Η Μάρθα Μπουζιούρη, πιστή στην ενασχόλησή της με το θέατρο ντοκιμαντέρ (Τα Ταξίδια της Πηνελόπης – Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Αμάρυνθος – Φεστιβάλ Αθηνών, Traces –DOMEEVENT/Athens Biennale, Υπόθεση Φαρμακονήσι ή Το Δίκαιο του Νερού – Φεστιβάλ Αθηνών/Πειραματική Σκηνή Εθνικού Θεάτρου), καταπιάνεται αυτή τη φορά με το ευαίσθητο θέμα της τρομοκρατίας, αγγίζοντας το πολιτικό μέσα από το ανθρώπινο και καταθέτοντας ένα έργο – ύμνο στη ζωή και ταυτόχρονα ηχηρό μήνυμα κόντρα στη διαιώνιση του φόβου και του μίσους.

Η παράσταση, που αντλεί από το βιβλίο του Grégory Reibenberg (σύντομα αναμένεται η κινηματογραφική μεταφορά του στη Γαλλία), καθώς και από οπτικοακουστικά ντοκουμέντα και συζητήσεις με τον ίδιο τον συγγραφέα, αναμετριέται με την επώδυνη όσο και αισιόδοξη διαδικασία της αναγέννησης μετά την καταστροφή. Ο Grégory δεν είναι ούτε ήρωας ούτε θύμα. Είναι ένας άνθρωπος εν μεταμορφώσει, η προσωπική τραγωδία του οποίου τέμνεται με τη συλλογική πραγματικότητα της ανόδου της τρομοκρατίας και της μισαλλοδοξίας. Δραματουργικά, το”Belle Equipe”ακολουθεί το ταξίδι ενός ανθρώπου ο οποίος ψάχνει το βηματισμό του ανάμεσα στην παλιά του ζωή και στις νέες αναμνήσεις που διψάει να φτιάξει, διαγράφοντας μια θραυσματική, εναλλασσόμενη πορεία από το σκοτάδι προς το φως, και αναδεικνύοντας το πολιτικό μέσα από το ανθρώπινο.


-Η παράσταση Belle Equipe, την οποία σκηνοθετείτε φέτος, βασίζεται στο ομότιτλο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Grégory Reibenberg. Τι συναισθήματα σας γεννήθηκαν όταν το διαβάσατε για πρώτη φορά;

Το Une Belle Equipe μίλησε κατευθείαν στην καρδιά μου. Πήρα στα χέρια μου όχι απλά ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο αλλά ένα μηχανισμό επιβίωσης στα όρια της αυτόματης γραφής, χωρίς ίχνος ωραιοποίησης ή μελοδραματισμού. Διαβάζοντάς το, παρασύρθηκα σε ένα συναισθηματικό roller-coaster. Είναι ένα έργο που σε βυθίζει στα πιο βαθιά σκοτάδια για να σε πετάξει με δύναμη στο φως. Ειλικρινές και ακατέργαστο, με αλλεπάλληλες δόσεις ωμότητας, μαύρου χιούμορ και αφοπλιστικής τρυφερότητας.

«Πετάω λέξεις και φράσεις στο χαρτί. Με το ζόρι βάζω τελείες και κόμματα. Το γράψιμο είναι ο τρόπος να καταφέρω, αυτός ο καινούργιος άνθρωπος που γίνομαι, και που ακόμη δε γνωρίζω καλά, να κρατηθεί όρθιος. Γράφω για την κόρη μου, την Tess, της το χρωστάω. Γράφω για να μη χάσω την ισορροπία μου. Να μην πέσω», μας λέει ο Grégory ανατέμνοντας τον εαυτό του μετά το ακραίο. Όσο προχωρούσα την ανάγνωση, τόσο μεγάλωνε μέσα μου ο θαυμασμός κι η επιθυμία να γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο από κοντά και να μεταφέρω την ιστορία του στη σκηνή.

-Παρά το γεγονός ότι το βιβλίο αφορά ένα τραγικό γεγονός, που κόστισε τις ζωές πολλών ανθρώπων, διακρίνουμε μια νότα αισιοδοξίας. Πώς επιλέξατε να φωτίσετε αυτήν την πτυχή της ιστορίας με τη σκηνοθετική σας προσέγγιση;

Ο Grégory κατέφυγε στη γραφή ως αντανακλαστικό επούλωσης της δικής του πληγής, και τελικά μας παρέδωσε ένα συγκλονιστικό εγχειρίδιο συμβίωσης με την απώλεια, ένα έργο-ύμνο στη ζωή και ταυτόχρονα ένα ηχηρό χαστούκι κόντρα στη διαιώνιση του φόβου και του μίσους. Έτσι διάβασα το memoir του, κι αυτές τις ποιότητες προσπάθησα να μεταφέρω και στη σκηνή. Κάνοντας τρεις βασικές επιλογές. Η πρώτη έχει σαν στόχο να αποδυναμώσει τη συναισθηματική ταύτιση με ένα πάσχον πρόσωπο, γι’ αυτό και θέλει τον Grégory να ενσαρκώνεται όχι από έναν άνδρα ηθοποιό αλλά από μια μικτή ομάδα ηθοποιών, που ανασυστήνουν θραυσματικά – όπως θραυσματική είναι και η γραφή του βιβλίου του – διαφορετικά σημεία της διαδρομής του από το πένθος προς την αναγέννηση.

