Οι ιδιότητες του αναγνώστη και του περιπατητή είναι ίσως εκείνες που φωτίζουν καλύτερα τον πολυσχιδή δημιουργικό κόσμο του Θοδωρή Γκόνη. Από το θέατρο στη λογοτεχνία, από το τραγούδι στη σκηνοθεσία και την υποκριτική, η αφετηρία μοιάζει να παραμένει η ίδια: να παρατηρεί τον κόσμο πριν τον αφηγηθεί.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, ο Θοδωρής Γκόνης επιστρέφει στα «Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου», μεταφέροντάς τα στη σκηνή του Μικρού Θεάτρου της Αρχαίας Επιδαύρου, στις 17 και 18 Ιουλίου, σε κείμενο και σκηνοθεσία δικά του, μαζί με ένα εξαιρετικό σύνολο ηθοποιών και συνεργατών. Όπως σημειώνει ο ίδιος στη συνέντευξη που παραχώρησε στο CultureNow, «η Επίδαυρος και σήμερα είναι εκεί, πεισματικά, με το βάρος της, τη θερμοκρασία της, τη δόνηση που ειδοποιεί για κάτι βαθύτερο και μας περιμένει για την πραγματική συνάντηση θεατών και καλλιτεχνών, νεότερων και παλαιότερων».
Έτσι, η παράσταση δεν επιστρέφει στον τόπο για να τον αναπαραστήσει, αλλά για να συνομιλήσει μαζί του. Και, όπως υπενθυμίζει ο ίδιος, «η Επίδαυρος δεν παραδίδεται σε εκείνον που την παρατηρεί και την εξετάζει, αλλά σε εκείνον που είναι έτοιμος να βυθιστεί μέσα της». Ίσως γι’ αυτό και οι απαντήσεις που ακολουθούν μιλούν περισσότερο για τον χρόνο, την αφήγηση και τους ανθρώπους που εξακολουθούν να κατοικούν έναν τόπο, ακόμη κι όταν αυτός αλλάζει.
***
-Έχουν περάσει 25 χρόνια από τα «Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» και τώρα επιστρέφετε σε αυτόν τον κόσμο ως παράσταση. Στο μεταξύ, η Επίδαυρος έχει αλλάξει: ο τουρισμός, η παραθεριστική δόμηση και η αλλοίωση του παραδοσιακού τρόπου ζωής έχουν μεταμορφώσει τον τόπο. Ποια από αυτές τις αλλαγές θεωρείτε ότι επηρέασε βαθύτερα την ταυτότητα και τη μνήμη της Επιδαύρου;
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Ναι, όλα αυτά που σημειώνετε υπάρχουν, μπορεί οι πρώτοι, οι παλαιότεροι θεατές των Επιδαυρίων να βίωναν την Επίδαυρο, να είχαν μια άλλη σχέση με τον τόπο, να φορούσαν τα καλά τους για τη γιορτή, όχι μόνο οι επίσημοι, αλλά κυρίως οι άλλοι, οι πολλοί του χαμηλού ουρανού, του άνω διαζώματος που έδιναν και τον τόνο στη μεγάλη αυτή γιορτή. Να είχαν άλλη σχέση με το χρόνο, να ήθελαν το μαύρο θάλαμο οι φωτογραφίες για να εμφανιστούν, τη μνήμη. Όμως η Επίδαυρος και σήμερα είναι εκεί, πεισματικά, με το βάρος της, τη θερμοκρασία της, τη δόνηση που ειδοποιεί για κάτι βαθύτερο και μας περιμένει, περιμένει για τη συνάντηση, την πραγματική συνάντηση θεατών και καλλιτεχνών, νεότερων και παλαιότερων και αυτό είναι το στοίχημα. Οι αιώνες στην σωστή αλλαγή σκυτάλης κρίνονται. Χρειάζονται δυο χέρια, εκείνο με τη δροσιά και το άλλο με τη χαρακιά. Η Επίδαυρος δεν παραδίδεται σε εκείνον που την παρατηρεί και την εξετάζει, αλλά σε εκείνον που είναι έτοιμος να βυθιστεί μέσα της. Αυτή είναι ο δραματουργός και ο σκηνοθέτης, αυτή κρατάει, αυτή ορίζει τον χρόνο.
-Όταν γράφετε και σκηνοθετείτε ένα έργο που εκτυλίσσεται σε έναν πραγματικό τόπο και γνωρίζετε ότι οι άνθρωποί του μπορεί να αναγνωρίσουν πρόσωπα, ονόματα και καταστάσεις, αυτό επηρέασε τον τρόπο που το προσεγγίζετε; Και πότε μια τοπική ιστορία παύει να ανήκει μόνο στον τόπο της και γίνεται ιστορία όλων;
Κάθε άλλο, η μνήμη στην παράσταση μας εκφράζεται όχι ως εαυτός, αλλά ως άλλος άνθρωπος. Λέμε τα ονόματα, τα τοπωνύμια, όχι τα συναισθήματα των πραγμάτων.
