Το Εθνικό Θέατρο παρουσίασε το συγκεκριμένο έργο το 1935 σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ροντήρη,  με τον Αλέξη Μινωτή στον ομώνυμο ρόλο. Επίσης, το 2002 με τοn Λάζαρο Γεωργακόπουλο, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαίδη.

Το δραματικό ποίημα του Ίψεν, γραμμένο το 1867, όταν βρισκόταν στην Ιταλία, είναι εμπνευσμένο και διαποτισμένο από τα λαϊκά νορβηγικά παραμύθια. Δέκα χρόνια μετά το προσάρμοσε για το θέατρο, υποκύπτοντας σε πιέσεις, παράγοντας ένα αριστούργημα. Αποτελεί το εθνικό έπος της Νορβηγίας, ένα πραγματικό λαϊκό λογοτεχνικό κείμενο, διανθισμένο με διάφορα, αλλά θαυμαστά πλάσματα.

Είναι ρομαντικό, αλλά παράλληλα σύγχρονο έργο, που πραγματεύεται την εναγώνια προσπάθεια του ανθρώπου να πραγματώσει τα όνειρά του και τις προσωπικές του φιλοδοξίες.

«Να σου είναι αρκετός ο εαυτός σου.
Για όλους τους άλλους να σαι πάντοτε κλειστός.
Τίποτε άλλο δεν έχεις στο μυαλό σου.
Αυτό θα είναι ο μόνος σου σκοπός».

Ο όρκος του Πέερ στα ξωτικά του δάσους, προοικονομεί την ξέφρενη περιπλάνηση του ήρωά μας. Δεν είναι βέβαια ξεκάθαρο αν αυτό το ταξίδι συνέβη στα πέρατα του κόσμου ή σε τόπους νοερούς. Κάτι που δεν έχει και τόση σημασία, αφού το ζητούμενο είναι η επαφή με το «είναι» του, όχημα για νέες αυτογνωσιακές αναζητήσεις. «Θέλω να βρω τον εαυτό μου», ατάκα επαναλαμβανόμενη από τον Πέερ, ένα moto εμβληματικό, που προωθεί τη δραματικότητα της θεατρικής πράξης.

Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με όσα ένιωσε, πόθησε και ονειρεύτηκε, μέσα σε μια κατάσταση ψεύδους ή αλήθειας. Κυνηγά το ασυμβίβαστο, λατρεύει το ακατόρθωτο και με πείσμα μικρού παιδιού επιμένει να ζήσει «ως αυτοκράτωρ του εαυτού του». Η συνείδησή του για πληθωρικές εμπειρίες αγωνίζεται ενάντια στο άπιαστο της φαντασίας, τη σαγήνη της ονειροπόλησης και τον πειρασμό.

Μέσα στις περιπέτειές του και τα φοβερά βιώματά του, στη διαρκή κίνησή του, ένα πρόσωπο μένει σταθερό στη μνήμη του, η Σολβάιγ, η αγαπημένη του.

Την αφήγηση έχει αναλάβει ο Πέερ σε ώριμη ηλικία, παρεμβαίνοντας στα τεκταινόμενα, που αφορούν και τις τρεις φάσεις της προσωπικής ζωής του πρωταγωνιστή. Σαν ένα alter ego, μία φωνή αποστασιοποιημένη, που «βλέπει» τα κατορθώματά του σε διάφορες ηλικιακές συνθήκες.

Όλα κινούνται γύρω από τον δικό του ξέφρενο χορό, για μια ζωή έντονη, παθιασμένη, πολύχρωμη και ξεχωριστή. Με ταξίδια, μνήμες, πάθη, ανατροπές, αντιθέσεις, απογοητεύσεις και πνευματικές μεταποιήσεις, σχεδιάζει την «εκδρομή» της δικής του ενδοσκόπησης.

Ποικιλία συναντήσεων με τα εξωτικά όντα των νορβηγικών δασών, όπως περιγράφονται στη σκανδιναβική μυθολογία, και η παρουσία του στο ψυχιατρείο. Η σκηνή με τον γιατρό, που θέλει εν ψυχρώ να εισχωρήσει στο κεφάλι του και η συμπλοκή του με τους πιθήκους. Αλλού παριστάνει τον προφήτη, ονειρεύεται μία έρημο με νερό, πέφτει θύμα ληστών στη βόρεια Αφρική και λύνει το αίνιγμα της Σφίγγας. Το αντάμωμα με την Ανίτρα, μία νομάδα γυναίκα της ερήμου και η επαφή με τους ισχυρούς της γης, πλαισιώνουν τις διαδρομές του. Όλα αυτά συνάδουν με την αναζήτηση του πολυδιάστατου ego, το οποίο πολύπτυχο, όπως είναι, επειδή χαρακτηρίζεται από αέναη ρευστότητα, κινδυνεύει να αποδομηθεί. Μια αποδόμηση που την ακολουθεί η απώλεια της πνευματικής διαύγειας και η απουσία του νοήμονος εαυτού, με τελικό προορισμό, την ανυπαρξία ή την ψύχωση.

