Η Νατάσα Τριανταφύλλη κάνει σταθερά βήματα στο θέατρο. Διαθέτει αξιόλογη θητεία ως βοηθός σημαντικών σκηνοθετών, άρα αποτελεί και μαθήτριά τους, ενώ χτίζει και τις προσωπικές της σκηνοθεσίες με υπομονή και μεθοδικότητα. Το 2013 σκηνοθέτησε για πρώτη φορά στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, ενώ μετά παρουσίασε άλλες δύο παραστάσεις κλασικών έργων στο Θέατρο Τέχνης και το Μουσείο Μπενάκη.

Αυτό το διάστημα επανέρχεται στο Θέατρο Τέχνης της Φρυνίχου, όπου στην τέταρτη προσωπική σκηνοθεσία, φέρνει στην σκηνή τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, με πρωταγωνιστή το Ρένο Χαραλαμπίδη. Με αφορμή το συγκεκριμένο ανέβασμα, αναφέρεται στο πολυδιάστατο αυτό έργο, τον τρόπο που «διαβάζει» τα κείμενα ως δημιουργός, αλλά και την θεατρική της πορεία μέχρι σήμερα.


– Ο Ιούλιος Καίσαρας του Σαίξπηρ ανεβαίνει στο Θέατρο Τέχνης. Πείτε μας λίγα λόγια για το συγκεκριμένο ανέβασμα και πώς θελήσατε να το παρουσιάσετε σκηνοθετικά.

Η παράσταση ξεκινάει στον δρόμο έξω από το θέατρο, λίγο πιο κάτω από το άγαλμα του Μακρυγιάννη, κάτω από την Ακρόπολη, λίγο νοτιότερα από το μνημείο του Λυσικράτη. Η πόλη και ο λαός είναι ίσως ο πιο κρυφός ήρωας του έργου. Είναι αυτός στον οποίο απευθύνονται όλοι οι υπόλοιποι ήρωες. Είναι το κέντρο.

Στην παράσταση που ετοιμάζουμε στο Θέατρο Τέχνης, το πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό είναι ότι οι διαφορετικοί χαρακτήρες αυτού του πολύπλοκου πολιτικά και φιλοσοφικά έργου, οι διαφορετικές προσδοκίες των ηρώων συγκεντρώνονται στην υπόσταση ενός. Του βασικού ήρωα της παράστασης που μέσα στο συνειδητό και ασυνείδητό του, μάχονται και πάλλονται όλα τα διαφορετικά «θέλω» του Καίσαρα, του Βρούτου, του Κάσσιου, του Αντώνιου. Ο Ρένος Χαραλαμπίδης, σαν κάθε σύγχρονος άνθρωπος κινείται στην παράσταση στις διαφορετικές οπτικές, στους διαφορετικούς άξονες των ρόλων αλλά και του εαυτού του. Παλινδρομεί ανάμεσα σε κάθε πτυχή, δικαιολογεί κάθε διαφορετική προσωπικότητα, δίνοντας μια προσωπική μάχη επιλογής. Τέσσερις μοναχικοί άντρες συναντιούνται με τα ξίφη τους, στην φαντασία του ενός. Το σύμπαν αυτό του ενός, επισκέπτονται και οδηγούν οι μαθητές της σχολής του Θεάτρου Τέχνης, ο ρυθμός και η μουσική.

– Τι προβληματισμούς και παραλληλισμούς σάς γεννά προσωπικά η δημοφιλής ιστορία του «αυτοκράτορα», σε αντιδιαστολή και με την πολιτικά ρευστή εποχή που διανύουμε;

Το παράξενο είναι ότι δεν πρόλαβε να γίνει αυτοκράτορας! Αυτός ο μεγάλος περιπετειώδης στρατηλάτης, που κέρδισε εκατοντάδες μάχες, που έζησε μια τυχοδιωκτική ζωή, που πέρασε τον Ρουβίκωνα, που συνάντησε τον θάνατο τόσες φορές, δολοφονήθηκε εκτός μάχης, στο πολιτικό μέτωπο, λίγο πριν γίνει αυτοκράτορας. Κατέκτησε τόσα μέρη, μέσα σ’ ένα περιβάλλον εμφυλίου πολέμου να συντηρείται στη Ρώμη, μέσα σ’ ένα καθεστώς πολύ έντονης πολιτικής εντροπίας.

Η αλήθεια είναι ότι θέλησε να συγκεντρώσει εξουσίες στον εαυτό του, επιστρέφοντας στη Ρώμη, χτίζοντας εσκεμμένα ή όχι την απειλή της απόλυτης εξουσίας. Αυτό πυροδότησε την αντίδραση , όλων όσων με αγνές προθέσεις θέλησαν να υπερασπιστούν την δημοκρατία, ίσως κρύβοντας πολιτικές φιλοδοξίες, μην έχοντας κανένα ηγετικό – ούτε καν διαδικαστικό – περαιτέρω σχέδιο διακυβέρνησης. Προτάσσοντας το ηθικό πλεονέκτημα, πείθουν προσωρινά το λαό, όμως ο ρους της Ιστορίας τούς διαψεύδει γιατί ο εμπνευσμένος ηγέτης πάντα νικάει τον ηθικό πολιτικό! Το πνευματικό χάος, η έλλειψη προσανατολισμού μετά τον θάνατο του Καίσαρα, και ένας ακόμα εμφύλιος πόλεμος που συνεχίζεται, κατά κάποιο τρόπο δικαιώνουν το πνεύμα του Καίσαρα!

Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε τέτοιο σημείο του κύκλου της ιστορίας, όπου αρχίζουμε να χάνουμε τον εχθρό. Υποφέρουμε, πολεμάμε αλλά ποιόν; Αρχίζουμε να αλλοιώνουμε το καλό, και να αποδεχόμαστε το κακό. Δεν πιστεύω ότι είναι μια τελική φάση, αλλά μια απαραίτητη διαδικασία. Αναζητούμε εναγωνίως τους νέους εμπνευσμένους Καίσαρες μας, σε όλα τα επίπεδα!

– Πώς επιλέχθηκε ο Ρένος Χαραλαμπίδης για να ενσαρκώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και πώς χτίστηκε η συνεργασία σας κατά τη διάρκεια της δημιουργίας της παράστασης;

Επιλέχθηκε, μοιραία! Δεν ερμηνεύει μόνο τον Ιούλιο Καίσαρα, αλλά και τον Βρούτο, τον Κάσσιο, τον Αντώνιο και άλλους σημαντικούς ρόλους! Γνωρίζοντας τον και δουλεύοντας μαζί του, τολμώ να πω πως είναι ένας… κβαντικός καλλιτέχνης!

Ιδιαίτερα γενναιόδωρος, κυρίως γιατί νομίζω ότι έχει διατηρήσει, ίσως και πληρώσει, το δικαίωμα να κινείται στη ζωή, στο σινεμά, και στην τέχνη… βάση της αρχής της απροσδιοριστίας του Heisenberg!  Σχεδόν την επιβεβαιώνει! Στην παράσταση ταξιδεύει στα παράλληλα σύμπαντα του κάθε ρόλου με αμεσότητα και διεισδυτικότητα! Και ναι… με μια βαθιά ανάγκη! Δεν ξέρω αν ευθύνεται γι’ αυτό το ότι είναι και ο ίδιος δημιουργός εκτός από καλός ηθοποιός, αλλά θαυμάζω πάρα πολύ ότι στις πρόβες δουλεύει και κινείται από ανάγκη ψυχική και πνευματική! Κι όχι από διεκπεραίωση ή από ύποπτο επαγγελματισμό, που μας απειλεί τελευταία.

Είναι χαοτικό να πρέπει να ερμηνεύσεις και το θύμα και τους θύτες, ενώ παράλληλα να διηγηθείς την ιστορία. Ο ποιητικός πυρήνας της προσωπικότητας και του ταλέντου του Ρένου, καταφέρνει να δει και να ερμηνεύσει όλους τους ρόλους, σε έναν κοινό τόπο. Τον ανθρώπινο. Εκεί που όλοι έχουν δίκιο, πάθη, νίκες και ήττες. Η συνεργασία μας χτίστηκε συνωμοτικά!

– Μιλήστε μας περισσότερο για την επιλογή του σημαντικού συνθέτη Ludovico Einaudi ως προς την σύνθεση της μουσικής της παράστασης.

Με μαγεύει η μουσική του! Έχει μια απλότητα αλλά και μεγάλη υπερβατικότητα! Επέτρεψα σε αυτή την μαγεία να με οδηγήσει. Τόλμησα να ψάξω να τον βρω και ίσως… το πνεύμα του Καίσαρα μου χάρισε αυτό το δώρο. Είναι μια βαθιά ευγενική προσωπικότητα, που χαρίζει απλόχερα έμπνευση. Στην παράσταση παίζει ζωντανά κρουστά ο δαιμόνιος Πέτρος Κούρτης, ο οποίος εξελίχθηκε σε σπάνιο συνεργάτη. Ήθελα στο τρίτο μέρος, να ακουσθεί όμως μια μελωδία, η μελωδία του Καίσαρα, ο απόηχος του. Νιώθω ότι η μελωδία που μας χάρισε ο Ludovico στον Καίσαρα, κρύβει μέσα της δύναμη και μαγεία.

– Στην τέταρτη προσωπική σας σκηνοθεσία καταπιάνεστε με ένα ακόμη κλασικό κείμενο. Ως δημιουργός σας αφορά περισσότερο να αναδεικνύετε την διαχρονικότητα κλασικών έργων ή να αναζητάτε εντελώς καινούργιους δρόμους;

Ως δημιουργός έχω την ανάγκη έμπνευσης και επικοινωνίας. Δεν με απασχολεί, για να είμαι ειλικρινής ούτε η πρωτοτυπία, αλλά ούτε και η επαλήθευση του αυτονόητου. Τα κλασσικά κείμενα είναι αυτόφωτα, δεν περιμένουν κανέναν να τα αναδείξει. Εμείς κλέβουμε από το φως τους. Δίνω το δικαίωμα στον εαυτό μου, να μην ενοχλείται αν ο δρόμος είναι χωματόδρομος, λεωφόρος ή σοκάκι, καινούριος ή παλιός. Αρκεί να αισθανθώ ότι αξίζει να τον ταξιδέψω.

