Το πρόσωπο του Τζάσπερ Γκουίν διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία με τα οποία ο αναγνώστης θα μπορούσε να δει ομοιότητες με το πρόσωπο του ίδιου του συγγραφέα. Ο εξαιρετικός αφηγητής Μπαρίκκο που μας έχει συνηθίσει σε βιβλία με πολύ καίριες καταθέσεις και αφηγηματική δεξιοτεχνία εδώ μοιάζει να ξεδιπλώνει μία κάποια δική του αγωνία ή την αγωνία του εκάστοτε συγγραφέα για το ίδιο του μέλλον. Μπορεί ένας συγγραφέας να σταματήσει να γράφει, μπορεί να αντέξει αυτή το βάσανο για τον ίδιο του τον εαυτό εφόσον η γραφή είναι για αυτόν ότι ο καμβάς για τον ζωγράφο και οι νότες για τον μουσικό; Ο Γκουίν είναι η προσωποποίηση ενός προβληματισμού και μιας ενδόμυχης ανησυχίας, ένα διαρκές και αέναο ερωτηματικό που πλανάται πάνω από τον δημιουργό.

Ένας σαγηνευτικός ήρωας της γραφής

Η ιστορία που μας αφηγείται ο Μπαρίκκο είναι γεμάτη συναίσθημα, καταθέσεις ψυχής, ευφυές χιούμορ από την πλευρά του πρωταγωνιστή, είναι όμως παράλληλα και μία προσπάθεια του συγγραφέα να αναμετρηθεί με τον καθρέφτη του και να θέσει εις εαυτόν τα ερωτήματα που τον απασχολούν μέσα από μία αφήγηση που μοιάζει πολύ αληθοφανής. Ο συμπρωταγωνιστής ατζέντης Τομ είναι ένα πρόσωπο κλειδί στην υπόθεση αυτή της περισυλλογής και του αναστοχασμού εκ μέρους του Γκουίν, ίσως να είναι αυτός τελικά που με την ενοχλητική επιμονή του προσφέρει απλόχερα το κλειδί της επανεκκίνησης στον Γκουίν. Ο Γκουίν, ο Μίστερ Γκουίν είναι ένας πολύ εκκεντρικός, ιδιότροπος και ενδιαφέρων τύπος, μία προσωπικότητα διαφορετική από τον κοινό παρονομαστή, όχι μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως συγγραφέας αλλά και του ίδιου του χαρακτήρα, κυκλοθυμικός, παράξενος αλλά και γοητευτικός όπως θα αποδειχτεί.

Ενδιαφέρον έχει η συμμετοχή τη γηραιάς κυρίας με το καπελάκι που μοιάζει με από μηχανής θεό που έρχεται την κατάλληλη στιγμή για να βγάλει τον Μίστερ Γκουίν από το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ως προς το συγγραφικό του μέλλον. Στο πρόσωπό της βρίσκει το άλλο αντικλείδι που ξεκλειδώνει την έμπνευση και την αυτολύτρωσή του από τα δεσμά της σκέψης του να απέχει από την συγγραφή. Η συνάντηση αυτή θυμίζει κάλεσμα της μοίρας, σαν η θεά Αθηνά – γνωστή για την σοφία της – να έστειλε απεσταλμένη για να τον ταρακουνήσει και να τον νουθετήσει. Αυτή η γηραιά κυρία, σεμνή και ταπεινή, ήρθε την κατάλληλη στιγμή να αναλάβει τον ρόλο του μέντορα, να τονώσει το ηθικό και την αυτοπεποίθησή του, να του πειράξει τα καλώδια του μυαλού του και να τον επαναφέρει στις ράγες της παραγωγής και της δημιουργίας.

«Όλες οι οριστικές μας αποφάσεις λαμβάνονται ενώ βρισκόμαστε σε μια ψυχολογική κατάσταση που δεν πρόκειται να διαρκέσει πολύ«. Και πράγματι ο Μίστερ Γκουίν βάζει σε πλήρη εκκίνηση την ιδέα των ζωντανών πορτρέτων ξεκινώντας με την Ρεβέκκα. Είναι ίδιον των ζωγράφων, κυρίως στα πλαίσια μιας ακαδημαϊκής ζωγραφικής που μας χάρισε η αναγεννησιακή και η σύγχρονη ζωγραφική, να έχουν μπροστά τους ζωντανά μοντέλα και να αντλούν έμπνευση από το θέαμα που είχαν ενώπιόν τους. Πόσο άραγε αυτή η ιδέα μπορεί να μεταλαμπαδευτεί και να μεταδοθεί σε έναν συγγραφέα, πόσο μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο και να παράγει αποτελέσματα; Είναι κάπως παράδοξο και δύσκολο ως εγχείρημα όμως αυτή η πρόκληση της αμφιβολίας περί της επιτυχίας του εγχειρήματος προσφέρει στον συγγραφέα το κίνητρο να το δοκιμάσει.

Με την Ρεβέκκα, να είναι η πρώτη μούσα του, το πλάνο μπαίνει σε εφαρμογή και με έναν πολύ ιδιότροπο και ιδιόμορφο τρόπο παρέα με τις λάμπες της Αικατερίνης των Μεδίκων που του προμήθευε ένας γεράκος τεχνίτης, ο Μίστερ Γκουίν αναμετράται με την ίδια του την εγκεφαλική λειτουργία και επιστρατεύει όλα εκείνα που χρειάζεται, όχι τα πινέλα αλλά τα νοητικά εργαλεία, για να φέρει εις πέρας το έργο που έχει υποσχεθεί στον εαυτό του. «Κάθισε και έμεινε να την κοιτάζει ώρα πολλή. Όπως δεν το είχε κάνει ποτέ ως τότε, παρακολουθούσε από κοντά τις λεπτομέρειες, τις πτυχώσεις του σώματος, τις αποχρώσεις του λευκού στην επιδερμίδα, τα μικροπράγματα. Δεν τον ενδιέφερε να τα αποτυπώσει στη μνήμη του, δεν θα του χρησίμευαν για το πορτρέτο ου, μέσα όμως από εκείνο το κοίταγμα αποκτούσε μια μυστική εγγύτητα που αντίθετα τον βοηθούσε και τον έπαιρνε μακριά».

Αυτό που κατορθώνει ο Μπαρίκκο είναι να δημιουργήσει ένα συνεχές αίνιγμα για τον ρόλο του συγγραφέα και να τον καθίσει απέναντί του μέσω της επινόησης του ήρωά του και έτσι να τον εξετάσει μήπως και μπορέσει να βρει τις απαντήσεις. Η αναφορά του μέσα στον Μίστερ Γκουίν σε ένα άλλο φανταστικό βιβλίο με τίτλο Τρεις φορές το ξημέρωμα που βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου ως αυτοτελές είναι ίσως η πιο τρανή απόδειξη πως ο Μπαρίκκο παίζει με τις λέξεις και επιχειρεί να ερμηνεύσει τον ήρωά του και να δώσει απαντήσεις σε προκλήσεις και ερωτήματα. Σε κάθε περίπτωση, ο καθείς μπορεί να δώσει την δική του ερμηνεία αλλά είναι βέβαιο πως ο Μπαρίκκο έχει το μαγικό χάρισμα να αιχμαλωτίζει και να γοητεύει τον αναγνώστη μετά τα ταξίδια του, σαν άλλος Γκιούλιβερ, στον χώρο της μυθοπλασίας που αγγίζει την πραγματικότητα.


Αποσπάσματα

«Πρέπει να προσέχουμε όταν είμαστε νέοι γιατί το φως μέσα στο οποίο κατοικούμε στα νιάτα μας θα είναι το φως μέσα στο οποίο θα ζούμε για πάντα, κι αυτό για έναν λόγο που εκείνος δεν είχε καταλάβει ποτέ του»

«Για πόσα πράγματα είμαστε ικανοί, σκέφτηκε. Να ωριμάζουμε, ν’ αγαπάμε, να κάνουμε παιδιά, να γερνάμε – κι όλα αυτά ενώ είμαστε αλλού, στη μακριά αναμονή μιας απάντησης που δε δόθηκε ποτέ ή μιας πράξης που δεν ολοκληρώθηκε».


Διαβάστε επίσης:

Μίστερ Γκουίν – Αλεσσάντρο Μπαρίκκο