Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα της παράστασης «Η πιο υπέροχη χειρότερη του κόσμου», τηλεφωνώ τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο. Βρίσκεται ήδη στο Θέατρο Ιλίσια Βολανάκης, μέσα στην ένταση των τελευταίων ημερών πριν το άνοιγμα μιας δουλειάς. Είναι έτοιμος να ξεκινήσει πρόβα. Αν και η φωνή του ακούγεται ήρεμη και συγκροτημένη, δεν κρύβει το άγχος που συνοδεύει αναπόφευκτα αυτή τη φάση.
Ο ίδιος σκηνοθετεί την παράσταση – τη «χειρότερη», όπως τη λέει με χιούμορ και για συντομία – η οποία ισορροπεί συνειδητά ανάμεσα στο κωμικό και το βαθιά υπαρξιακό, στο παράλογο και στο οδυνηρά αναγνωρίσιμο. Η παράσταση ξετυλίγει την πορεία ζωής της Αγάπης, μιας ηρωίδας γεμάτης αντιφάσεις, ελαττώματα και αλήθειες που σπάνια λέγονται φωναχτά. Και, όπως γίνεται σαφές ήδη από τη συζήτησή μας, αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο χώρος που ανοίγει το χιούμορ και η δυνατότητα να γελάσει κανείς με τον εαυτό του – κάτι που ίσως να αποτελεί μια ανέλπιστα απελευθερωτική πράξη.
***
– Πώς είναι σαν συναίσθημα; Να έχεις σε λίγες μέρες την πρεμιέρα;
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Κοίταξε, είναι αγχωτικό. Εγώ είμαι αγχώδης χαρακτήρας. Δηλαδή έχω ένα υποδόριο άγχος στη ζωή μου, το οποίο δουλεύω και προσπαθώ να βελτιωθώ στην αντιμετώπισή του.
Όταν παίζω είναι διαφορετικό. Η βασική μου εμπειρία είναι από την πλευρά του ηθοποιού. Τότε υπάρχει αυτό το άγχος γιατί θα ανέβω στη σκηνή και θα «τρέξω» έναν χαρακτήρα που έχω φτιάξει για πρώτη φορά. Κάπως έτσι το νιώθω, και θέλω να είμαι σίγουρος ότι είναι «αεροστεγής», ότι δεν θα μπάζει από κάπου. Το βλέπω ως κατασκευή την οποία θέλεις να κάνεις αεροστεγή, ώστε μετά, όταν έρθει η ώρα να παίξεις, να είσαι ελεύθερος, ανοιχτός και διάτρητος συγχρόνως. Να επιτρέπεις το κύμα να σε διαπερνά.
Στη σκηνοθεσία, που δεν έχω την ίδια εμπειρία, είναι κάπως διαφορετικό. Με νοιάζει πολύ όταν βγουν οι ηθοποιοί να νιώθουν ασφάλεια, να ξέρουν πού πατάνε. Και αφού το ξέρουν αυτό, να μπορούν να το χαρούν. Έστω κι αν μέχρι τη γενική πρόβα δεν το χαίρονται· όταν έρθει η ώρα, να πουν: «τώρα είμαι ελεύθερος, τώρα θα το χαρώ».
Το υπόλοιπο έχει να κάνει με αυτό που μου αρέσει πολύ στη σκηνοθεσία, την κατασκευή του σύμπαντος της κάθε παράστασης.
– Για το σύμπαν που έχετε φτιάξει στο Θέατρο Ιλίσια Βολανάκης, έχεις επηρεαστεί από ταινίες; Το ρωτάω γιατί από το Δελτίο Τύπου της παράστασης και την αφίσα μου φαίνεται πως έχει μια pop αισθητική…
Έτσι το φαντάστηκα. Η ιστορία μας έχει να κάνει και με επιστροφή στα ’90s και τα 2000s, γιατί είναι ένα flashback όλη η παράσταση. Η Αγάπη ξεκινά στο κρεβάτι της εντατικής και από εκεί γυρνάει πίσω, παρουσιάζοντας όλες τις καθοριστικές στιγμές της ζωής της που την έφτασαν εκεί και τι κατάλαβε από όλο αυτό. Επειδή επιστρέφουμε πίσω και τη βλέπουμε ως παιδάκι, ως έφηβη, στη σχολή της… αυτό δημιουργεί μια ανάγκη για ελαφράδα στην αποτύπωση και όχι για ρεαλισμό. Έτσι είναι γραμμένο το έργο. Όταν το διάβασα, δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο.
Γενικά, μου αρέσει πολύ η τρέλα στο θέατρο. Μου αρέσουν οι άνθρωποι να μην είναι «κανονικοί», όπως τους έχουμε συνηθίσει. Ή μάλλον, να τους δείχνω όπως τους βλέπω καμιά φορά στη ζωή, που μου προκαλούν λύπη και γέλιο μαζί, ή θυμό και γέλιο μαζί. Πολύ έντονα συναισθήματα, συχνά αρνητικά, που αν τα δεις από λίγο πιο μακριά είναι πολύ κωμικά. Τραβηγμένα, υπερβολικά. Σε αυτό το σύμπαν ταίριαζε η pop αισθητική λοιπόν: τα πιο pop φώτα, τα μεγαλύτερα σχήματα, τα περίεργα μαλλιά. Κάπως τα οδήγησα σε μια τέτοια τρέλα.
Όσον αφορά το σινεμά, το λατρεύω. Δεν είμαι μονοδιάστατος· μου αρέσουν και βλέπω πολλά είδη, όπως μάλλον ο περισσότερος κόσμος. Χρησιμοποίησα ωστόσο κανόνες του σινεμά, μοτίβα και πράγματα που αυτό αξιοποιεί, όπως το cut. Για να μεταφερθεί αυτό στο θέατρο έχει μια δυσκολία, και απαιτεί πολύ υψηλή τεχνική από τους ηθοποιούς, αλλά το έργο προσφερόταν για κάτι τέτοιο.
-Είπες προηγουμένως ότι βλέπουμε κάπως την πορεία ζωής της Αγάπης. Κάπως έτσι προκύπτει ο χαρακτηρισμός της παράστασης ως «υπαρξιακή κωμωδία»;
Το έργο είναι τρομερά αστείο και ταυτόχρονα μιλά για πολύ βαθιά, υπαρξιακά θέματα. Στις πρόβες πολλές φορές πέφτουμε κάτω από τα γέλια, αλλά οι στιγμές που βλέπουμε την ηρωίδα είναι κομβικές. Τη διαμορφώνουν και την αναδιαμορφώνουν.
Θίγει και θέματα ταμπού, όπως το πώς μπορεί να αισθάνεται μια μητέρα αμέσως μετά τη γέννα, χωρίς να είναι «η ομορφότερη στιγμή της ζωής της». Πάντα με χιούμορ, αλλά με πολύ σοβαρό πυρήνα. Αυτό είναι που εμένα μου κέντρισε το ενδιαφέρον.

-Το έργο είναι της Φωτεινής Αθερίδου, η οποία παίζει κιόλας στην παράσταση, παίζει όλες τις γυναίκες της ζωής της Αγάπης. Πώς είναι να έχεις διαρκή επαφή με τη συγγραφέα του έργου;
Με τη Φωτεινή δε γνωριζόμασταν πραγματικά πριν την παράσταση, εννοώ είχαμε συναντηθεί κάποιες φορές, και υπήρχε μια συμπάθεια, αλλά όχι κάτι παραπάνω. Παρ’ όλ’ αυτά η συνεργασία έγινε χωρίς ραφές. Χωρίς να αναρωτηθώ ιδιαιτέρως για τις λεπτομέρειες.
Μιλούσαμε για το έργο ήδη πριν την ολοκλήρωσή του. Θυμάμαι όταν μου έστειλε ένα draft του κειμένου, και εκεί ξέρεις προεκύψανε ερωτήσεις, τύπου: εδώ δεν το καταλαβαίνω, τι εννοείς, τι θες να πετύχεις… μια αίσθηση πως κάτι πρέπει να αλλάξουμε. Ήταν ανοιχτή η Φωτεινή, να μου εξηγήσει, να βρούμε εναλλακτικές. Νομίζω είναι χαρακτηριστική η φράση της: «ό,τι θέλουμε κάνουμε», που τη βρήκα στην ουσία της μαγική, γιατί μέσω της συγγραφής καθορίζεις την πραγματικότητα του έργου. Εκείνη μου ξεκαθάρισε πως το κείμενο είναι ζωντανό και αλλάζει.
Οπότε, το ότι ένας από τους τρεις ηθοποιούς της παράστασης είναι και ο άνθρωπος που συνέλαβε το σύμπαν του έργου ήταν τεράστια βοήθεια. Οι χαρακτήρες είναι δικοί της, τους γνωρίζει. Με ένα μικρό πείραγμα δικό μου γίνονται ακραία αληθινοί – στα μάτια μου τουλάχιστον.
– Για να επανέλθουμε στην κεντρική μας ηρωίδα, την Αγάπη, που υποδύεται η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη. Από τον τίτλο χαρακτηρίζεται ως «η πιο υπέροχη χειρότερη του κόσμου»… Μου άρεσε κι αυτό, γιατί είναι ένα σχεδόν οξύμωρο… Δεν είναι η καλύτερη/χειρότερη, αλλά η πιο υπέροχη/χειρότερη…
Η Αγάπη σίγουρα δεν είναι μια ιδανική ηρωίδα. Είναι αυτό που θα έλεγες αντιηρωίδα. Έχει πολλά ελαττώματα, κουβαλά βάρη, ψυχολογικά ζητήματα και είναι φορτωμένη με ένα όνομα που της φαίνεται βάρος, γιατί πρέπει να είναι «καλή», «αγαπητή», «η πιο αγαπητή», να μη ζηλεύει, να είναι τέλεια.
