Οι «Στρακαστρούκες», το πολυσυζητημένο έργο του Δημήτρη Σαμόλη σε σκηνοθεσία Μάριου Κακουλλή  που έχει ήδη διανύσει τρεις σεζόν με συνεχείς παραστάσεις και έντονη απήχηση, ξεκινούν μια μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Στο επίκεντρο του βρίσκεται η ιστορία του Κωνσταντή, ενός νέου ανθρώπου που μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον στερεοτύπων, βίας και κοινωνικής ασφυξίας, όπου η διαφορετικότητα δεν αποτελεί απλώς απόκλιση αλλά λόγο στοχοποίησης. Η παράσταση, μέσα από έναν λιτό αλλά απαιτητικό θεατρικό μονόλογο, που ερμηνεύει ο Δημήτρης Σαμόλης  ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και τη σκληρότητα, φωτίζοντας πλευρές ενός κόσμου που δυστυχώς  παραμένει αναγνωρίσιμος.

Χωρίς να ωραιοποιεί τις συνθήκες που περιγράφει, επιχειρεί να ανοίξει μια συζήτηση γύρω από τον εκφοβισμό, την ταυτότητα και τα όρια της κοινωνικής αποδοχής, δημιουργώντας μια άμεση,  σχέση με το κοινό.

Με αφορμή την περιοδεία, ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής μιλά στο CultureNow για τη διαδρομή της παράστασης, τη θέση του θεάτρου μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, την παρουσία του στην Επίδαυρο, αλλά και για τα ερωτήματα που εξακολουθούν να καθορίζουν τη σκηνοθετική του ματιά.

***

-Οι «Στρακαστρούκες» διανύουν ολοκλήρωσαν την τρίτη τους σεζόν και ετοιμάζονται για μια μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία. Όταν πρωτοδιαβάσατε το κείμενο του Δημήτρη Σαμόλη, τι ήταν αυτό που σας έκανε να πιστέψετε ότι έκρυβε τη δυναμική μιας παράστασης που θα συζητηθεί τόσο έντονα και θα αντέξει στον χρόνο;

Δεν θα σου κρύψω τη χαρά μου που οι Στρακαστρούκες συνεχίζουν, μετά από τρεις σεζόν, να κάνουν θόρυβο στην πόλη, τόσο τον χειμώνα όσο και το καλοκαίρι.

Όταν διάβασα για πρώτη φορά το κείμενο του Δημήτρη Σαμόλη, θυμάμαι ότι του είπα αμέσως: “Αυτή η ιστορία πρέπει να ακουστεί. Πρέπει να γίνει παράσταση.” Αυτό που με συγκίνησε ήταν η διαπίστωση ότι οι ανθρώπινες ιστορίες, όσο διαφορετικά κι αν παρουσιάζονται, έχουν έναν κοινό πυρήνα. Αλλάζουν τα ονόματα, οι τόποι, οι εποχές, όμως τα συναισθήματα, οι φόβοι, οι συγκρούσεις και οι ανάγκες των ανθρώπων παραμένουν ίδιες.

Πιστεύω ότι όταν μια ιστορία αγγίζει ένα κοινό βίωμα, δημιουργεί αμέσως μια γέφυρα με τον θεατή. Τότε η ταύτιση έρχεται σχεδόν αβίαστα και μαζί της έρχεται και η συγκίνηση, με όποια μορφή κι αν επιλέξει να εμφανιστεί στον καθένα.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται και η απάντηση στο γιατί πηγαίνουμε ακόμη στο θέατρο σήμερα: για να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα στις ιστορίες των άλλων, να νιώσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι και, έστω για λίγο, να μοιραστούμε κάτι βαθιά ανθρώπινο.

-Η παράσταση βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη δύναμη της αφήγησης και στην παρουσία ενός ηθοποιού επί σκηνής. Πώς χτίζεται σκηνοθετικά ένας ολόκληρος κόσμος αναμνήσεων, προσώπων και συναισθημάτων, ώστε να κρατά αμείωτη την προσοχή του θεατή για εβδομήντα λεπτά;

Σίγουρα παίζει καθοριστικό ρόλο η ομάδα των συντελεστών και κυρίως ένα κοινό όραμα.

Από την αρχή, ο Δημήτρης μου είχε ζητήσει μια παράσταση “χρηστική”, εισαγωγικά. Αυτό καθόρισε και τον σκηνικό κόσμο που στήσαμε: ένα ευέλικτο, πολύμορφο πλαίσιο που επιτρέπει στον ηθοποιό να μπαίνει μέσα του και να παίζει, σχεδόν σαν παιδί. Γιατί, στο τέλος, όλα είναι παιχνίδι.

Μέσα από μια διαδικασία συνεχούς “ξεδιπλώματος” επί σκηνής, χτίζεται κάθε εικόνα τη στιγμή που συμβαίνει, ώστε η αφήγηση να παραμένει ζωντανή και άμεση. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας κρατά τον θεατή σε διαρκή σύνδεση με τη δράση και τον αφηγητή.