Για το δεύτερο ερώτημα πιστεύω πως ίσως μια τοπική ιστορία παύει να είναι μόνο τοπική όταν αυτή ανοίγεται σε οικουμενικότερες περιοχές χωρίς όμως ούτε μια στιγμή να αποσπαστεί από τις πατροπαράδοτες ρίζες της.
-Η συνάντηση του κειμένου με τους ηθοποιούς σάς αποκάλυψε κάποια πλευρά του που δεν είχατε διακρίνει όταν το γράφατε;
Ναι ευτυχώς, το αντίθετο θα ήταν προβληματικό. Εξ άλλου το ιδανικό για τις πρόβες, είναι η Ινδία που σε κάνει να ανακαλύπτεις την Αμερική. Έχω τη χαρά και την τύχη να έχω εξαιρετικούς συνεργάτες, μόνος του δεν μπορεί κανείς να κάνει τίποτα στο θέατρο. Τον Φώτη τον Σιώτα που είναι συνοδοιπόρος και συνδημιουργός αυτής της παράστασης, επίσης την σκηνογράφο και στενή συνεργάτιδά μου ζωγράφο Μάρια Μπαχά, Εξαιρετικούς ηθοποιούς, την Ιωάννα Παππά που ξανασυναντώ μετά από χρόνια, τον Χάρη τον Χαραλάμπους επίσης, την Χριστίνα τη Μαξούρη που εκτός από ηθοποιός είναι και μια σπουδαία τραγουδίστρια, τη Ρωξάνη Καρφή μια πολύ καλή νέα ηθοποιό. Τον Τάσο Παλαιορούτα, τη Ναταλία Μπάκα, τη Μαρίσα Κώνστα, τους μουσικούς Γιώργο Θεοδωρόπουλο, Δημήτρη τον Χατζηζήση. Ομάδα.
-Είστε συγγραφέας, στιχουργός, ποιητής, σκηνοθέτης και ηθοποιός. Υπάρχει ένα κοινό νήμα που διαπερνά όλες αυτές τις ιδιότητες;
Ναι, αυτό του αναγνώστη και του περιπατητή.
-Τι είναι αυτό που σας γοητεύει περισσότερο όταν το έργο σας περνά από τη λογοτεχνία στη σκηνή και γίνεται θεατρική πράξη;
Ο διαφορετικός δρόμος που παίρνουν τα πράγματα, οι εκπλήξεις που σου επιφυλάσσει η επαφή με ζωντανούς ανθρώπους, και στο τέλος όλα αυτά που δεν είχες καθόλου σκεφτεί να παίρνουν τη θέση που δικαιούνται στην ιστορία σου, που εν τέλει δεν είναι και δική σου ποτέ ολόκληρη και αυτό είναι λυτρωτικό.

-Έχετε πει ότι πρόθεσή σας με την παράσταση είναι να «ποτιστεί ο κήπος της μνήμης του περασμένου αιώνα» και ότι ο «σημερινός αιώνας τείνει να υποτιμά τον προηγούμενο». Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η σημαντικότερη απώλεια αυτής της μετάβασης;
Είναι αλήθεια πως η παράσταση μας δεν συμμορφώνεται με τον αιώνα αυτόν, δεν συστοιχίζεται, κρατιέται διακριτικά μακριά του, έχει τους λόγους της, οι δάσκαλοί μας και οι γονείς μας είναι παιδιά του περασμένου αιώνα αλλά και του προπερασμένου, αυτούς γιορτάζουμε χωρίς να νοσταλγούμε και να εξιδανικεύουμε, χωρίς διδακτισμούς και ηθικολογίες, πέρα από αυτούς που μνημονεύουμε γιορτάζουμε και την ίδια την λειτουργία της μνήμης που σε αυτόν τον αιώνα αρχίζει να ξεθωριάζει. Είμαστε μια παρέα και διηγούμαστε ιστορίες απουσίας και τοπολατρίας με τον τρόπο που ξέρει να τις αφηγείται το θέατρο και το τραγούδι. Είμαστε σε σύνδεση. Σήμερα όλο και πιο σπάνια συναντάμε ανθρώπους που μπορούν να διηγηθούν κάτι με τον δέοντα τρόπο. Το βλέπει κανείς στην παρέα τη αμηχανία απλώνεται όταν κάποιος εκφράσει την επιθυμία για μια ιστορία. Η τέχνη της διήγησης σπανίζει πια, την έχει πνίξει η πληροφορία.
-Όταν τελειώσει η παράσταση και οι θεατές πάρουν τον δρόμο της επιστροφής, τι θα θέλατε να συνεχίσει να τους συντροφεύει;
Αυτό που δεν αναπαραστάθηκε και που η ψυχή το είδε.
-Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου είναι σήμερα τόσο άφθονα και τόσο γλυκά όσο τα θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;
Για μερικούς από εμάς τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου εξακολουθούν να είναι τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων.
Photo Credit: Στράτος Καλαφάτης
Δείτε περισσότερα για την παράσταση:
Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου, του Θοδωρή Γκόνη στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου