Υπάρχει μια αυθυποβολή των δημιουργών κάθε φορά που έχουν στα χέρια τους μια αριστοφανική κωμωδία. Ενώ όλες οι περιοχές του παγκόσμιου ρεπερτορίου περνούν, λίγο ως πολύ, μέσα από τους ηθμούς των καιρών και παρουσιάζονται ωςαποστάγματα και κατασταλάγματα της ιστορικής πορείας τους σε συνάρτηση με τους πολιτισμικούς μετασχηματισμούς και τις αισθητικοκαλλιτεχνικές κατακτήσεις που έχουν εν τω μεταξύ επισυμβεί, ο Αριστοφάνης απλώς επικαιροποιείται θεματολογικά, ενώ παραμένει αμετάβλητος, έως και ενισχύεται, ως προς την εκφραστική και γλωσσική παραστασιμότητά του.
Είναι απολύτως σαφές ότι οι αριστοφανικές κωμωδίες που επενδύουν κατά κόρον στην αποσταθεροποίηση μιας τάξης και στη μετάβαση σε μια άλλη σφαίρα, διορθωτική και σύμφωνη με τις βαθιά ανθρωπιστικές ανησυχίες του ποιητή, λειτουργεί ως υπερθεματισμός του ίδιου του χαρακτήρα του θεάτρου. Μέχρι να επιτευχθούν οι στόχοι του ποιητή, στη διάρκεια του έργου του, η οργασμική λεκτική και σωματική δράση αφομοιώνει, καταναλώνει, αν όχι εξαντλεί, την ίδια την έννοια της θεατρικής αναπαράστασης. Το θέατρο του Αριστοφάνη είναι άρρηκτα δεμένο με την πεποίθηση του ποιητή να μην παραγνωρίζεται η πηγαία και ανόθευτη ανθρώπινη φύση, η οποία είναι σε θέση να μιλήσει καλύτερα από όλους και από όλα και την οποία ο ποιητής υπερασπίζεται με σθένος. Η ανθρώπινη φύση, αλλά και η φύση γενικά, βρίσκεται στο επίκεντρο της προβληματικής του Αριστοφάνη. Βρίσκεται όμως και σε διαλεκτική σχέση με τα πολιτισμικά κεκτημένα του ανθρώπου: ωσάν ένας ουροβόρος όφις ο άνθρωπος, επινοεί και παράγει «έργα και ημέρες», που, ενώ διαθέτουν μεγαλοφυΐα και επιδεξιότητα, όταν ξεπερνούν το λεπτό και αδιόρατο όριο της φυσικής αρμονίας, κατακρημνίζονται.
Αυτή ακριβώς την ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στον φυσικό κόσμο και τον κόσμο των πολιτισμικών κατασκευών πραγματεύεται περίτεχνα ο Αριστοφάνης στη «Λυσιστράτη», δημιουργώντας ένα δεύτερο πεδίο αντιπαράθεσης, ήτοι ένα είδος «αγώνα» ανάμεσα, αυτή τη φορά, σε δύο επίπεδα θεώρησης του κόσμου.
Έρωτας, βία (εν προκειμένω πολεμική) και χρήμα, είναι τα κομμάτια που συνθέτουν αυτό που αργότερα θα ταυτιστεί με την έννοια της φαλλοκρατίας και που δεν είναι παρά ψηφίδες μιας συνθήκης που εύστοχα ο μεταφραστής Κωνσταντίνος Μπούρας απέδωσε ως εντροπία.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Στον αντίποδα, η νουνεχής και, κατά τα φαινόμενα, καλλιεργημένη Λυσιστράτη θέτει το ιδιοφυές τέχνασμά της. Ένα τέχνασμα που εδράζεται επάνω στο συγκριτικό πλεονέκτημα, που μόνο μια γυναίκα κατέχει ως απόλυτος γνώστης της ανθρώπινης φύσης την οποία κυοφορεί, ότι ο πλούτος, η ισχύς, η επιβολή δεν είναι παρά ωστικά κύματα από τον σκοτεινό κόσμο των ενστίκτων και ορμέμφυτων. Η ερωτική αποχή που διατρανώνει η Λυσιστράτη δεν είναι εκδικητικό μέσο ή μια πρώιμη φεμινιστική εκδήλωση. Είναι η ίδια η αποθέωση του φυσικού νόμου που θέλει την «κάθαρση» του σώματος ως προϋπόθεση προκειμένου αυτό, στη συνέχεια, να υποδεχθεί τη λογική, την ορθοφροσύνη, τη σύνεση. Ο Αριστοφάνης εισχωρεί στις εσώτατες διεργασίες της ανθρώπινης φύσης, στη σχέση σώματος και λογικής, προκρίνοντας αυτά τα δύο στοιχεία ως θεμέλιους λίθους και για τη λειτουργία της Πολιτείας, του θεσμικού Πολιτισμού. Με άλλα λόγια τίποτε δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικά δημόσιο εάν δεν είναι πρωτίστως λειτουργικό στο πεδίο του ιδιωτικού.