Η δεύτερη επιλογή αφορά στο ίδιο το γεγονός του τρομοκρατικού χτυπήματος. Ο Grégory επιλέγει να το εξιστορήσει, λεπτό προς λεπτό, προς το τέλος του βιβλίου. Στην παράσταση, σε αντίθεση με το βιβλίο, το τραυματικό γεγονός τοποθετείται στην αρχή. Είναι το αίτιο, η αφετηρία για την ανοικοδόμηση ενός ανθρώπου, όπως θα τη δούμε να ξεδιπλώνεται στη συνέχεια. Και μαζί με αυτή, παρακολουθούμε ταυτόχρονα την ανοικοδόμηση ενός τόπου, η οποία αποτελεί την τρίτη και τελευταία επιλογή. Τόσο ο Grégory όσο και ο τόπος του δράματος, το café La belle équipe, είναι under construction. Υπόκεινται σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Στον απόηχο ενός βαθιά τραυματικού, μετασχηματιστικού γεγονότος, οι άνθρωποι, οι τόποι, η ίδια η ζωή ξαναγεννιέται από τις στάχτες της και θριαμβεύει.

-Τι σας ώθησε στο να μελετήσετε ειδικά το ζήτημα της τρομοκρατίας;

Η βία, σε κάθε μορφή της, είναι μια θεματική που απασχολεί έντονα τη δουλειά μου. Η βία του εκπατρισμού, η έμφυλη βία, η ρατσιστική βία, η θεσμική βία – η τυφλή βία εν προκειμένω, ως προϊόν πρωθύστερης βίας, μισαλλοδοξίας, φανατισμού. Είναι αλήθεια πως είναι η πρώτη φορά που καταπιάνομαι στο θέατρο με ένα ζήτημα που φαντάζει τόσο ‘μακριά’ από την ελληνική πραγματικότητα. Γιατί η απειλή της τρομοκρατίας – ως καρπός εξτρεμιστικής ιδεολογίας στο όνομα μιας παραχαραγμένης πίστης – είναι ξένη σε εμάς. Δεν μας έχει βάλει στο στόχαστρο, δεν μας έχει τραυματίσει, δεν μας έχει μπολιάσει με το φόβο. Ακόμα.

Στις 13 Νοεμβρίου του 2015 πρόλαβα να φοβηθώ για 3-4 φίλους εγκατεστημένους στο Παρίσι. Η ανησυχία μου εξατμίστηκε λίγη ώρα αργότερα, μετά την επικοινωνία μας μέσω τηλεφώνων και social media. “Marked themselves as safe” διάβαζα στα ατελείωτα newsfeed του Facebook που διαδέχονταν το ένα το άλλο μέχρι τα ξημερώματα. Κι όσοι δεν ήταν ασφαλείς; Όσοι δεν στάθηκαν τυχεροί; Τίνος φίλοι ήταν; Από τύχη δεν ήταν δικοί μου φίλοι. Σε πολιτικό, ανθρώπινο αλλά και υπαρξιακό επίπεδο, με συνταράζει αυτή η εκδοχή της τυφλής, ακραίας βίας που σε μια στιγμή στέρησε τη ζωή σε 130 ανθρώπους.

-Είχατε την ευκαιρία να συναντηθείτε με τον συγγραφέα Grégory Reibenberg. Πώς επηρέασε αυτή η γνωριμία τη σκηνοθετική σας οπτική πάνω στο έργο;

