«Τα Μικρά του Παπαδιαμάντη» είναι ο τίτλος της παράστασης – αναλόγιο στην οποία ο Άρης Ρέτσος παρουσιάζει τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Σταχομαζώχτρα» και «Γουτού Γουπατού», στον Πολυχώρο Τέχνης «Αλεξάνδρεια».

Λέξεις, προτάσεις, μετεωρισμοί, χνάρια ανθρώπων, χαρές λύπες, σάτιρα και τραγικός λόγος, φωτίζουν τον Μέγα μικρόκοσμο και τα Πάθη των »απλών ανθρώπων» του Σκιαθίτη συγγραφέα, αποκαλύπτοντας παράλληλα και τον δικό μας κόσμο. Όλη η εσωτερική ένταση και το κέφι του μας απελευθερώνουν, μας παρηγορούν και μας χαροποιούν.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μας οδηγεί με το απαράμιλλο ύφος και ήθος της γλώσσας του σε άλλες εποχές και σε μια Ελλάδα τόσο μακρινή… όσο και κοντινή, διδάσκοντάς μας σιωπηλά.

Το ταξίδι αυτό Εικόνας και Λόγου συνοδεύουν μουσικά συγχορδίες του Νίκου Σκαλκώτα, βοηθώντας τον θεατή-ακροατή στο δικό του ταξίδι.

Διάρκεια παράστασης: 70 λεπτά (με 5 λεπτά διάλειμμα ανάμεσα στα 2 έργα)


«ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ»

Η γυναίκα που ακολουθεί τις άλλες γυναίκες του θερισμού μαζεύοντας ό,τι απόμεινε.

 «… τὸ πρώτιστον εἰσόδημα τῆς θεία-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχομαζώματος. Τὸν Ἰούνιον κατ᾿ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον, ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν. Περιεφρόνησε τὸ ὀνειδιστικὸν ἐπίθετον τῆς «καραβωμένης», ὅπερ ἐσφενδόνιζον ἄλλα γύναια κατ᾿ αὐτῆς, διότι ὄνειδος ἀκόμη ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ πλέῃ γυνὴ εἰς τὰ πελάγη. Ἐκεῖ, μετ᾿ ἄλλων πτωχῶν γυναικῶν, ἠσχολεῖτο συλλέγουσα τοὺς ἀστάχυς, τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγμάτων τῶν θεριστῶν, ἀπὸ τῶν φορτωμάτων καὶ κάρρων…»

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Η Σταχομαζώχτρα» πρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 και ίσως είναι το δημοφιλέστερο διήγημά του. Οι περιπέτειες, η αγωνία και ο αγώνας επιβίωσης που δίνει η θεια-Αχτίτσα, η σταχομαζώχτρα, για να μεγαλώσει τα δύο ορφανά εγγόνια της, είναι µια συγκινητική Χριστουγεννιάτικη ιστορία µε αίσιο τέλος.

Η ιστορία διαδραματίζεται γύρω στο 1870. Η θεία-Αχτίτσα έχει χάσει τον άντρα της και τους δυο γιους της. Ο τρίτος της γιος είναι κάπου στην Αμερική. Ζει πολύ φτωχικά με τα δυο ορφανά εγγονάκια της που τα φροντίζει με πολλή αγάπη και στοργή. Παραμονές Χριστουγέννων ο γιος της από την Αμερική, της στέλνει ένα γράμμα με ένα σημαντικό ποσό χρημάτων. Ένα γράμμα που αλλάζει σε μια στιγμή τη ζωή των δυο μικρών παιδιών και της καλής γιαγιάς τους. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη χαίρεται γι’ αυτήν: «Και ιδού διατί η φτωχή γραία εφόρει την ημέραν των Χριστουγέννων καινουργή άδολην μανδύλαν, τα δε δύο ορφανά είχον καθαρά υποκαμισάκια δια τα ισχνά μέλη των και θερμήν υπόδεσιν δια τους παγωμένους πόδας των».


«ΓΟΥΤΟΥ ΓΟΥΠΑΤΟΥ»

Θεωρεί τον εαυτό του άχρηστο… Είναι κουτσός, κουλός, μουγγός. Είναι ο Μανολιός το Ταπόι. Ο Μανόλης έχει ελάχιστους φίλους, οι περισσότεροι τον περιγελούν λόγω της αναπηρίας του και ιδίως της δυσκολίας του στην επικοινωνία. Όμως, υπάρχουν άνθρωποι που τον καταλαβαίνουν και τον υπερασπίζονται. Ο Μανόλης ανήκει στους μεγάλους περιθωριακούς της Παπαδιαμαντικής κοινότητας.

«…Τὸν ἐπετροβολοῦσαν οἱ μάγκες τῆς ἀγορᾶς,τὸν ἐχλεύαζον τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς,τὸν ἐφοβοῦντο τὰ νήπια καὶ τὰ βρέφη. Τὸν ἔλεγαν κοινῶς «ὁ Ταπόης» ἢ «ὁ Μανώλης τὸ Ταπόι».

―Ὁ Ταπόης! Νά, ὁ Ταπόης ἔρχεται…

Φόβος καὶ τρόμος ἐκολλοῦσε τὰ ἄκακα βρέφη εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τούτου. Ἡ νεολαία τοῦ χωρίου, οἱ θαμῶνες τῶν μαγαζειῶν καὶ τῶν καφενείων, δὲν ἔπαυαν ποτὲ νὰ τὸν πειράζουν.

― Εἶσ᾽ ἕνα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· εἶσαι χταπόδι.

Κ᾽ ἐκεῖνος, μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν δεμένην διὰ γλωσσοδέτου μέχρι τῆς ρίζης τῶν ὀδόντων, ἀπήντα:― Ναί, εἶμι ταπόι!… Ἰσὺ εἶσι ταπόι…» (Ναι, είμαι χταπόδι. Εσύ είσαι χταπόδι.)

Το διήγημα Γουτού Γουπατού δημοσιεύτηκε την Πρωτοχρονιά του 1899. Ανήκει στην τρίτη περίοδο της συγγραφικής δράσης του Παπαδιαμάντη, η οποία έχει χαρακτηριστεί περίοδος λυρισμού και πάθους, με ήρωες μετανάστες, ορφανά και γενικά αδύναμες ομάδες του πληθυσμού.

Ο συγγραφέας, χωρίς κανένα μελοδραματισμό, με προσοχή, σεβασμό και ευαισθησία, μας αφηγείται ένα επεισόδιο από τη ζωή του ανάπηρου Μανόλη, χωρίς να αποκλείει τα κωμικά στοιχεία που προκύπτουν, ίσως ως αναπόφευκτα ‘ανθρώπινο’, ίσως και σαν την μοναδική διέξοδο του θεατή, αναγνώστη, ή ακροατή. Ο περίτεχνος τρόπος επεξεργασίας του κωμικού στοιχείου καθιστά το συγκεκριμένο έργο υπόδειγμα μεγάλης δεξιοτεχνίας και απαράμιλλου ήθους.  Ένα κείμενο με εκπληκτική ανθεκτικότητα και επίκαιρη πνοή.