Η παράσταση της «Λυσιστράτης» του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος εκκίνησε από την εξαιρετική μετάφραση του Κωνσταντίνου Μπούρα, ο οποίος δάμασε με περισσή δεξιοτεχνία τις ποικίλες αποχρώσεις που συνυπάρχουν στην αριστοφανική γλώσσα: από το ρητορικό ύφος, τους λυρικούς τόνους και τα ιδιώματα μέχρι τις καθημερινές εκφράσεις και τις κοπρολογίες. Έχοντας υπόψη ότι ο Αριστοφάνης, πέρα από την επιφάνεια των λεκτικών και άλλων υπερβολών, κρύβει εντός του έναν διανοούμενο και έναν στοχαστή με πολιτικό πνεύμα, το μεταφραστικό πόνημα εντόπισε, ακριβώς, αυτό το διττό στοιχείο και το απέδωσε με ισόρροπο τρόπο.
Η σκηνοθεσία του Αστέριου Πελτέκη, με ενθουσιώδεις ρυθμούς και ευφρόσυνη διάθεση, εμφύσησε μια πνοή αναγεννητική και σύγχρονη χωρίς, ωστόσο, να χάνονται τα ίχνη και το νήμα με τον διαχρονικό εαυτό του έργου και τη συλλογική εμπειρία μαζί του.
Σημασιοδοτημένη και συμβολική η σκηνογραφική δημιουργία της Φρόσως Λύτρα με την παρουσίαση μιας συνουσιακής εικόνας στην πλατφόρμα. Σε αγαστή εναρμόνιση ο ενδυματολογικός κώδικας του Νίκου Χαρλαύτη ανέδειξε λιτά και με ακρίβεια το φύλο, την ηλικία, την κοινωνική θέση. Η μουσική δημιουργία του Γιώργου Ανδρέου φώτισε όχι μόνο την τερψύθιμη διάσταση της αριστοφανικής κωμωδίας, αλλά και τις πιο σκεπτόμενες και σκιερότερες πτυχές της. Η χορογραφία και κίνηση του Κωνσταντίνου Ρήγου έδωσε σφρίγος και ζωντάνια στην ορχήστρα, κρατώντας το απαραίτητο μέτρο, ενώ οι φωτιστικές δημιουργίες του Στέλιου Τζολόπουλου απέδωσαν με αισθητικά άρτιο τρόπο τις διαβαθμίσεις ατμόσφαιρας κάθε στιγμής.
Σε επίπεδο ερμηνείας, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου στάθηκε με εντιμότητα και με δημιουργική παρρησία στην ορχήστρα, παραδίδοντας μια Λυσιστράτη αυθεντική, ανεπιτήδευτη, χωρίς στοιχεία ερμηνευτικής τυποποίησης. Η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου απέδωσε με ευστοχία αυτό που έξοχα περιγράφει για την Κλεονίκη ο Αλέξης Σολομός: την «τελειωμένη γελοιογραφία μεσόκοπης κοκέτας». Με μια αισθαντική ενέργεια που αφήνει εμφανείς τις κωμικές πτυχές η Μυρρίνη της Κατερίνας Παπουτσάκη και ένας Κινησίας από τον Κρατερό Κατσούλη που, ως πολιορκητικός κριός, επιτείνει την ένταση του ανικανοποίητου οργασμού, οδηγώντας σε ένα κλιμακούμενο κρεσέντο κωμικού οίστρου. Απολύτως ενσωματωμένος στην αριστοφανική τυπολογία ο Πρόβουλος του Γιάννη Χαρίση, εντυπωσιακά έντεχνη, ερμηνευτικά, φωνητικά και κινησιολογικά, η παρουσία του Παναγιώτη Πετράκη (Απόλλωνας, Λάχης), σε μια δημιουργία όπου και το υπόλοιπο σύνολο ανταποκρίθηκε με αξιοθαύμαστη σκηνική διαθεσιμότητα και αστείρευτο ενθουσιασμό.
Photo Credit: Mike Rafail | Thatlongblackcloud