Μου φαίνεται πως συχνά οι άνθρωποι δεν μοιράζονται όλη την αλήθεια των εμπειριών τους. Ίσως γιατί δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό να μοιράζεσαι κάποια πράγματα. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ξέρω καν αν επιτρέπουν στον εαυτό τους να νιώσει ορισμένα συναισθήματα. Το πιστεύω πολύ αυτό. Ξέρεις, ο πουριτανισμός μας τρυπάει, μας διαβρώνει εσωτερικά.
Όταν η Αγάπη σπάει το τέταρτο τείχος και μιλά στο κοινό, όμως, είναι απόλυτα αληθινή. Αν και αλληλοεπιδρά με τους υπόλοιπους ήρωες, είναι παράλληλα και η αφηγήτριά μας, και σα stand-up comedian, μας λέει την ιστορία της ευθέως. Εκεί βλέπουμε τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που δείχνει και σε αυτό που αισθάνεται. Κάτι που είναι πολύ γαργαλιστικό γενικά. Το να μπορεί να γυρίσει στο κοινό και να μιλήσει για το πώς αισθάνεται, ενώ φαίνεται να συμβαίνει κάτι άλλο… Νιώθω πως, επειδή είναι ένα έργο εξομολογητικό αλλά και με χιούμορ —και το χιούμορ ανοίγει τον άνθρωπο, τον κάνει να μην κρίνει τόσο πολύ (ελπίζω τουλάχιστον)— ανοίγει πολύ μεγάλο χώρο ταύτισης.
Οι άνθρωποι θα κληθούν να γελάσουν με τον εαυτό τους, αν καταφέρουμε να δουν επί σκηνής δικές τους περιοχές… Πιστεύω θα ανακαλέσουν πράγματα από τις δικές τους ζωές, τους γονείς τους, τους φίλους, τα συναισθήματα που είχαν στην εφηβεία. Θα γελάσουν, ελπίζω, αναγνωρίζοντας τους εαυτούς τους σε διάφορες συνθήκες, είτε ως «θύματα», είτε ως «θύτες», ως αυτοί που πληγώθηκαν δηλαδή, ή που πλήγωσαν.

-Τη μουσική είδα την υπογράφουν οι Σκιαδαρέσες. Σου έχει εντυπωθεί ενδεχομένως κάποιος στίχος τους από το κομμάτι της παράστασης;
Στις Σκιαδαρέσες γενικά μου αρέσει αυτό το γλυκό rudeness που έχουν. Ένα θράσος που έρχεται από ένα καλό σημείο, που δεν θέλει να προσβάλει ή να κάνει φιγούρα, απλώς αντιμετωπίζει με χιούμορ σοβαρά πράγματα. Λοιπόν υπάρχει ένα σημείο σε ένα κομμάτι για την Αγάπη, την ηρωίδα μας στην παράσταση, που περιγράφει πώς θέλει να είναι η πιο αγαπητή σε όλους και να τη θέλουν όλοι… και έρχεται αυτός ο στίχος: «θέλω ο μπαμπάς σου για μένα να χωρίσει» (γέλια). Το βρίσκω πολύ σκοτεινά αστείο να το λες αυτό το πράγμα.
-Πριν σε αφήσω για την πρόβα, αν θέλεις να πεις δύο λόγια για τα άλλα πρότζεκτ σου. Σε βλέπουμε στο «Festen», και στις οθόνες μας στο «Ριφιφί». Μήπως έχεις και κάποιο μελλοντικό επαγγελματικό πλάνο που θες να μοιραστείς;
Για μελλοντικό δε θα πω από τώρα. Έχω άλλωστε τις παραστάσεις του «Festen», που είναι αρκετές «βαριές», αλλά τις αγαπώ πολύ, και φυσικά τη «Χειρότερη» – έτσι τη λέω εγώ για συντομία (γέλια).
Σχετικά με το «Ριφιφί», μόλις ολοκληρώθηκε η προβολή των επεισοδίων και είναι διαθέσιμη η σειρά online. Εντάξει, αυτή ήταν μια πολύ γεμάτη εμπειρία, πολύ όμορφη. Με εξαιρετικούς συντελεστές — και δεν εννοώ μόνο τους ηθοποιούς συναδέλφους μου, αλλά το σύνολο των ανθρώπων που εργάστηκαν στη σειρά. Είχαμε απίστευτα δυνατούς συντελεστές πίσω από την κάμερα, και σε τομείς όπως η σκηνογραφία, τα κοστούμια… Μια πολύ ωραία δουλειά, που, επειδή μου αρέσει και ο χώρος του σινεμά, με ενθουσίασε αυτή η συνάντηση με ανθρώπους που είναι κορυφαίοι στο είδος τους.
– Ευχαριστώ και πάλι για τον χρόνο σου. Καλή πρόβα και καλή αρχή για την «Υπέροχη» σας (εγώ, για συντομία, έτσι θα τη λέω).
Και πολύ καλά θα κάνεις! Εγώ το λέω με χιούμορ. Ελπίζω να έρθεις και να γελάσεις με τη «Χειρότερη» μας!
Photo Credits: Δομνίκη Μητροπούλου