Παράλληλα, το θέμα, η μουσική και η ίδια η ιστορία έχουν δουλευτεί έτσι ώστε να λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σύνολο. Όλα είναι “μαγειρεμένα” με τρόπο που επιτρέπει στον θεατή να αφεθεί και να παρακολουθήσει το ταξίδι χωρίς αντίσταση, σχεδόν σαν να τον παρασύρει η ίδια η αφήγηση.

Επίσης, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο θεατής είναι ελεύθερος ακόμη και να βαρεθεί. Σε μια εποχή όπου όλα κινούνται με πολύ γρήγορες ταχύτητες, αυτό είναι σχεδόν αναπόφευκτο.

Το ζητούμενο δεν είναι να “κρατήσεις” τον θεατή με κάθε κόστος, αλλά το τι του μένει φεύγοντας. Γιατί η ουσία μιας παράστασης βρίσκεται στο αν τελικά τον μετακινεί κάπου — αν του δημιουργεί μια σκέψη, ένα συναίσθημα, μια εσωτερική αλλαγή, έστω και μικρή.

Αυτός είναι και ο πραγματικός στόχος.

-Παρότι η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της Κρήτης, πολλοί θεατές αναγνωρίζουν σε αυτήν δικά τους βιώματα, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους. Είναι τελικά ο Κωνσταντής ένας βαθιά οικουμενικός χαρακτήρας;

Πιστεύω πως όλοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουμε συναντήσει στη ζωή μας έναν “Κωνσταντή”.

Το θέμα δεν είναι μόνο η ύπαρξή του, αλλά το πώς τον έχουμε δει, πώς του έχουμε φερθεί, και αν τελικά τον έχουμε πραγματικά “αναγνωρίσει”.

Η ορατότητα αυτών των ανθρώπων —το αν τους δίνουμε χώρο, φωνή και παρουσία— είναι ίσως το πιο ουσιαστικό ζήτημα που θέτει ο χαρακτήρας του

Αυτό, άλλωστε, είναι και ο πυρήνας της διαδρομής του Κωνσταντή· η ανάγκη του να υπάρξει, να φανεί, να αγαπήσει και τελικά να αγαπηθεί.

O Δημήτρης Σαμόλης στις «Στρακαστρούκες»

-Το έργο μιλά για τον εκφοβισμό, τη διαφορετικότητα, την οικογένεια και την ασφυξία που μπορεί να γεννήσει μια κλειστή κοινωνία, καταγράφοντας, εν ολίγοις, έναν κόσμο όπου η διαφορετικότητα πληρώνει βαρύ τίμημα. Πιστεύετε ότι η ελληνική επαρχία έχει αλλάξει ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια ή απλώς έχει μάθει να κρύβει καλύτερα τις παθογένειές της;

Οι αλλαγές χρειάζονται χρόνο για να φανούν, ειδικά σε θέματα που αφορούν βαθιά ριζωμένες συμπεριφορές. Σίγουρα υπάρχουν μετατοπίσεις· κάποιες πιο ουσιαστικές, κάποιες πιο μικρές, αλλά βήμα-βήμα κάτι κινείται.

Οι κλειστές κοινωνίες παραμένουν πιο δύσκολες, όμως θεωρώ πως το ζήτημα έχει να κάνει κυρίως με τα ερεθίσματα και την ορατότητα. Το πώς η επαρχία έρχεται σε διάλογο με αυτά που συμβαίνουν γύρω της.

Χαρακτηριστική ήταν η εμπειρία όταν η παράσταση παρουσιάστηκε στα Ανώγεια της Κρήτης, το χωριό του Κωνσταντή.Οπως ο Δημήτρης μου περιέγραψε, η ανταπόκριση του κόσμου ήταν ιδιαίτερα θετική και θερμή, γεγονός που μας συγκίνησε βαθιά.

Πιστεύω πως η νέα γενιά είναι αυτή που μπορεί πραγματικά να φέρει την αλλαγή.

-Έχετε σκηνοθετήσει από κλασικά κείμενα μέχρι site-specific παραγωγές σε λεωφορεία, πλοία και απρόσμενους δημόσιους χώρους. Υπάρχει κάποιο κοινό νήμα που ενώνει όλες αυτές τις τόσο διαφορετικές αναζητήσεις; Και τι είναι αυτό που θέλετε τελικά να «κρατήσει μαζί του» ο θεατής φεύγοντας από μια παράστασή σας;

Το κοινό νήμα, για μένα, είναι πάντα ο άνθρωπος και ο εαυτός του. Το «πού είμαι; ποιος είμαι; πού πάω; από πού έρχομαι; με ποιους είμαι; με ποιους επικοινωνώ; ποιους αγαπώ;». Αυτά τα ερωτήματα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, επιστρέφουν σε κάθε δουλειά, είτε πρόκειται για ένα κλασικό κείμενο είτε για μια site-specific παράσταση σε έναν δημόσιο χώρο.

