Το βιβλίο «Από σκηνής και από πλατείας» είναι μια ξενάγηση στο έργο και τη σκέψη του δημιουργού, όπου ο Ιάκωβος Καμπανέλλης μας αποκαλύπτεται μέσα από δικά του κείμενα, άρθρα, ομιλίες και συνεντεύξεις.

Ομιλητές:
Βασίλης Αλεξίου, καθηγητής Θεωρίας της Λογοτεχνίας ΠΤΔΕ ΑΠΘ
Σπύρος Αραβανής, φιλόλογος-ποιητής
Παναγιώτης Μέντης, θεατρικός συγγραφέας

Αποσπάσματα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
Βίβιαν Κοντομάρη, Ευγενία Αποστόλου, Μπάμπης Χατζηδάκης

Απόσπασμα από το βιβλίο «Από σκηνής και από πλατείας»:

“Σκέφτομαι κάπου κάπου πόσο μοιάζει το θέατρο μ’ αυτό που κάνουμε καμιά φορά στη ζωή όταν καλούμε κάποιον με τον οποίο έχουμε μια διαφορά για «να κουβεντιάσουμε το θέμα». Και πόσο, ακόμα πιο πολύ, μοιάζει με το θέατρο μια τέτοια δράση όταν τον καλούμε για «να το ξανακουβεντιάσουμε».

Τι κάνουμε τότε μ’ αυτό τον άλλο, ή μ’ αυτούς τους άλλους, αν η διαφορά είναι ανάμεσα σε πιο πολλούς; Συναντιόμαστε στο μέρος που ορίζουμε και εκεί ο καθένας έρχεται (περίπου) έτοιμος για την αντιπαράθεση. Παίρνει ή ξαναπαίρνει ο καθένας τη θέση που υποστηρίζει, αναφέρεται η προϊστορία της διαφοράς και τα συμβάντα, αν υπάρχουν και τέτοια. Κάποιοι ξαναζούν με πάθος όσα ένιωσαν κι όσα συνέβησαν, το σωστό ή το δίκιο διεκδικούνται από διάφορες θέσεις και διαφορετικές αντιλήψεις. Το επίμαχο θέμα φανερώνεται ολοένα και πιο πολύ, ενώ ταυτόχρονα φανερώνονται σε βάθος και οι αντίδικοι. Οι χαρακτήρες τους παίρνουν το είδος τους και το σχήμα τους, κι όσο πιο πολύ πασχίζει ο καθένας τους να κρίνει τον άλλο, τόσο πιο πολύ κρίνεται ο ίδιος, με κατάληξη το να βρεθούν όλοι τους ή οι πιο δραστήριοι σε μια ώρα κρίσεως. Ανελέητης μάλιστα κρίσεως, αφού ό,τι πεις είναι πια αμετάκλητα ακουσμένο κι ό,τι κάμεις αμετάκλητα ιδωμένο.”

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Σκέφτομαι κάπου κάπου…, Από σκηνής και από πλατείας, σ. 24.

Ιάκωβος Καμπανέλλης – Βιογραφικό σημείωμα:

Ο γεννήτορας του ελληνικού μεταπολεμικού θεάτρου, όπως έχει χαρακτηριστεί, γεννήθηκε στη Νάξο.

Το 1934, η οικογένειά του μετακόμισε, λόγω οικονομικών προβλημάτων, στην Αθήνα και ο Καμπανέλλης αναγκάστηκε να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει σε μια νυχτερινή Τεχνική Σχολή.

Διψασμένος για γνώση, νοίκιαζε βιβλία από τα παλαιοβιβλιοπωλεία και μέχρι να τελειώσει το γυμνάσιο είχε γνωρίσει όλους τους ευρωπαίους κλασικούς. Το 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Μαουτχάουζεν. Ήταν ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες, και επέστρεψε το 1945. Την εμπειρία του αυτή την κατέγραψε στο μοναδικό του πεζογράφημα, Μαουτχάουζεν (1963).

Όταν γυρίζει στην Αθήνα, εντυπωσιάζεται από μια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης και αποφασίζει να ασχοληθεί με το θέατρο. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1950 με το έργο Χορός πάνω στα στάχυα (Θίασος Λεμού), αλλά γνωστός έγινε με τα επόμενα έργα του, που ανέβηκαν από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και το Εθνικό Θέατρο. Το έργο σταθμός στη σταδιοδρομία του θεωρείται Η αυλή των θαυμάτων (1957). Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκεται ο προβληματισμός για τα κοινωνικά δρώμενα και τον αντίκτυπο που έχουν στη ζωή των ανθρώπων και, κυρίως, η σχέση της ταραγμένης νεότερης ελληνικής ιστορίας με τη συγκρότηση της νεοελληνικής ψυχολογίας. Για την προσφορά του στο ελληνικό θέατρο του απονεμήθηκαν οι τίτλοι: επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, επίτιμος Διδάκτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επίτιμος Διδάκτωρ της Θεατρολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την απονομή ανωτάτου παρασήμου. Ήταν μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε πολλές χώρες (Αγγλία, Αυστρία, Σουηδία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Σοβιετική Ένωση, Γερμανία).

Πολύ σημαντική είναι επίσης η δουλειά του ως σεναριογράφου, η οποία άσκησε τεράστια επίδραση στους σύγχρονους και τους μεταγενέστερούς του. Έγραψε τα σενάρια σε πολλές ταινίες σταθμούς του ελληνικού κινηματογράφου («Στέλλα» του Μ. Κακογιάννη, «Δράκος» του Ν. Κούνδουρου, «Η Αρπαγή της Περσεφόνης» του Γ. Γρηγορίου), ενώ σκηνοθέτησε ο ίδιος, σε δικό του σενάριο, την ταινία «Το κανόνι και το αηδόνι», το 1968. Αξιοσημείωτη είναι και η εξαιρετική του επίδοση στη στιχουργία, αφού το «Παραμύθι χωρίς όνομα» (μουσ. Μάνου Χατζιδάκη), το «Μαουτχάουζεν» (μουσ. Μίκη Θεοδωράκη), το «Μεγάλο μας Τσίρκο» (μουσ. Σταύρου Ξαρχάκου) και άλλα σημαντικά έργα της ελληνικής μουσικής φέρουν την υπογραφή του.

Τα έργα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος.

Με την ανακοίνωσή του στις 2 Μαρτίου 2021, το Υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε το 2022 «Έτος Ιάκωβου Καμπανέλλη» και θέτει υπό την αιγίδα του το σύνολο των εκδηλώσεων, στο πλαίσιο του αφιερωματικού έτους.