Από το 2023 είχαμε ξεκινήσει μια συζήτηση με τον Λευτέρη Παπακώστα για να ανεβάσουμε ένα θεατρικό νουάρ επιστημονικής φαντασίας. Μας ερέθιζε η ιδέα της μίξης των ρετρό στοιχείων του νουάρ με τα μελλοντολογικά στοιχεία του sci-fi. Οι περαιτέρω συζητήσεις μας οδήγησαν στο μελόδραμα, στις διάφορες λογοτεχνικές δυστοπίες, στις διαστημικές ταινίες, στα κόμικς, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στις τηλεοπτικές σειρές και στο steampunk. Σύντομα καταλάβαμε ότι μιλάμε για μια μεταμοντέρνα αφήγηση θεάτρου και θεάματος με υλικά από το visual art, το μιούζικαλ, το animation, την pop culture και πολλαπλές αναφορές σε έργα του παρελθόντος. Κι έτσι, οδηγηθήκαμε στην σύλληψη του «LO», μιας ερωτικής ιστορίας τοποθετημένης σε ένα σκοτεινό μέλλον, ένα παραμύθι περιπετειώδες και πολύχρωμο, απελπισμένο και τρομακτικό.

Η απροθυμία μου να γράψω το έργο ήταν τόση που έκανα διάφορα εξωφρενικά τερτίπια στον Λευτέρη Παπακώστα, ώστε να αποφύγω την μοναχική διαδικασία της συγγραφής, αλλά τελικά η επιμονή του με έπεισε να το κάνω. Η πρώτη έμπνευση ήρθε από την «Λόλα» -αυτό το ξεχωριστό σενάριο του Ηλία Λυμπερόπουλου, ένα υπόδειγμα μακρόσυρτου χτισίματος έντασης και αγωνίας- και το «Do androids dream of electric sheep?» του Philip K. Dick -αυτή την εμβληματική νουβέλα για την σχέση ανθρώπου και μηχανής που οπτικοποιήθηκε στο κλασσικό πλέον «Blade Runner». Στην συνέχεια, πήρα έμπνευση από κάποιες σημαντικές εξπρεσιονιστικές ταινίες όπως ο «Γαλάζιος Άγγελος» του Γιόζεφ φον Στένμπεργκ και το «Metropolis» του Φριτς Λανγκ, αλλά κι από άλλα πεδία, όπως οι πρώιμες παιχνιδομηχανές, τα κόμιξ με υπερήρωες και οι τηλεοπτικές σαπουνόπερες.
Σκέφτομαι τώρα ότι αυτή η συγκολλητική διαδικασία έχει άμεση σχέση με το νοηματικό περιεχόμενο του έργου, όπου οι μηχανές κατασκευάζονται και συγκολλούνται από τεχνητά μέλη ενώ τα ανθρώπινα όντα διασπώνται και αποδομούνται σε θραύσματα. Έτσι κι αλλιώς, στην εποχή μας που το ένα ποστ διαδέχεται το άλλο, η μία πληροφορία προσπερνάει την προηγούμενη, η μια εικόνα διαλύεται μέσα στην επόμενη, κι όλη αυτή η άθροιση ανομοιογενών πραγμάτων γεννάει ένα πολιτισμό-Φρανκενστάιν, η κόλαση που έχουμε να αντιμετωπίσουμε καθημερινά είναι πολυδιάστατη. Ίσως η δυστοπία που ανεβάζουμε στο θέατρο να μην απέχει πολύ από την τωρινή μας πραγματικότητα. Άλλωστε, οι συνεχείς νύξεις για σύγχρονα θέματα όπως η έμφυλη βία, η σεξουαλική εκμετάλλευση, η ταξική ανισότητα, η επαναστατική εξαγρίωση και η απουσία συλλογικού οράματος, έδωσαν στο έργο μια υπόγεια πολιτική χροιά, που υπογραμμίζει διαρκώς το μελλοντολογικό δράμα του καταραμένου έρωτα μιας μηχανής για ένα cyborg.
