«Πιο βαθιά και πιο σοβαρά με άγγιζε η θέα των δέντρων. Έβλεπα να ζει το καθένα τους τη δική τους κρυφή ζωή, να διαμορφώνει το δικό του σχήμα, το δικό του φύλλωμα, και να ρίχνει τη μοναδική σκιά του. Τα έβλεπα σαν ερημίτες και αγωνιστές, στενούς συγγενείς των βουνών, γιατί το καθένα τους, ειδικά αυτά που ζούσαν πολύ ψηλά στις πλαγιές, έδινε τη δική του σιωπηλή, επίμονη μάχη με τον άνεμο, τον καιρό και την πέτρα για να υπάρξει και να αναπτυχθεί» γράφει ο Έσσε μέσω του πρωταγωνιστή του Πέτερ Κάμεντσιντ. Πρώιμος οικολόγος σε μια εποχή που η αίσθηση της οικολογίας δεν είχε καν αναπτυχθεί καθώς μιλάμε για ένα βιβλίο γραμμένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είναι μια εκδοχή που την υποστηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας μαγεμένος και ο ίδιος προφανώς από τα πρώτα του ταξίδια και τις πρώτες του περιπλανήσεις στα βουνά και στην ύπαιθρο όπου μεταξύ άλλων τοποθετεί την ιστορία του πρωταγωνιστή του. Ο Έσσε σε αυτό το πρώιμο έργο του αρχίζει να αναπτύσσει την ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέψει εκεί που ανήκει, από εκεί όπου ξεκίνησε καθώς οι πόλεις αρχίζουν να ασφυκτιούν και η βιομηχανική επανάσταση έχει δείξει το πού πηγαίνει ο κόσμος. Η απομάκρυνση από την φύση και τον καθαρό αέρα θα ήταν εγκληματική και σε αυτό στέκεται.
Η προσωπογραφία ενός νέου δημιουργού που διαθέτει πάθος ενώ βιώνει απογοήτευση
Πέρα όμως από την εκδήλωσή του και την αγάπη του για την φύση, ο νεαρός ακόμα Έσσε σμιλεύει το ύφος και την αφήγησή του μέσα από αυτό το σπουδαίο νεανικό έργο, συμπυκνώνει και ανακοινώνει τον στοχαστικό χαρακτήρα των έργων που θα επακολουθήσουν, όπως το Σιντάρτα, το Νάρκισσος και Χρυσόστομος, τον Ντέμιαν, όλα εκείνα τα έργα δηλαδή που οδήγησαν την Σουηδική Ακαδημία να του απονείμει το βραβείο Νόμπελ. Ο Έσσε εκκινεί ήδη από τις αρχές του αιώνα να αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα και να συνομιλεί με τις αγωνίες και τις ανησυχίες από τις οποίες διέπεται η ταραγμένη νεανική του φύση. Αφουγκράζεται τον εσωτερικό του κόσμο, αμφισβητεί και αμφιβάλλει, στροβιλίζεται γύρω από τις ενδότερες σκέψεις του και αυτές τις διεργασίες που δημιουργούνται μέσα του τις καταγράφει σε ένα έργο με ποικίλους και πολυεπίπεδους προβληματισμούς. Ο Πέτερ Κάμεντσιντ είναι ένας νέος, ένας άλλος εαυτός του Χέρμαν Έσσε ενδεχομένως, ο οποίος και πορεύεται στον κόσμο μέσα από αλλεπάλληλες αποτυχίες και απογοητεύσεις, διαμορφώνει τον χαρακτήρα του και γεύεται το πιοτό της πικρίας πιο πολύ από εκείνο της χαράς.
Ο πρωταγωνιστής είναι ένας φέρελπις νέος που γράφει και στόχος καθώς και φιλοδοξία του είναι να γίνει ποιητής, είναι ένας καθρέφτης ενός ιδεαλισμού σε έναν κόσμο που όλο και αλλάζει και μάλιστα δραματικά. Οι εξελίξεις τρέχουν, η ίδια η ιστορία και ο κόσμος αλλάζουν, εκείνος οφείλει να συμβαδίσει με αυτόν τον κόσμο αλλά έχει μέσα του ορμή και πάθος και αυτά τον παρασέρνουν σε νεανικές επιπολαιότητες και απερίσκεπτες κινήσεις. Είναι όμως ένας άνθρωπος γεμάτος ενθουσιασμό και όνειρα, δεν μπορεί να τιθασεύσει ούτε να κάνει να σωπάσουν αυτά τα όνειρα, διότι από αυτά τροφοδοτείται το είναι του, αυτά τον κρατάνε όρθιο μαζί με τα βιβλία τα οποία και μελετάει. Εξομολογείται ο Πέτερ Κάμεντσιντ: «Ομολόγησα δειλά στη σερβιτόρα ότι δεν είχα χρήματα, αλλά θα άφηνα για ενέχυρο τα βιβλία. Εκείνη έπιασε ένα από αυτά, έναν τόμο με ποιήματα, το ξεφύλλισε με περιέργεια και ρώτησε αν μπορούσε να το διαβάσει. Της άρεσε πολύ να διαβάζει, αλλά είχε τη δυνατότητα ν’ αγοράσει βιβλία. Ένιωσα ότι είχα σωθεί και της πρότεινα να κρατήσει τα τρία τομίδια ως πληρωμή για το φαγητό. Συμφώνησε, και μ’ αυτόν τον τρόπο πήρε σιγά σιγά βιβλία αξίας δεκαεπτά φράγκων. Για μικρούς τόμους με ποιήματα, αξίωνα ψωμί με τυρί, για μυθιστορήματα το ίδιο μαζί με κρασί, οι νουβέλες άξιζαν ένα φλιτζάνι καφέ και ψωμί». Τα όσα εξομολογείται ο πρωταγωνιστής είναι η πραγματικότητα του εκάστοτε καλλιτέχνη, αυτού που πασχίζει πρώτα από όλα για την τέχνη του και θυσιάζει για αυτήν τα πάντα, είναι όμως και αυτός που παλεύει να επιβιώσει και προσπαθεί να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ψωμί για να βγάλει την κάθε μέρα.