Όταν έπεσε στα χέρια μου το Une Belle Equipe του Grégory, μου γεννήθηκε η επιθυμία, πριν από οτιδήποτε άλλο, να γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο. Μου ήταν καθαρό από την αρχή ότι δεν ήθελα απλώς να διασκευάσω ένα βιβλίο για το θέατρο. Τον αναζήτησα λοιπόν στο Facebook και του έστειλα ένα αυθόρμητο μήνυμα ζητώντας να γνωριστούμε. Συναντηθήκαμε στο Παρίσι, το Νοέμβριο του 2019, κοντά στις μέρες της επετείου. Του εξήγησα πως θα ήθελα να μεταφέρω την ιστορία του στη σκηνή έχοντάς τον στο πλάι μου σε όλη τη διαδρομή. Αντιλαμβανόμουν πως του απευθύνω ένα ευαίσθητο αίτημα. Αναμετριόμουν με τους κινδύνους που συνεπάγεται η μεταγραφή ενός βαθιά τραυματικού βιώματος σε καλλιτεχνικό έργο, όταν μάλιστα εμπλέκει τα πραγματικά πρόσωπα στη δημιουργική διαδικασία. Ο Grégory ανταποκρίθηκε με εμπιστοσύνη, λέγοντάς μου πως η πρόθεσή μου να κάνω την ιστορία του παράσταση, τον συγκινεί. Μου παραχώρησε τα δικαιώματα του έργου του, αλλά κυρίως μου έδωσε τον χώρο να τον πλησιάσω, μαλακά, προσεκτικά, και να γνωρίσω έναν άνθρωπο δυνατό, γενναιόδωρο, με αιχμηρή πολιτική σκέψη και πηγαία αίσθηση του χιούμορ. Να συνδεθώ μαζί του με έναν τρόπο που υπερβαίνει τη σύντομη ζωή μιας παράστασης. Από εκείνη την πρώτη συνάντηση έχουν μεσολαβήσει πάνω από δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η παράσταση Belle Equipe πήρε σχήμα μέσα από συζητήσεις, video-κλήσεις, ανταλλαγές μηνυμάτων και υλικά από το προσωπικό αρχείο του παλιού και του νέου Grégory. Έχοντας σε κάθε της βήμα στο μυαλό μου πως εκείνος έχει αποφασίσει να είναι παρών όταν αυτή θα ζωντανέψει στη σκηνή.

-Ποιες είναι ορισμένες από τις προκλήσεις που αντιμετωπίσατε χρησιμοποιώντας τη φόρμα του θεάτρου ντοκιμαντέρ;

Το θέατρο ντοκιμαντέρ είναι γεμάτο προκλήσεις, σε τόσα πολλά επίπεδα. Κι αυτό δεν το λέω αποθαρρυντικά. Ίσως μάλιστα αυτό είναι που το καθιστά τόσο γοητευτικό στα μάτια μου. Είναι ένα πεδίο άγνωστο, ανοιχτό στην πιθανότητα. Όλα ξεκινούν από μια λευκή σελίδα και χρειάζεται να διανύσει κανείς ένα μεγάλο, απρόβλεπτο ταξίδι μέχρι να φτάσει να ακουμπήσει ένα έργο στη σκηνή. Το ταξίδι αυτό συνεπάγεται αναζήτηση και εξασφάλιση πόρων για έρευνα/ανάπτυξη – κάτι όχι ακόμα αυτονόητο στην Ελλάδα – έρευνα αρχείου και πεδίου, αλλαγές πορείας, συναντήσεις και ανταλλαγές με ανθρώπους πέρα από τους καλλιτεχνικούς συνεργάτες, αργοπορίες, ματαιώσεις και νέους ενθουσιασμούς. Συνεπάγεται τριβή με τον πραγματικό κόσμο – συχνά μακριά από το ‘σπίτι’ – και όχι δημιουργική απομόνωση σε έναν προστατευμένο χώρο εργασίας. Την ίδια στιγμή, κουβαλά τεράστιο ηθικό και συναισθηματικό βάρος το γεγονός ότι η δουλειά μας προκύπτει από ανθρώπους που μας εμπιστεύονται την ιστορία τους, το βίωμά τους, ειδικά όταν αυτό έχει ένα φορτισμένο ή τραυματικό πυρήνα. Θέλω να πιστεύω πως η εμπειρία μου στο πεδίο της εθνογραφίας με έχει βοηθήσει σημαντικά στο να δημιουργώ, ξεκινώντας, σχέσεις εμπιστοσύνης, και να μην βλάπτω στην πορεία, συναισθηματικά ή ηθικά, εκείνους οι οποίοι με εμπιστεύτηκαν. Και ευτυχώς, αυτή μου η αγωνία παραμένει κάθε φορά καινούρια.

-Πώς κρίνετε τον τρόπο προβολής τρομοκρατικών επιθέσεων με θρησκευτικό πρόσημο από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης παγκοσμίως; Πιστεύετε πως τα κριτήρια με βάση τα οποία αποτυπώνονται τα γεγονότα είναι αμιγώς δημοσιογραφικά;

Σε κάποιο σημείο του βιβλίου του, ο Grégory αναφέρει πως ένα Γαλλικό κανάλι κατέφτασε λίγα λεπτά μετά τις επιθέσεις και άρχισε να παίρνει εικόνες από τον ‘τόπο του δράματος’. «Με ποιο δικαίωμα μεταδίδουν αυτές τις εικόνες; Με ποιο δικαίωμα δείχνουνε τη μούρη μου την ώρα που ουρλιάζω; Ζούμε σε μια χώρα όπου ένα τηλεοπτικό κανάλι μπορεί να έρθει να τραβήξει το θάνατό σου σε απευθείας μετάδοση, κι έπειτα να πουλήσει αυτό το βίντεο στους πελάτες του!», αναφωνεί.

