Στον πρόλογο αυτού του σπουδαίου σε μηνύματα βιβλίου διαβάζουμε σχετικά με την Μπερλίν: «Ένας συγγραφέας καταφέρνει να εναγκαλιστεί ολόκληρο τον κόσμο όταν βλέπει το συνηθισμένο μαζί με το ασυνήθιστο, το τετριμμένο ή το άσχημο μαζί με το όμορφο». Η Μπερλίν διεισδύει με ορμή στον κόσμο των πραγματικών ανθρώπων και οι περιγραφές της αποδεικνύουν πόσο συγκεντρωμένη, πόσο αφοσιωμένη είναι στην αποτύπωση των συμβάντων πολλές φορές με υπερβολική δόση λεπτομέρειας που όμως καθιστά τις ιστορίες τόσο θελκτικές στον αναγνώστη.

Με την προσήλωσή της στα πραγματικά γεγονότα έτσι όπως η ίδια τα έζησε και τα κατέγραψε τόσο από την δική της ζωή όσο και από τις ζωές άλλων, η Μπερλίν χαρίζει ιστορίες καθημερινής τρέλας από τον κόσμο των αποσυνάγωγων και των περιθωριοποιημένων, από ένα σύμπαν που μπορεί να μην είναι ευχάριστο αλλά είναι πραγματικό!

Πάλι στον πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε χαρακτηριστικά αυτά που είπε ένας από τους γιους της μετά τον θάνατό της: «Η μάνα έγραφε αληθινές ιστορίες, όχι απαραίτητα αυτοβιογραφικές, αλλά κοντά σε όσα είχε ζήσει, όπως το πέταλο στην οπλή». Είναι πολύ σημαδιακή η τελευταία του φράση μιας και οι αφηγήσεις είναι τόσο γλαφυρά δοσμένες που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση πως τα πρόσωπα ζωντανεύουν, η συγγραφέας βρίσκεται δίπλα μας και μας καταθέτει όλα όσα έζησε με μία απλότητα, με μία αμεσότητα εντυπωσιακή σαν να βρισκόταν ανάμεσα σε φίλους της, περιτριγυρισμένη από μπουκάλια αλκοόλ. Το αφηγηματικό της ύφος έχει τέτοια ωμότητα αλλά και αυθεντικότητα που διαβάζουμε κάτι πολύ οικείο και την ίδια στιγμή κάτι πολύ απόκοσμο, κάτι από το οποίο επιθυμούμε να ξεφύγουμε γιατί μας θλίβει ενώ ταυτόχρονα μας αιχμαλωτίζει λόγω αυτής της ειλικρίνειας που την διακρίνει και το έχουμε ανάγκη.

Λόγος που σπάει κόκκαλα και ραγίζει καρδιές

Όπως μαθαίνουμε τόσο στην αρχή του βιβλίου, το οποίο είναι εμπλουτισμένο με έναν πρόλογο και μία εισαγωγή αλλά και ένα σύντομο σημείωμα για τη ζωή της στο τέλος του, η Μπερλίν είναι από τις συγγραφείς εκείνες που πέρασε δύσκολα χρόνια, έτυχε να διαγνωστεί με μία περίεργη πάθηση σε ηλικία μόλις δέκα ετών κάτι που την συνόδευσε σε όλη της τη ζωή και την δυσκόλεψε πολύ στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Πέρα από αυτό, έτυχε να εργαστεί για τα προς το ζην σε διάφορα μέρη και με πλείστες ιδιότητες, μεγάλωσε τέσσερα παιδιά ή τουλάχιστον προσπάθησε με κάθε τρόπο και απέναντι στις αντιξοότητες. Αυτό συνέβη γιατί έδωσε μάχη με τον αλκοολισμό, μάχη την οποία κέρδισε με γενναιότητα και υπερηφάνεια. Πρόκειται για μία αγωνίστρια της ζωής και όλα αυτά τα στοιχεία είναι απολύτως απαραίτητα για να κατανοήσει ο αναγνώστης τον τρόπο και το περιεχόμενο των όσων έγραψε. Εξάλλου, ανθρώπους τέτοιους έχει εντάξει, ανθρώπους που πάσχισαν να αντιμετωπίσουν τον κακό τους εαυτό.