Μέσα σε αυτό τον κόσμο στον οποίο κλήθηκε να ζήσει ζει και η ανάγκη του για έρωτα, καθώς όμως η επικοινωνία με το άλλο φύλο δεν είναι πάντα η ευκταία, εκείνος αποθαρρύνεται παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του τις οποίες βλέπει να πέφτουν στο κενό. Και όμως σαν τον Σίσυφο θα ξανασηκωθεί για να προσπαθήσει και πάλι. Αυτό όμως τον οδηγεί, όπως και άλλα γεγονότα, να νιώσει πως οι άνθρωποι δεν του είναι τόσο αγαπητοί, προτιμά την επαφή με την φύση, εκεί βρίσκει τον εαυτό του, εκεί αισθάνεται γεμάτος και εκεί είναι το σπίτι του. Όταν βέβαια βρίσκει έξυπνους και ενδιαφέροντες ανθρώπους επιθυμεί να καθίσει ανάμεσά τους και να τους παρατηρεί ενώ εκείνοι με προσοχή και ενδιαφέρον τον ακούνε και προσέχουν αυτά που λέει. Ο Πέτερ Κάμεντσιντ είναι ένας άνθρωπος του καιρού του, ένας πνευματικός άνθρωπος που αναζητά τη σοφία, μελετά, συλλογίζεται, στοχάζεται, διαβάζει Βούδα, Νίτσε, Σοπενχάουερ, η γνώση τον σαγηνεύει, τον μαγεύει και τον καθοδηγεί στα επόμενα βήματά του. Τα ταξίδια του είναι το μεράκι του, σε αυτά επενδύει χρόνο και χρήμα, όσο διαθέτει φυσικά, στην Ασίζη θα συναντήσει τον «Φτωχούλη του Θεού», τον Φραγκίσκο και θα αντλήσει έμπνευση και φως.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Ο Ίταλο Καλβίνο στο περίφημο δοκίμιό του με τίτλο Γιατί πρέπει να διαβάζουμε τους κλασικούς, είχε γράψει πως κλασικό είναι ένα βιβλίο που ποτέ δεν έχει ολοκληρώσει αυτά που έχει να πει. Στην περίπτωση του Χέρμαν Έσσε, αυτό το απόφθεγμα επιβεβαιώνεται, καθώς βιβλία σαν τον Πέτερ Κάμεντσιντ, γραμμένο εδώ και πάνω από εκατό χρόνια, αποτελούν σταθμούς της λογοτεχνίας στα οποία είναι αδύνατον να μην σταματήσεις για να μελετήσεις. Είναι κάποια βιβλία που όσο περνάνε τα χρόνια τόσο περισσότερο αυξάνουν την σημασία τους, που είναι πολύτιμα για την ανθρωπότητα όταν αυτή ρέπει προς την ανοησία και την ματαιοδοξία. Δυστυχώς, οι καιροί και η ιστορία επαναλαμβάνονται με τον λάθος τρόπο οδηγώντας σε προβλήματα και σε αδιέξοδα ενώ τα σφάλματα των ανθρώπων που επίσης επαναλαμβάνονται σαν να μην έμαθαν τίποτα από το παρελθόν τους έρχονται να μας θυμίσουν πως η γνώση από την μία και η σκέψη από την άλλη θα παραμένουν αξίες ανεκτίμητες εις το διηνεκές.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Πέτερ Κάμεντσιντ»:
«Στη Φλωρεντία όμως ένιωσα για πρώτη φορά ολόκληρη τη φθορά και τη γελοιότητα του σύγχρονου πολιτισμού. Εκεί με κυρίευσε για πρώτη φορά η αίσθηση ότι θα είμαι παντοτινά ξένος στην κοινωνία μας κι εκεί ξύπνησε μέσα μου η επιθυμία να ζήσω τη ζωή μου έξω από αυτή την κοινωνία και, αν ήταν δυνατόν, στον Νότο»
Διαβάστε επίσης:
Χέρμαν Έσσε – Πέτερ Κάμεντσιντ: Βιβλίο του νομπελίστα συγγραφέα