– Οι σπουδές σας πάνω στην Κοινωνιολογία πώς επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε τα θεατρικά κείμενα και κατά συνέπεια εργάζεστε πάνω σε αυτά;

Βέβαια και με επηρέασαν γιατί έθρεψαν το κύτταρο της προσωπικότητας μου, που επιθυμεί να ατενίσει διακαώς τον μακρυνότερο δυνατό ορίζοντα γεγονότων. Με ιντριγκάρει η διαφορετική πλοκή που χτίζεται όταν δεις τα γεγονότα από πολύ μεγάλη απόσταση. Και σε συνάρτηση με την εστίαση, που χρησιμοποιείται σαν εργαλείο από  την ψυχολογία για παράδειγμα, ναι μεν κερδίζεις το βάθος πεδίου, ναι μεν περπατάς σε κρυμμένες και σκοτεινές γωνιές της ψυχής, που έχουν κι αυτές την καλλιτεχνική τους γοητεία, αλλά χάνεις το Μεγάλο Σχέδιο και τις αποκαλυπτικές, ανατρεπτικές συχνά, οπτικές. Η Κοινωνιολογία με ανάγκασε να αναζητώ το πεδίο εργασίας, στις παραστάσεις, το οικόπεδο. Το χτίσιμο μετά, είναι δουλειά φαντασίας, έμπνευσης , συνεργασίας… και ευτυχώς τύχης!

– Έχετε θητεύσει στο πλευρό σημαντικών σκηνοθετών όπως ο Γ. Χουβαρδάς και ο Λ. Βογιατζής. Ποια θα λέγατε πως είναι τα μεγαλύτερα «κέρδη» από τέτοιες συναντήσεις;

Ναι, είμαι η μοναδική απόφοιτος αυτής της φαντασιακής σχολής σκηνοθεσίας, όπως λέω! Νιώθω πολύ τυχερή που γνώρισα σημαντικούς σκηνοθέτες και δούλεψα μαζί τους! Κέρδισα πολλές ώρες πρόβας σαν παρατηρητής, σαν μαθήτρια, μου δώρισαν την σκέψη τους, τα αδιέξοδα τους. Ταξίδεψα ταχύτατα, και ίσως βίαια, σε πολλές «πόλεις» του θεατρικού κόσμου. Έκλεψα έμπνευση.

Ήμουνα βέβαια ακόμα πιο τυχερή, που δεν εγκλωβίστηκα, από την υπέρμετρη γοητεία που νιώθεις όταν δουλεύεις με μύθους. Ας πούμε, όταν σε ρωτάει κάθε μέρα τη γνώμη σου για την σκηνή ο Bob Wilson, τη συζητάς μαζί του, και συμμετέχεις ενεργά στο όραμα του, πρέπει να βρεις την γενναιότητα να φτιάξεις μέσα σου δύο δρόμους διαφορετικής ταχύτητας. Στον έναν νιώθεις η «σπουδαία» που δουλεύει με έναν τέτοιο μεγαλειώδη καλλιτέχνη, στον άλλο όμως δικής σου προσωπικής φωνής, αλλοίμονο σου, αν δεν συνειδητοποιήσεις ότι είσαι στο «πρώτο σκαλί». Αλλιώς γίνεσαι ένα καλλιτεχνίζον ψώνιο, με πολύ δυνατά ονόματα στο βιογραφικό του, και μηδέν αποτέλεσμα!

Από τον Λευτέρη Βογιατζή θα θυμάμαι πάντα το φλερτ που είχε – επιμελώς-  με τα όρια! Τα όρια των ηθοποιών, τα όρια του χρόνου, της φαντασίας, και κυρίως του εαυτού του. Ήταν ένας μοναδικός και μοναχικός εξερευνητής ορίων.

Με τον Γιάννη Χουβαρδά δεν βλέπω να σταματάει η θητεία πουθενά! Το μεγαλύτερο κέρδος είναι ότι το μέγεθος της προσωπικότητας του, του ταλέντου του, και της γενναιοδωρίας του μου ζητάνε, μην πω απαιτούνε, να ανοίγω τα φτερά μου για όλο και ψηλότερες πτήσεις!

– Ετοιμάζετε κάτι για το προσεχές μέλλον, μετά τον «Ιούλιο Καίσαρα»;

Ένα «ταξίδι στο Διάστημα»! Λίγο πριν φύγω για κάποιον άλλο γαλαξία όμως, μετά την πρεμιέρα του Ιούλιου Καίσαρα, ακολουθεί η πρεμιέρα της όπερας Υπόθεση Μακρόπουλου με τον Γιάννη Χουβαρδά, στην Λυρική Σκηνή.


Διαβάστε επίσης:

Ιούλιος Καίσαρ, του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στο Θέατρο Τέχνης