Ο «Ιβάνοφ» (1886) για τον Τσέχωφ υπήρξε πρόκληση που προσέλαβε τη μορφή μιας εσωτερικής πάλης για το κατά πόσο η κατάδειξη της αυθεντικής, όσο και περίπλοκης, ψυχικής κατάστασης του ήρωά του θα μπορούσε να παραβιάσει το ιδεώδες του για μια προσήλωση στη ματεριαλιστική και αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων. Παρότι δεν ενδιαφερόταν για ένα ακραιφνές ψυχολογικό θέατρο, στην προκειμένη περίπτωση  επιτρέπει στον εαυτό του να καταβυθιστεί ορμητικά στα έγκατα της καταθλιπτικής ψυχής, «ενορχηστρώνοντας», ως αντιστάθμισμα, μια περιρρέουσα συμβατική και αναγνωρίσιμη ρεαλιστική συνθήκη, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η υπαρξιακή περιδίνηση του πρωταγωνιστή. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας προσχώρησε στην τυπολογία ενός καλοφτιαγμένου μελοδράματος, με μια χαρακτηριστική «σημειολογία» συγκινήσεων και ηρωϊκές καταλήξεις, δίνοντας, ωστόσο, και ένα πρώτο στίγμα για τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να βλέπει τον άνθρωπο στην πάλη του με τον κόσμο γύρω του και την ίδια του τη ζωή. Και σε αυτό, ακριβώς, το σημείο είναι που «γεννιέται» ο ποιητής της σκηνής Τσέχωφ. Ο Ιβάνοφ, ως ήρωας, συναντιέται μεν με τις ακανθώδεις πτυχές της ανικανοποίητης φύσης ενός Δον Ζουάν, την ίδια στιγμή, όμως, θέτει εμφατικά τόσο το ζήτημα μιας εσωτερικής ζωής, όχι απαραίτητα ταυτισμένης με τον κόσμο του υποσυνείδητου, όσο και μιας εντιμότητας, ιδωμένης από μια αμιγώς υποκειμενική, απόλυτα ερμητική σκοπιά. Αυτή η αγεφύρωτη διάσταση ανάμεσα στο βαθύ «εγώ» και τον κόσμο, που εδώ παίρνει τη μορφή ενός καθαρόαιμου σκοτεινού προσωπικού δράματος, θα καταστεί για τον Τσέχωφ ένα λαϊτμοτίφ που, προϊόντος του χρόνου, θα εμποτιστεί με διακριτικούς τόνους λεπτής ειρωνείας και πικρού χιούμορ.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς, στην παράσταση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, εισήλθε δυναμικά στην κεντρική προβληματική του Τσέχωφ, δημιουργώντας αναγωγές πέρα και πάνω από χωροχρονικούς περιορισμούς και αφήνοντας κατά μέρος καθαρογραμμένα αφηγήματα. Ο δικός του «Ιβάνοφ!» (φέροντας ένα πρόσθετο θαυμαστικό) επέτρεψε μόνο μια ελαφριά αύρα γνώριμης τσεχωφικής ατμόσφαιρας να πνεύσει στη σκηνή. Πρόσωπα, αντικείμενα και συνολική αισθητική υποβλήθηκαν σε μια ασθμαίνουσα παραδοξότητα, άλλοτε ιλαρή και άλλοτε στα όρια του ανησυχητικού, που έμοιαζε να ενοποιεί το γκροτέσκ, το φανταιζί (που τόσο χαρακτηριστικά αποτυπώθηκε στα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη), αλλά και το ακαριαίο της θεατρικής στιγμής με την πραγματική ζωή. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης επέλεξε να δει τον «Ιβάνοφ» από τη σκοπιά όλου του φάσματος του τσεχωφισμού, γεγονός που «υποχρέωσε» τις ιδιαιτερότητες του κεντρικού ήρωα, ενίοτε, να ασφυκτιούν ή, ίσως, και να ανθίστανται σε αρκετές κινήσεις της σκηνοθετικής μπαγκέτας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Αργύρης Ξάφης επωμίστηκε τον ρόλο του Ιβάνοφ Νικολάι Αλεξέγιεβιτς με σύνεση, ερμηνεύοντάς τον με βαθύ παλμό και ειλικρινή παρορμητισμό και συμπυκνώνοντας στο πρόσωπό του όλες τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της ανθρωπογεωγραφίας που τον περιβάλλει. Το υπόλοιπο σύνολο χαρακτηρίστηκε από ερμηνείες που άλλοτε εμφυσούσαν ριπές γλυκιάς αναπόλησης τσεχωφικών τοπίων και άλλοτε μιλούσαν μια «γλώσσα» απαλλαγμένη από το σκηνικό «συντακτικό» ενός παραδοσιακού Τσέχωφ. Οι παρουσίες του Γιάννη Νταλιάνη, στον ρόλο του Σαμπιέλσκυ Ματβέι Σεμιόνοβιτς, και του Νίκου Χατζόπουλου, στον ρόλο του Λιεμπέντεφ Πάβελ Κύριλιτς, απέδειξαν πώς μπορεί να συνυπάρξει η κατασταλαγμένη εμπειρία από την τριβή με τον μεγάλο Βάρδο με μια αξιοθαύμαστη ευαρμοστία σε νέους κώδικες ρυθμών και οργάνωσης των εκφραστικών μέσων. Δίπλα τους, ένας πολύ μοντέρνος, και χωρίς ερμηνευτικές αγκυλώσεις, Γιατρός Λβοφ από τον Νικόλα Χανακούλα και μια ιδιότυπα νευρωτική, με σχεδόν εξπρεσιονιστικές απολήξεις, Ζινάιντα Σάβισνα από την Μαρία Σκουλά.

Η παρουσία της Αλεξάνδρας Καζάζου ως Άννα Πέτροβνα, διεμβόλισε τη συνολική πινακοθήκη με πιο αδρές αποχρώσεις του απόκοσμου και του ποιητικού, η Πηνελόπη Τσιλίκα, ως Σάσα Αλεξάνδρα Πάβλοβνα, σκιαγράφησε την νεαρή ερωτευμένη με στιβαρή ευθύτητα και χωρίς τις βολικές καμπυλώσεις μιας ενζενίστικης ερμηνείας, ενώ η queer εμφάνιση του Χάρη Φραγκούλη συνέβαλε στο να επιταθεί η αίσθηση του τραγελαφικού, κάτω από το οποίο σοβεί μια εικόνα σύγχυσης και απροσδιοριστίας.

Όσο για τη μουσική του Μπλέην Ράινινγκερ αναδείχθηκε σε κομβικό δραματουργικό εργαλείο, λειτουργώντας ως προσάναμμα μιας σκηνικής ευωχίας, αλλά και ως κλειδί που απασφάλιζε γενναίες δόσεις μελαγχολίας.

Διαβάστε επίσης:

Ιβάνοφ, του Άντον Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά