Το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης την Πέμπτη 21 Απριλίου 2016 διοργανώνει βραδιά αφιερωμένη στον Ανδρέα Μπέλλη, συνεργάτη του Μιχάλη Κακογιάννη στην ταινία Γλυκειά Πατρίδα, ως Διευθυντής Φωτογραφίας, και τη θεατρική παράσταση με το έργο Ναν του Άλαν Εϊκμπορν (1990) ως Σχεδιαστής Φωτισμών Θεάτρου.

Αφορμή για τη βραδιά είναι η απόφαση του Ανδρέα Μπέλλη να προσφέρει στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης την κινηματογραφική κάμερα που χρησιμοποιήθηκε στα γυρίσματα της ταινίας Γλυκειά Πατρίδα. Το ΙΜΚ αποδεχόμενο με χαρά την προσφορά της κάμερας, θα τη συμπεριλάβει στα αντικείμενα που συνδέονται με τη ζωή και το έργο του ιδρυτή του και θα την εκθέτει σε μόνιμη βάση και σε ειδική προθήκη στους χώρους του.  

Ο Ανδρέας Μπέλλης αυτοβιογραφείται:

Γεννήθηκα στην Αθήνα, σπούδασα στο Παρίσι φυσική, χημεία, μαθηματικά στην Faculte des Sciences, κινηματογράφο στην Ecole National de la Cinematographie και Stockhlm Film Sociology.
Διεύθυνση φωτογραφίας σε ταινίες και τηλεοπτικές παράγωγες σε Γαλλία, Σουηδία, ΗΠΑ, Λίβανο και Ελλάδα.
Από το 1982 έχω φωτίσει πολλές θεατρικές παραστάσεις. Έχω συνεργαστεί με πολλούς σκηνοθέτες, θεατρικά σχήματα, μουσικές σκηνές, χοροθέατρα καθώς και με κρατικές και δημοτικές σκηνές. Και συνεχίζω…

Το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, με την ευκαιρία της προσφοράς του Α. Μπέλλη, επέλεξε ως καταλληλότερη ημερομηνία για την βραδιά, τη σημαδιακή ημερομηνία της 21ης Απριλίου, επέτειο της κατάλυσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα το 1967, και  προβάλει την τόσο ταιριαστή ταινία του Μ. Κακογιάννη, Γλυκειά Πατρίδα, που αναφέρεται στην κατάλυση της δημοκρατίας από τον στρατηγό Πινοσέτ, στη Χιλή, το 1973. (Πέμπτη 21 Απριλίου 2016, στις 18:30, Ελεύθερη είσοδος).

Την προβολή θα ακολουθήσει η ανοικτή συζήτηση «Γλυκειά Πατρίδα: Μνήμες Κινηματογράφου-Μνήμες Δικτατορίας»  στην οποία, εκτός των άλλων διακεκριμένων ομιλητών, συμμετέχουν ο τιμώμενος Ανδρέας Μπέλλης, ο συνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος -σε μία από τις σπάνιες εμφανίσεις του, ο οποίος έγραψε τη μουσική για τη συγκεκριμένη ταινία, και ο ηθοποιός Αλέξανδρος Μυλωνάς που παίζει σε αυτήν.

Στη συζήτηση «Γλυκειά Πατρίδα: Μνήμες Κινηματογράφου-Μνήμες Δικτατορίας» την Πέμπτη 21 Απριλίου 2016, στις 21:30, με Ελεύθερη είσοδο, συμμετέχουν:

Ανδρέας Μπέλλης, Διευθυντής Φωτογραφίας & Σχεδιαστής Φωτισμών Θεάτρου
Πέτρος Ζούλιας, Σκηνοθέτης
Νίκος Βεργίτσης, Σκηνοθέτης
Σταύρος Ξαρχάκος, Μουσικοσυνθέτης
Αλέξανδρος Μυλωνάς, Ηθοποιός
Γιάννης Δασκαλοθανάσης, Διευθυντής Φωτογραφίας, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Κινηματογραφιστών GSC
Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, Διευθυντής Φωτογραφίας, Αναπληρωτής Καθηγ. ΑΠΘ
Αργύρης Θέος, Διευθυντής Φωτογραφίας

Συντονίζουν: Αργύρης Θέος και Γιάννης Δασκαλοθανάσης

Η ταινία

Γλυκειά Πατρίδα/ Sweet Country
Έγχρωμη, 1986, διάρκεια 148΄, γλώσσα: αγγλική, με ελληνικούς υπότιτλους
Περιπέτεια, Δραματική, Πολιτική

Παραγωγή: Μιχάλης Κακογιάννης
Συμπαραγωγή: Κώστας Αλεξάκης, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Drohojowski Francisco
Σενάριο/ Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κακογιάννης, (βασισμένο στο μυθιστόρημα της Καρολάιν Ρίτσαρντς)
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Ανδρέας Μπέλλης
Μοντάζ: Μιχάλης Κακογιάννης, Ντίνος Κατσουρίδης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Σκηνικά: Αντώνης Κυριακούλης
Κοστούμια: Διονυσία Γαλανοπούλου
Διεύθυνση Παραγωγής: Γιαννούλλα Wakefield-Κακογιάννη