Έχω κι εγώ πολλές επιφυλάξεις για τον τρόπο που τα ΜΜΕ προβάλουν το πραγματικό ως είδηση-πληροφόρηση, πόσο μάλλον το ‘ακραίο πραγματικό’. Λόγω της φύσης, της οικονομικής και τεχνικής τους δομής, της ταχύτητας και της μαζικής τους απεύθυνσης, δεν υπάρχει εύκολα χώρος για να χωρέσει ο Άνθρωπος χωρίς να θυματοποιηθεί ή δαιμονοποιηθεί αντίστοιχα. Αυτός ήταν και o λόγος που αναζήτησα και βρήκα τελικά το φυσικό μου χώρο στο θέατρο ντοκιμαντέρ, μπολιάζοντάς το με τους μεθοδολογικούς και ηθικούς κώδικες της ανθρωπολογίας. Όταν λοιπόν ξεκίνησα να ερευνώ το θέμα της τρομοκρατίας, και τις σύνθετες πτυχές της ριζοσπαστικοποίησης, του φονταμενταλισμού ή του ακραίου Ισλάμ, θέλησα να προσεγγίσω ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα μέσα από την ανθρώπινη διάστασή του. Αυτό επιδίωξα να καταφέρω με το Belle Equipe, επιλέγοντας να δω τον Grégory όχι ως θύμα ή ήρωα, αλλά ως έναν άνθρωπο του οποίου η στάση ζωής, πριν αλλά και μετά τα χτυπήματα – ο μικτός γάμος ενός Εβραίου με μια μουσουλμάνα, η πολιτισμικά ετερόκλητη ‘ωραία ομάδα’ των φίλων και συνεργατών του, η απόφασή του να ξανανοίξει το La Belle Equipe, η απόφανσή του «Δεν έχω μίσος για τους τρομοκράτες, μόνο μίσος για τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο» – δίνει το πιο ηχηρό μήνυμα κόντρα στη διαιώνιση του φόβου και του μίσους.

-Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας τα μελλοντικά σας σχέδια;

Αμέσως μετά, καταπιάνομαι με την επόμενη παράστασή μου, με προσωρινό τίτλο La Cité des enfants perdus. Η παράσταση αποτελεί το δεύτερο μέρος της άτυπης τριλογίας για την τρομοκρατία που ξεκίνησε με το Belle Equipe, εστιάζοντας αυτή τη φορά στη ριζοσπαστικοποίηση και ένταξη νέων στο ISIS: νεαρά κορίτσια και αγόρια 16, 18, 20 ετών, Ευρωπαίους πολίτες, που καταρρίπτουν το προφίλ του εισαγόμενου μουσουλμάνου τρομοκράτη και μας ‘αναγκάζουν’ να αναλογιστούμε πώς και γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο. Με τη βοήθεια του Γαλλικού Ινστιτούτου και της Cité internationale des arts στο Παρίσι που με στήριξαν ως υπότροφο καλλιτέχνη, προχωράω στην υλοποίησή της παράστασης, που έχει σαν στόχο να παρουσιαστεί στη Γαλλία μέσα στο 2023. Παράλληλα, βουτάω ενθουσιασμένη σε βαθιά γνωστά-άγνωστα νερά, επιχειρώντας το πρώτο μου κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ σε συμπαραγωγή Ελλάδας-Γαλλίας, που θα ξεκινήσει γυρίσματα την άνοιξη στο Βέλγιο. Επίσης, συνεχίζω να μαθαίνω διδάσκοντας, οργανώνοντας έναν κύκλο εκπαιδευτικών εργαστηρίων στην Αθήνα τον Φεβρουάριο, ο οποίος διερευνά τους αισθητικούς και ηθικούς κώδικες του θεάτρου ντοκιμαντέρ, με τίτλο «Προσεγγίζοντας το τραύμα: αισθητική, ηθική κι ανθρώπινες σχέσεις στο θέατρο ντοκιμαντέρ». Τέλος, ετοιμάζουμε με τη δημιουργική ομάδα του Διεθνούς Δικτύου Θεάτρου Ντοκιμαντέρ το πρόγραμμα της επόμενης διοργάνωσής του, που θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο, με τη συμμετοχή Ελλήνων και ξένων δημιουργών.

Photo Credit: Θωμάς Αρσένης

Διαβάστε επίσης:

Βelle Εquipe, της Μάρθας Μπουζιούρη στο Θέατρο ΕΛΕΡ