Αυτό που με ενδιαφέρει τελικά είναι η συγκίνηση και η μετακίνηση. Θα ήθελα ο θεατής, φεύγοντας από οτιδήποτε φτιάχνω, να έχει κάτι να του έχει συμβεί. Κάτι μικρό ή μεγάλο, αλλά υπαρκτό. Και να φεύγει, έστω και λίγο, διαφορετικός από ό,τι μπήκε.

Και σε αυτό κομβικό ρόλο έχει η σύνδεση. Το πώς συνδέομαι, πώς επικοινωνώ το συναίσθημά μου και πώς εγώ, ως θεατής, μπορώ να συνδεθώ με μια εμπειρία, έναν χαρακτήρα ή μια συνθήκη. Γιατί αυτός είναι και ο λόγος που υπάρχει το θέατρο: για να δημιουργεί αυτή τη γέφυρα ανάμεσα στον θεατή και σε αυτό που συμβαίνει επί σκηνής, να επιτρέπει τη συνάντηση και όχι μόνο την παρατήρηση. Και μέσα από αυτή τη σύνδεση έρχεται τελικά και η συγκίνηση.

Ίσως γι’ αυτό πιστεύω ότι το θέατρο υπάρχει παντού. Δεν περιορίζεται σε μια σκηνή ή σε έναν θεατρικό χώρο. Όπου κι αν βρίσκεσαι, υπάρχει μια ιστορία, μια ανθρώπινη σχέση, μια στιγμή που περιμένει να ειπωθεί. Αρκεί να σταματήσεις για λίγο, να κοιτάξεις γύρω σου και να αρχίσεις να παρατηρείς. Εκεί, πολλές φορές, ξεκινά το θέατρο.

-Φέτος συμμετέχετε ως συνεργάτης σκηνοθέτης στην παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, στον σπάνια παιζόμενο Ιώνα του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, που θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Επειδή η Επίδαυρος είναι σημείο αναφοράς για κάθε άνθρωπο του θεάτρου, πώς βιώνετε αυτή τη συνάντηση και τι σημαίνει για εσάς σε αυτή τη φάση της διαδρομής σας;

Χαίρομαι πολύ που κάνω αυτό το ταξίδι με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Ήταν δάσκαλός μου στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και τον θαυμάζω πρώτα ως άνθρωπο και μετά ως καλλιτέχνη.

Το βιώνω ως μια διαδικασία μάθησης και ευθύνης, αλλά και ως μια όμορφη ευκαιρία να βρεθώ με μια ομάδα δημιουργών και να ζήσουμε μαζί αυτό το ταξίδι.

Και είναι ταυτόχρονα μια ανάγκη να καταλάβω καλύτερα το θέατρο, τη διαδικασία του και, μέσα από αυτό, τον ίδιο τον άνθρωπο

-Ποια είναι η καλλιτεχνική εμμονή που σας επιστρέφει ξανά και ξανά στη σκηνοθεσία;

Το παιχνίδι. Η ομάδα. Οι συνεργασίες.Οι άνθρωποι.

Αυτό που με επιστρέφει ξανά και ξανά στη σκηνοθεσία είναι ακριβώς αυτά.

Και κυρίως η χαρά του να βλέπω ιδέες να παίρνουν μορφή, να ζωντανεύουν πάνω στη σκηνή για λίγο — και μετά να χάνονται ξανά. Αυτή η φευγαλέα στιγμή είναι που με κρατά σε όλη αυτή τη διαδικασία.

Η δημιουργία! Η καλύτερα η συν- δημιουργία !

-Και κλείνοντας: μετά τις «Στρακαστρούκες», την Επίδαυρο και τις πρόσφατες σκηνοθετικές σας αναζητήσεις, ποια είναι η επόμενη πρόκληση που θα θέλατε να συναντήσετε ως δημιουργός;

Είμαι σε μια διαδικασία να ολοκληρώσω την τριλογία των μέσων μεταφοράς που με απασχολεί. Μετά το λεωφορείο και το πλοίο, έρχεται το αεροπλάνο.

Η επόμενη παράσταση της Hauscompany Theatre, της ομάδας μου, θα είναι μέσα σε ένα αεροπλάνο.

Παράλληλα, με τη Λυρική Σκηνή συνεργάζομαι για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα  “Μελισμα 3”, που αυτή τη φορά θα παρουσιαστεί στην Αιδηψό, όπου σκηνοθετώ τα αποτελέσματα των σεμιναρίων που πραγματοποίησαν εκεί τα  Καλογεράκια σε συνεργασία με τους ντόπιους.  Δημιουργήσουμε εκεί μια νέα συνθήκη δουλειάς και συνάντησης.

Διαβάστε επίσης:

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη σε καλοκαιρινή περιοδεία 2026