωσιασμού και της φευγαλέας και επιφανειακής κατανάλωσης, παρά προς την κατεύθυνση υποστήριξης στοχοθετημένων μουσειακών εκπαιδευτικών δράσεων. Αυτήν την τάση διαβλέπω πως ενισχύουν, εξάλλου, και οι εμπλεκόμενες στο πεδίο εταιρείες που για ευνόητους λόγους προωθούν πανάκριβες, αλλά αμφίβολης αποτελεσματικότητας, ψηφιακές εφαρμογές, οι οποίες προσιδιάζουν περισσότερο σε ψυχαγωγικούς χώρους και όχι σε χώρους μάθησης. Και επιπλέον, εφαρμογές με ιδιαίτερα βραχύ βίο που οδηγούν σε μια συνεχή αναζήτηση ανανέωσης και αναβάθμισης.

-Ποιο θεωρείτε ότι είναι το πιο επείγον στοίχημα για τα ελληνικά μουσεία την επόμενη δεκαετία;

Το πιο επείγον στοίχημα για τα ελληνικά –και όχι μόνο– μουσεία την επόμενη δεκαετία είναι, πιστεύω, να κατοχυρώσουν τον δημόσιο χαρακτήρα τους και να επικαιροποιήσουν τον επιστημονικό, εκπαιδευτικό και κοινωνικό τους ρόλο, στοιχεία που τίθενται εν αμφιβόλω υπό τις παρούσες συνθήκες κυριαρχίας ενός νεοφιλελεύθερου προτάγματος που υποτάσσει τα πάντα στους νόμους της αγοράς.

-Υπάρχει κάτι που γράψατε πριν είκοσι χρόνια και σήμερα, με την απόσταση του χρόνου, θα το διατυπώνατε διαφορετικά;

Σε γενικές γραμμές όχι. Ξαναδιαβάζοντας μάλιστα τα παλαιότερα από τα κείμενα που συμπεριέλαβα στο βιβλίο διαπίστωσα –όχι δίχως κάποια έκπληξη, πρέπει να πω– πως παραμένουν σε πολύ μεγάλο βαθμό εντελώς επίκαιρα. Γι’ αυτό, εξάλλου, και αποφάσισα πως έχουν θέση στην έκδοση. Αν κάτι θα μετρίαζα, ενδεχομένως, είναι η αισιοδοξία που συχνά διατρέχει τα κείμενα. Σήμερα, ομολογώ πως δεν είμαι τόσο αισιόδοξος όσο παλιά για την πορεία των πραγμάτων.

-Τελικά, τι σημαίνει για εσάς προσωπικά ένα «κοινωνικά χρήσιμο» μουσείο; Και πώς, μέσα στη χρησιμότητά του, θα μπορούσε να εντάξει και τη μαγεία;

Κοινωνικά χρήσιμο, κατά τη γνώμη μου, είναι το μουσείο που είναι πραγματικά δημοκρατικό και ανοιχτό σε όλους και όλες, που διαλέγεται όχι από θέση αυθεντίας αλλά ισότιμα και παραγωγικά με τα κοινωνικά υποκείμενα, που δεν φοβάται να πάρει θέση στα κάθε φορά επίδικα της εποχής του, που αναγνωρίζει τον πολιτικό του ρόλο και δεν κρύβεται πίσω από μια επίπλαστη ουδετερότητα, που στέκεται κριτικά και αναστοχαστικά στις παραδεδομένες βεβαιότητες, που εκπαιδεύει τον νου και τις αισθήσεις χωρίς διδακτισμούς και νουθεσίες, που δημιουργεί ερωτήματα και γεννά έμπνευση, που κινητοποιεί τα συναισθήματα και εξάπτει τη φαντασία. Σε ένα τέτοιο μουσείο χωρά και η μαγεία, όχι με την έννοια της ανορθολογικής ερμηνείας του κόσμου, αλλά περισσότερο με τον χαρακτήρα του μαγικού ρεαλισμού στην οποία μας μύησε η λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής. Στο μουσείο μπορεί λ.χ. να ανιχνεύσει κανείς τις αδιόρατες όψεις της πραγματικότητας που ενώ παραμένουν προσδεδεμένες στην καθημερινότητα, επιτρέπουν την άντληση ελπίδας από τις εν υπνώσει αναγεννητικές τους δυνατότητες. Μπορεί, με την απελευθερωτική αθωότητα της φαντασίας και την υπερβατική γλώσσα του ονείρου, πέρα από τους σιδερένιους νόμους του καθημερινού ορθολογισμού και τα ασφυκτικά δεσμά των λογικών ακολουθιών του, να θέσει τα πιο απρόσμενα ερωτήματα για τη ζωή και τα πράγματα, να ονειρευτεί και να σχεδιάσει έναν κόσμο διαφορετικό. Ναι, από την άποψη αυτή το μουσείο μπορεί να γίνει κοινωνικά χρήσιμο και μαγικό συνάμα.

Πληροφορίες για το βιβλίο:
Εκδόσεις Τόπος
1η Έκδοση: Απρίλιος 2026
Πρόλογος: Δημήτρης Πλάντζος
Επίμετρο: Αμαλία Τσιτούρη
Σελίδες: 312
Σχήμα: 14 x 20,5
ISBN: 978-960-499-609-4
Τιμή: 15,00 €