Κι έτσι φτάσαμε στην Αθήνα του 2082 μ.Χ., όπου η τεχνητή νοημοσύνη προσπαθεί να διατηρήσει την λογική της, έχοντας δημιουργήσει έναν γιγάντιο αλγόριθμο, την «Μητέρα», που υποτίθεται ότι ελέγχει τις μηχανές και την σχέση τους με τους ανθρώπους. Ωστόσο, το χάος είναι ανεξέλεγκτο, ο νόμος λειτουργεί μόνο επιφανειακά, τόσο οι μηχανές όσο και οι άνθρωποι είναι εξαρτημένοι από υπερτεχνολογικά ναρκωτικά, και το μόνο που κυριαρχεί είναι η βία και ο ζόφος. Σε αυτόν τον κόσμο, ένα μαχητικό μοντέλο μηχανής θανάτου έχει αναπτύξει έναν παράφορο έρωτα για μια σεξεργάτρια-cyborg κι έχει να αντιμετωπίσει τους κακοποιούς που την εκμεταλλεύονται, οι οποίοι ήταν πρώην συνεργάτες του στο έγκλημα. Μέσα σε αυτό το νουάρ πλαίσιο, οι μηχανές είναι πιο ανθρώπινες από τους ανθρώπους που έχουν εγκλωβιστεί μέσα στην πονηριά τους, την ρηχότητα τους και την απεγνωσμένη τους ανάγκη για έλεγχο, γνωρίζοντας ότι το μέλλον τους είναι δυσοίωνο και εχθρικό.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!

Στο τέλος του 2025 ξεκίνησαν οι δοκιμές της παράστασης από μια εξαιρετική ομάδα σπάνιας ευαισθησίας και σκηνικής επινοητικότητας. Η Κατερίνα Παρισσινού, ο Γιώργος Τριανταφύλλου, ο Θεοδόσης Σκαρβέλης, η Λίνα Πάτσιου, η Χρύσα Βουλουτάκη, ο Πασές Κωλοφωτιάς και ο ίδιος ο σκηνοθέτης άρχισαν να ζωντανεύουν αυτόν τον ανατριχιαστικό κόσμο με ποιητική ελευθερία αλλά και με υποκριτική ακρίβεια, ενώ η Βιβή Μπουτάτη σμίλευε την κινησιολογία της ομάδας και ο Άρης Αθάνατος πλαισίωνε την performance με video. Το θέατρο του Λευτέρη Παπακώστα, ένα θέατρο 360 μοιρών (arena theatre), που σπάει εντελώς τον διαχωρισμό ερμηνευτών και θεατών αποτέλεσε τον ιδανικό καμβά για να αναδυθεί αυτή η αφήγηση κινηματογραφικών ρυθμών και ηλεκτρισμένης ενέργειας. Στοιχεία από διαφορετικές κουλτούρες, jazz μελωδίες και industrial ηχοτοπία, φωτορυθμικά και λέιζερ, τηλεκατευθυνόμενα παιχνίδια και ιατρικές συσκευές, ένα patchwork αναφορών και υπομνήσεων καλεί τον θεατή σε μια βιωματική εμπειρία και τον τοποθετεί στην καρδιά αυτού του εφιαλτικού μέλλοντος που εμπεριέχει τόσο την νοσταλγία της χαμένης αθωότητας όσο και την αγωνία να μην εξαφανιστεί κάθε ίχνος του εύθραυστου παρελθόντος.
Αναρωτιέμαι τώρα αν στο μέλλον, θα προσπαθούν να διασώσουν τα κομμάτια της δικής μας εποχής. Αν η σημερινή βαρβαρότητα θα έχει το άρωμα μιας γλυκιάς ανάμνησης για τους ανθρώπους του 2082 μ.Χ. Αν αυτό που ζούμε τώρα σαν γενική κατάπτωση, θα φαντάζει σαν άδολη αγνότητα για τις γενιές που έρχονται. Ίσως η εποχή τους να είναι ακόμα πιο σκοτεινή και ομιχλώδης. Ποιος ξέρει.
Photo Credit Κεντρικής εικόνας θέματος: Παναγιώτης Κυπριώτης – © Panagiotis Kypriotis
Διαβάστε επίσης:
LO, του Μάριου Τσάγκαρη σε σκηνοθεσία Λευτέρη Παπακώστα στο Bios