Ηθοποιοί: Τζέιν Αλεξάντερ, Φράνκο Νέρο, Κάρολ Λωρ, Ράντι Κουέηντ, Τζοάννα Πέττετ, Τζον Κόλλουμ, Ειρήνη Παπά, Κάτια Δανδουλάκη, Ζαν-Πιέρ Ωμόντ, Πιέρ Βανέκ, Γιάννης Βόγλης, Δημήτρης Πουλικάκος, Μπέττυ Βαλάση, Γιάννης Κακλέας, Μαριάννα Τόλη, κ.α.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ταινία απεικονίζει τα οδυνηρά γεγονότα της δικτατορίας της Χιλής μετά τη δολοφονία του δημοκρατικά εκλεγμένου Προέδρου της, Σαλβαντόρ Αλιέντε, και την κατάληψη της εξουσίας από το Στρατηγό Πινοσέτ. Η δράση επικεντρώνεται σε δύο οικογένειες που παγιδεύονται από τους στρατιωτικούς. Τα γεγονότα ορμητικά σαρώνουν τη χώρα…

Ο Μιχάλης Κακογιάννης, ολοκλήρωσε την ταινία του Γλυκειά Πατρίδα ανάμεσα σε συζητήσεις για θεατρικές του σκηνοθεσίες με έργα Σαίξπηρ και Σοφοκλή σε θέατρα στο Παρίσι και το Λονδίνο. Κάνοντας το γύρισμα στην Ελλάδα είχε καταφέρει μια θαρραλέα μεταμόρφωση, μετατρέποντας την Αθήνα σε μια πρωτεύουσα της Λατινικής Αμερικής -το πειστικό φόντο για ένα κοσμοπολίτικο σετ παικτών παγιδευμένων στις σκοτεινές ώρες μιας ταραγμένης εποχής σε μια Λατινοαμερικάνικη χώρα.

Για το γύρισμα και την όσο το δυνατό καλύτερα απόδοση του τρόμου της σκηνής στην πλατεία όπου κρατούμενες γυναίκες αναγκάζονται να γυμνωθούν και υπόκεινται σε ψυχολογικά βασανιστήρια, ο σκηνοθέτης επέλεξε να χρησιμοποιήσει ερασιτέχνες ηθοποιούς. Έκανε συνεντεύξεις με ένα μεγάλο αριθμό γυναικών Ελληνίδων αλλά και Αγγλίδων, Γαλλίδων, Αμερικανίδων. Οι περισσότερες δεν είχαν δει ποτέ κινηματογραφική κάμερα. Πόσο μάλιστα να γδυθούν μπροστά σε μία. Για αυτές ούτε η όποια αμοιβή υπήρξε κίνητρο και η «στρατολόγηση», στην αρχή, ήταν πολύ δύσκολη. Τελικά όμως συγκέντρωσε τον απαιτούμενο αριθμό των γυναικών. Μία ήταν πολύ γνωστή συγγραφέας, τρεις καθηγήτριες κολλεγίων, μία δημοσιογράφος, κάποιες φοιτήτριες, άλλες γραμματείς και απλές νοικοκυρές.

Τα γυρίσματα της σκηνής ολοκληρώθηκαν σε πέντε πολύ αγχωτικές ώρες χωρίς να υπάρξουν πρόβες. Ο Μ. Κακογιάννης ήταν πεπεισμένος ότι η απειρία τους στην υποκριτική ήταν ένα πλεονέκτημα, όπως και ότι οι αυθόρμητες αντιδράσεις τους στα τεκταινόμενα θα ξεπερνούσαν το ρεαλισμό του γυμνού σώματος, όπως ακριβώς συμβαίνει με ορισμένα έργα ζωγραφικής.     

Σε συνέντευξή του, στη δημοσιογράφο Σ. Ψαρουδάκη, (περιοδικό Κίνηση των Ολυμπιακών Αερογραμμών, 1985)  με αφορμή τα γυρίσματα στην Ελλάδα και την παρουσία του διάσημου Φράνκο Νέρο στην Αθήνα, διαβάζουμε:

Τον απασχολεί το θέμα της ηθικής δικαιοσύνης; Μ. Κακογιάννης: «Δεν νομίζω πως κανείς ξεκινά μ’ αυτό τον τρόπο. Κανείς δεν ηθικολογεί. Αυτό είναι εντελώς λάθος. Προβάλλεις στον κινηματογράφο τα δικά σου βαθιά συναισθήματα. Θέλω να λέω πως κάθε μου ταινία είναι σαν μια κραυγή. Αυτό που επιδιώκω μέσα από τις ταινίες μου είναι να σοκάρω το κοινό, να τους κάνω να νιώσουν, να τους κάνω να σκεφτούν, για να βγουν από τη σκοτεινή αίθουσα καλύτεροι άνθρωποι».

…. «Βέβαια πρέπει κανείς να αναφέρεται στην (σ. αρχαία) ελληνική τραγωδία. Η τραγωδία των Ελλήνων είναι απεικόνιση της βίας. Αλλά απευθύνεται στην ηθική, δείχνοντας πόσο ανήθικη μπορεί να είναι η ζωή. Επομένως, αν η κάθαρση είναι αποτέλεσμα της φρίκης και ακολουθεί η λύπη, τότε όλα είναι καλά. Αν δεν δείξεις φρίκη δεν δίνεις τη δυνατότητα στο θεατή να συμμετάσχει στη λύπη και στην κάθαρση. Θα έλεγα πολύ θετικά, ότι αυτή είναι η άποψη μου για τη ζωή. Νομίζω πως η κοινωνία δημιουργεί πολύ κακό και αυτό το κακό δείχνεις στην κοινωνία. Αυτό το κάνεις για να δείξεις στον κόσμο πως μπορεί να το διορθώσει. Τους φέρνεις σε τέτοιο σημείο ώστε να τους αναγκάσεις να αντιδράσουν και να κάνουν κάτι γι’ αυτό».