Σε πολλές από τις ιστορίες της πρωταγωνιστεί η ίδια ξετυλίγοντας το κουβάρι της αρρώστιας της αδερφής της, η οποία έπασχε από καρκίνο καθώς και το δικό της πρόβλημα παραθέτοντας δίχως φειδώ λεπτομέρειες μιας ζωής με δυσκολίες, μιας ζωής εύθραυστης, μιας ζωής όπου ο θάνατος χτυπάει πολλές φορές την πόρτα των ονείρων της. Συγχρωτίζεται και συναναστρέφεται ανθρώπους εσωστρεφείς άλλοτε οξύθυμους, άλλοτε απλά παράξενους στην συμπεριφορά, περιγράφει ανθρώπους των φυλακών, φυσιογνωμίες που κανείς θα προσπαθούσε να αποφύγει. Και όμως εκείνη με όπλο τη δική της περιπέτεια έρχεται να συντροφεύσει, να συμπονέσει, να αφουγκραστεί και να συμμετάσχει στην ανθρώπινη δυστυχία, τη δική της και των άλλων, να γίνει κοινωνός των όσων παρατηρεί γύρω της και να συναντήσει ανθρώπους που αντιμετωπίζουν παρόμοια με εκείνη θέματα, ανθρώπους που βιώνουν κρίση της ανθρώπινης φύσης τους και αδυναμία ελέγχου.

«Όταν πεθάνουν οι γονείς σου, έρχεσαι αντιμέτωπος με το δικό σου τέλος. Ω, καταλαβαίνω τι εννοείς… δεν υπάρχει πια κανείς να σε θωρακίσει ενάντια στον θάνατο» θα γράψει στο διήγημα Θλίψη και ανακαλύπτουμε την φιλοσοφική διάσταση των ιστοριών της, η οποία ξεδιπλώνεται μέσα από την ολόψυχη κατάθεση προσωπικών παθών. Διακρίνεται και από μία ενδελεχή μελαγχολία, την οποία διαπιστώνουμε καθώς από την μία αναπολεί και νοσταλγεί ενώ από την άλλη κατακρίνει με τρόπο επώδυνο προσωπικά της βιώματα καθώς με μία μητέρα αλκοολική αναγκαζόταν η ίδια να «αναλάβει τη δράση» στο νοικοκύρεμα. «Εάν η γραφή της έχει ένα κρυφό συστατικό, αυτό είναι το αναπάντεχο. Στην ίδια την πρόζα, η αλλαγή κατεύθυνσης και η έκπληξη παράγουν τη ζωντάνια που είναι το σήμα κατατεθέν της τέχνης της».

Πρόκειται πράγματι για μία αυθεντική καλλιτέχνη του λόγου που δημιουργεί ιστορίες θεατρικής ζωντάνιας, ιστορίες που πάλλονται συθέμελα από συναισθήματα λιγότερο χαράς και περισσότερο λύπης, ιστορίες που μας συγκλονίζουν με την ευθύτητα, που μας προσφέρονται αυτούσιες και παρά το δυσάρεστο της αφήγησής τους μπορούμε και βρίσκουμε στοιχεία που μας καθηλώνουν και δεν θέλουμε να σταματήσουμε το διάβασμά τους.

Έχει κατορθώσει η τέχνη της αυτή που πηγάζει από μία ζωή ανηφορική και δύσβατη να είναι η πηγή των εμπνεύσεών της, να είναι η συνταγή της δικής της αυτολύτρωσης και αυτοκάθαρσης, ένα μονοπάτι θέλησης για να εξωτερικεύσει έναν εσωτερικό κόσμο αγωνίας και αγώνα που έδωσε μόνη της για χάρη των παιδιών της και για εκείνη. Στις περισσότερες ιστορίες γίνεται αναφορά σε ταινίες, βιβλία, μουσική και ξεδιπλώνεται το κουβάρι των έντονων ερεθισμάτων που είχε σε όλες τις τέχνες. Οι ιστορίες της μπορούν να διαβαστούν και να ξαναδιαβαστούν και τότε θα γίνουμε δέκτες της πλήρους αποκάλυψης του φαινομένου Μπερλίν.


Αποσπάσματα

«Αν κοιτάξεις τον γονιό στα μάτια μοιράζεσαι και επιβεβαιώνεις όλο τον φόβο, την εξάντληση και τον πόνο. Από την άλλη πλευρά, όταν αρχίζεις να γνωρίζεις αυτές τις μητέρες, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τις κοιτάξεις κατάματα, με όλη την ελπίδα ή τη θλίψη που δεν μπορείς να εκφράσεις» Από το διήγημα Mijito

«Θέλω να μου διαβάζεις και να με φροντίζεις. Τώρα είναι που αισθάνομαι μόνη και φοβισμένη. Τώρα σε χρειάζομαι». Από το διήγημα Περίμενε ένα λεπτό


Διαβάστε επίσης:

Οδηγίες για οικιακές βοηθούς – Lucia Berlin