Κυριαρχούν ενεργειακές εικόνες της φύσης, δροσερά τοπία της υπαίθρου και της θάλασσας και ρομαντικές αποχρώσεις σε κάποιους διαλόγους. Έτσι δημιουργείται ένα σύμπαν συμβατό με θρύλους και παραμύθια, αλλά παράλληλα μία κριτική ως προς τη δυσκολία υλοποίησης των προσωπικών επιδιώξεων. Κατά πόσο αξίζει ο αγώνας αυτός, αν χρειάζεται να απομυθοποιήσει κανείς όλη αυτή την αδιέξοδη οδύσσεια του δυτικού ανθρώπου για τα όνειρα; Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η δραματικότητα του έργου, που το κάνει και απόλυτα σύγχρονο, σε σχέση με τους προβληματισμούς που εγείρει.

Ο ιστός του μύθου με την πρώτη ανάγνωση φαίνεται ξένος προς τη δική μας κουλτούρα. Τα μηνύματα όμως, οι σκέψεις και οι αναδυόμενες προσεγγίσεις ταιριάζουν στην εποχή και στο κοινωνικό μας υπόβαθρο. Έτσι προσδίδεται στη θεατρική αυτή δημιουργία λόγω της επικαιρότητας του θεματικού πυρήνα της, διαχρονική διάσταση.

Η σκηνοθετική κατεύθυνση μετρημένη, χωρίς εκπλήξεις, αναδεικνύει το ειδυλλιακό περιβάλλον ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος της παράστασης. Αποπνέει έναν αέρα ελευθερίας παντρεμένο με πινελιές ρεαλισμού σε συγκεκριμένα σημεία. Ο Δ. Λιγνάδης χρησιμοποίησε το υλικό έτσι ώστε να παρουσιάσει μία κλασική πρόταση με εντιμότητα.

Οι τρεις ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τις διαφορετικές ηλικιακές περιόδους του Πέερ Γκυντ (Γιάννης Τσουμαράκης, Πάνος Παπαδόπουλος, Δημήτρης Μοθωναίος), καλοί στους ρόλους τους. Ξεχώρισαν οι Γιάννης Τσουμαράκης, Στεφανία Γουλιώτη ως Ααζέ και η Νάνσυ Μπούκλη ως Σολβάιγ. Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος καταπληκτικός στο ρόλο του ως Κουμποχύτης-Δράκουλας. Ο Βαγγέλης Ρωμνιός ως πάστορας κλέβει τις εντυπώσεις.

Γενικά, η διανομή έχει το πολύ καλό επίπεδό της (παίζουν επίσης: Μιχάλης Αφολαγιάν, Ζωή Μυλωνά, Κατερίνα Πατσιάνη, Γιούλικα Σκαφίδα, Σπύρος Τσεκούρας, Γιωργής Τσουρής).

Ο Δημήτρης Λιγνάδης κρατάει το ρόλο του αφηγητή, του ώριμου ήρωα της ιστορίας. Εύστοχος και επιδέξιος υποδύεται τον χαρακτήρα με σεβασμό στο κείμενο.

Η μόνη ένσταση αφορά το happy end του έργου, όπου η «ιδανική σύντροφος» Σολβάιγ και ο Πέερ Γκυντ συναντώνται μετά από χρόνια. Η επισφράγιση της αγάπης τους με ένα ρομαντικό χορό δεν φαντάζει φυσιολογική πράξη. Δηλαδή να τον δέχεται ευχάριστα μετά από τόσο μεγάλη απουσία με μία καρτερικότητα, που είναι ασύμβατη ακόμη και στα παραμύθια.

Τη δραματουργική επιμέλεια έχει η Ελένη Γκίνη, την εμψυχωτική κίνηση η Αναστασία Βαλσαμάκη και τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς ο Σάκης Μπιρμπίλης.

Πολλά ερωτηματικά παραμένουν αναπάντητα. Αν ο πρωταγωνιστής μας προκάλεσε τη ζωή ή την φοβήθηκε πολύ. Αν αναζήτησε τον εαυτό του ή δραπέτευσε από αυτόν. Αν «υπήρξε αρκετός στον εαυτό του», ώστε να τον ξεχωρίσει η ιστορία. Ή παρέμεινε ένα απλό και ταπεινό της «κουμπί», αφανισμένο, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι.

Μία παράσταση, που ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασία.

«Πέερ Γκυντ», ψεύτης ή ονειροπόλος, σίγουρα ένας ένθερμος κυνηγός της ουτοπίας.


Διαβάστε επίσης: 

Πέερ Γκυντ: Το αριστούργημα του Χένρικ Ιψεν στο Εθνικό Θέατρο